Διήγημα της Κατερίνας Επιτροπάκη
H αλήθεια είναι ότι βαριόταν θανάσιμα. Έπρεπε όμως να
τελειώνει μ’ αυτές τις δουλειές. Τα μαστόρια θα ξεκινούσαν σε λίγες μέρες.
Πρώτα τα γκρεμίσματα, μετά ο πλακάς, ο σοβατζής… Αυτή η ανακαίνιση έπρεπε να
είχε γίνει καιρό πριν. Το σπίτι είναι τόσο παλιό και με τόσα προβλήματα. Όμως
συνεχώς το ανέβαλε. Τόσα χρόνια τώρα. Δεν πήγαινε όμως άλλο. Και μια και η
συνεχόμενη δυσχέρεια των τελευταίων ετών είχε σαν αποτέλεσμα να εξανεμισθούν
σχεδόν εντελώς όλες οι οικονομίες, είχε αποφασίσει, πριν δει μηδενισμένο το
λογαριασμό Ταμιευτηρίου της τράπεζας, να δαπανήσει τα τελευταία χρήματα για να
κάνει, επιτέλους, αυτή την ανακαίνιση.
Ο Γιώργος μάλλον δεν ήταν σύμφωνος. Φοβόταν πως δεν είχαν
δει ακόμα τα χειρότερα. Στο γραφείο του οι δουλειές πήγαιναν χάλια. Ο κόσμος
έκανε όλο και λιγότερα ασφαλιστικά συμβόλαια, ενώ ήταν πολλοί οι πελάτες που
του χρωστούσαν χρήματα και δεν ήξερε πότε θα τα πάρει. Δεν είχε φέρει όμως
αντίρρηση. Είχε συνηθίσει, άλλωστε, είκοσι χρόνια τώρα, τον πρώτο λόγο στο
νοικοκυριό να τον έχει η γυναίκα του. Κι έτσι εκείνος απλά συμφωνούσε με ό,τι
εκείνη αποφάσιζε. Ακόμα κι ο τρόπος που ζητούσε τη γνώμη του, αποτελούσε μια
ψευδεπίγραφη δημοκρατική διαδικασία. Περίπου του ανακοίνωνε πάντα την απόφαση
της, τελειώνοντας με ένα «συμφωνείς,
αγάπη μου, έτσι δεν είναι;»