Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κιβώτια σχήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κιβώτια σχήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Κατοικούσα τότε... XIV


Κατοικούσα τότε... στον λεπτό μίσχο ενός ανθισμένου εντόπιου γιασεμιού.
Είχα αφήσει - καταλαβαίνετε τους λόγους- όλα μου τα χωρατά στις διακοπές. Δεν τα ξέχασα, τα άφησα. 

Εσύ πήρες μαζί σου το αλεξήλιο και συνεχίσαμε για λίγο. 
Κουράζει ο έρωτας.

[Αυτό που εγώ λέω έρωτα, την κάθε φορά].


Το ημερολόγιο έγραφε: 02. Μαΐου 2016  

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Χαρμολύπη

" Χαρά μου !! "...
Η φωνή του τάραξε την ησυχία της νύχτας.

Τον κοίταξε, έκανε μια φιγούρα χορευτική  και του έστειλε το  φωτεινό της χαμόγελο.

Η κίνησή της  -  η ύπαρξή της  -  είχε οριστικά ταράξει την ησυχία της ζωή του.

Υ.Γ. αποτελεί ενότητα της επόμενης εγγραφής μου...


Έγραψε - με μολύβι σε χαρτί - τη λέξη  " Θλίψη ". Το Θήτα κεφαλαίο - όπως του έμαθε η πρώτη του καθηγήτρια - τα υπόλοιπα πεζά. 
Στάθηκε πάνω από τα γράμματα και είδα πόσο όμορφα ενώνεται το λάμδα του "  λίγο " με το θήτα της  " θύμησης"  και του " θανάτου ".

Το έγραψε για Εκείνη και της το έδωσε...

Υ.Γ. αποτελεί ενότητα της προηγούμενης  εγγραφή μου...


Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Αύριο είναι Κυριακή


Αύριο είναι Κυριακή.
Τα παράθυρα του γείτονα έχουν ακόμα φως.
Το εργαστάσιο θα είναι κλειστό.
Απόψε μπορεί να καθίσει, χωρίς άγχος με την γυναίκα του και το παιδί τους.
[Μεγάλωσε και ο μικρός τους/ τελειώνει φέτος το σχολείο/ θα τον χάσουμε από την γειτονιά]
Μπροστά στην τηλεόραση ίσως, μα θα είναι μαζί, θα πουν και δυό κουβέντες.
Δεν γίνεται αλλιώς.

Αύριο είναι Κυριακή.
Μπορεί να πάνε μια βόλτα στην πλατεία.
Ή και πιο μακριά. Μια βόλτα στην εξοχή.
Η Κλαίρη την λατρεύει.
Τώρα, τώρα που είναι στα καλύτερα της, Τα αγριολούλουδα έχουν κρατήσει το νερό της βροχής, τα πορτοκάλια είναι γλυκά, τα μήλα των ορεινών ώριμα. Είναι  η ζουμερή πλευρά που λείπει, που έχει εξαφανισθεί από την πόλη. 

Αύριο είναι Κυριακή, ο μικρός θα μείνει στο σπίτι. Βαριέται, το γνωρίσουν όλοι. 

Αύριο είναι Κυριακή. 
Τελικά θα πάνε στο πάρκο.
Αλλά με τα πόδια. 
Θα δουν τις γεμάτες νερατζιές, τις κουτσουπιές που φυλλώνουν σιγά - σιγά, τα νέα δέντρα, με τον παράξενο κορμό, των νησίδων.
Θα πιαστούν χέρι - χέρι. 
Θα περπατήσουν μαζί.
Η πρώτη μεγάλη γουλιά μπύρα θα είναι μια ικανοποίηση. 

Αύριο είναι Κυριακή.
Και θα περάσει. 


Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Μετρώ


"Δεν έχει άλλη Κυριακή αυτός ο Μάρτης", ακούστηκε να λέει με παράπονο. 

Επέστρεψε πάλι στις παλιές του συνήθειες. Μετρούσε τον χρόνο με χρόνο. Άδικα διαβάζει, λοιπόν; Άδικα προσπαθεί; 

Τουλάχιστον ο ίδιος ξέρει; Γνωρίζει κάτι παραπάνω; 

Εκείνος δεν είχε μιλήσει μέχρι τώρα. Γύρισε την καρέκλα, κράτησε τα μάτια χαμηλά και είπε: 

"Όταν ήμουν παιδί κατέβαινα στην κάβα της γειτονιάς για το κρασί του παππού".


Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Δελτίον Ταυτότητος


Leonard Cohen

Ιουστίνη

Το τραπέζι και το αμίλητο μπαρ

Τετάρτη απόγευμα

Άγνωστα μέρη, μονοπάτια, πλατείες

Οδηγός τουριστικού λεωφορείου

Ο κανόνας της σιωπής

''Μα πως μπορείς να φτιάξεις τον κόσμο -έστω τον δικό σου κόσμο- με δυό χέρια;"

Ένα κι ένα κάνουν δυό. Απλά και πρακτικά. Μα δεν φτάνει. Είναι και ένα φίδι ανάμεσα

Ήταν τότε

Φοβάμαι. Τα όνειρά σου [Σινόπουλο δεν έχω "ανεβάσει" ακόμα]

Ένα γελαστό απόγευμα

Αν είμασταν παιδιά θα μέναμε ήδη μαζύ

Πέτρα

Ανοικτά σύνορα

Ταξείδι

Μείγμα, κράμα, δίνη, σπείρα

Ποτέ δεν έτρεξες

Άψογοι σχηματισμοί

Η γειτονιά μας σταματά εκεί που αρχίζουν τα χέρια σου

Ήταν λίγο πριν το σεισμό. Τότε, που άνοιξες εσύ στα δυό, Γυναίκα της γης/


Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Ονόματα κοινά


Ο ίδιος είναι χασάπης στην κεντρική αγορά της πόλης. Ευκατάστατος, αχόρταγος, λαμόγιο. 

Πιθανόν να οφείλει πολλά στον πατέρα του, που τον έμπασε στην αγορά, του έμαθε τα κόλπα της δουλειάς, να κλέβει στο ζύγι, να πουλάει τα σάπια. 

Όμως, όλα τα κουσούρια, τα πάσα και τα γνωρίσματα τα πήρε από την μάνα του. Συνήθειες πια χαραγμένες πάνω του, τον ξεχωρίζουν όλοι και εκείνος καμαρώνει σαν υψωμένος μπαλτάς πάνω στο άψυχο χοιρινό.

Στο τζόγο η μάνα στο τζόγο κι ο γιός. Μα, όχι στο χαρτί ή στο κουμάρι, που ήταν τότε άξιο λόγου και πολλών οικονομικών καταστροφών, αλλά με ανθρώπους. Με άντρες η κα Φρόσω, δεν έκανε διακρίσεις ο Ντίνος.

Ο πατέρας είχε, ευτυχώς, χρόνια πεθάνει. Ο κος Αυγουστής κηδεύτηκε με τιμές από όλη την πόλη. 


Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Σε άκουσα


"Φοβάμαι", έλεγες ψιθυριστά στον σύντροφο Σ.  
"Φοβάμαι για πολλά". 
Ο φόβος έκλεινε σαν καβούκι.

Μα τα δύσκολα είναι μπροστά, σκέφτηκα. Όπως και ο δρόμος. 
Επέλεξες να τον προχωρήσουμε χωριστά.  Σεβαστό.  
Μα, άφησέ τον καθαρό. 
Τα έχουμε ξαναπεί. 
"...στους χωρισμούς και στις μετακομίσεις 
πάντα οι χώροι μένουν  καθαροί. 
Εκείνοι που αφήνεις και εκείνοι που πηγαίνεις...".  
Μη το ξεχνάς.
 
Ο φόβος έγινε οργή. 
Οι Άλλοι είναι πάλι -είναι ξανά και ξανά- οι εχθροί. 
Γυρνάς στο παρελθόν σου. 
Καλό λογαριασμό να κρατάς. 
Να γράφεις με μολύβι τα νέα σου λάθη.
 

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Άτιτλο XIII


Κάθε φύλλο ένας στίχος
Το κλαδί ένας λυγμός
κλαίει ένα ποίημα
Και το δέντρο
Το δέντρο απαγγέλει μια σύνθεση ολόκληρη.

Γυρνώ πάντα στον κοιμώμενο οφθαλμό.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Απρόσμενη προσγείωση


Απρόσμενη προσγείωση

Πέταξε
Κάθισε πάνω στο δεξί μου χέρι
Μια πεταλούδα.

Απρόσμενη προσγείωση
Το χέρι
Αφήνει τώρα στο χαρτί γράμματα ανάλαφρα.

Προσπαθούν στα χρώματά της να μοιάσουν
Στο πέταγμά της τώρα να μοιάσουν
Τώρα που όπως ήρθε φεύγει ξανά.


Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

...καλά, εσύ πέθανες νωρίς


"...Ώσπου μια μέρα 
-ήμαστε τρελά χαρμάνια, δεν είχαμε ούτε τριτάκι να φουμάρουμε, 
μας μίλαγε ένας από την καθοδήγηση, 
πάλι σε απεργία πείνας ή κάτι τέτοιο κατεβαίναμε- 
τέλος, τραβάει που λες ο τύπος κι ανάβει ένα δοκάρι, 
ολόκληρο τσιγάρο, σου λέω... 
Γλάρωσαν τα μάτια μας".

Χρόνης Μίσσιος ...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς εκδόσεις γράμματα 1985

Οι ρίζες των πραγμάτων, των θεαμάτων, των πρωταγωνιστών. Οι μνήμες των πολλών, των αφανών, των αριστερών. Ένα τσιγάρο. Τρίματα καπνού. Η αντίθεση, η διαφορά, το χάος. Η προσωπική ζωή. Η γαμημένη η καθημερινότητα, εκεί που κρίνονται τα πάντα. Εκεί, και στο μετερίζι που διαλέγεις να μείνεις. 

Δεν ισοπεδώνεις καμιά σκέψη, κανένα λόγο. Διεκδικείς το αυτονόητο οι διακηρύξεις να έχουν συνάφεια με την πράξη. Αλλοιώς μπαίνεις και εσύ στη σειρά, στην ουρά της "τάξης", της "ορθοδοξίας", του "έτσι τα βρήκαμε", του δεν μπορούμε να έχουμε νησίδες μέσα στα σκατά. 

Σωστά! Νησίδες μέσα στα σκατά... Ας μας φάνε, λοιπόν, μια ώρα αρχύτερα. Ή καλύτερα ας πνιγούμε μόνοι μας. Αυτό μας πρέπει... 


υγ.
Έχω την Ρηνιώ μου, τα μολύβια μου, και κάτι σελίδες υποκίτρινες παλιάς γραφομηχανής. Σε εκκωφαντική σιωπή γράφω...


Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Παλιά κεριά


και τα παλιά κεριά φώτιζαν

Ομορφιά ξεγνοιασιά
Σαλόνι και παγόνι
Παιδί και ηδονή
Ανθρωπιά γειτονιά.

Ηλικία. Η κυρία Ελένη έφτασε κοντά στα εκατό της χρόνια. Τώρα θα διηγείται ιστορίες περασμένες, ξεχασμένες, μακρινές, αληθινές. 
Μνήμη. Ο Δημήτρης έκαμε εξορία, μέσα στη Χούντα, και δεν γύρισε ποτέ στα καλά του. 

Τα ίδια πράγματα γράφω, γράφω για κείνα τα σκαλάκια, τρία, τέσσερα ήτανε, πέντε είναι, έξι, τα ανέβηκα. Μια πράξη ήταν, τώρα, εικόνα μαγική, το μικρό παιδί εγκαταλείπει την αθωότητα. 

Έκοβε το ψωμί με το χέρι και έπαιρνε  μεζέ από ένα πιάτο. Ο κύριος Γιάννης Β. μοίραζε μαζί με το ούζο αρχοντιά.

Σαν να λέμε κορίτσι. Η μικρή Σοφία, που δεν την έπαιζαν οι φιλενάδες της και έδειχνε τα μπουτάκια της στα αγόρια.
Μελάνι. Μαυρίζουν τα χέρια, Κυριακή βράδυ στην μικρή τοπική εφημερίδα.

Όταν γράφω μυρωδιά, μοσχοβολάει φρέσκο το εφτάζυμο του Βάγια. 


Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Ο μικρός πρίγκιπας: ιστορία τέταρτη


Αξία έχει να ανακαλύπτεις τα πιο παράξενα πράγματα. Ή να τα δημιουργείς, δηλαδή να αναπλάθεις την πραγματικότητα. Καταργώντας την.


 Ο Μικρός Πρίγκιπας:  ιστορία τέταρτη. Έτσι, στον εαυτό μας βάζουμε..."υποχρεώσεις". 
Α.ΣΤΕΓΟΣ

η ιστορία: 


Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

Εκδρομή


πλήθος γεωτεχνικών παρεμβάσεων στην πόλη
  
 
Έχει καρφωθεί στο μυαλό μου. Το άρωμά της. 
Ως άγχος.  Για ένα ήπιο πέρασμα, μια εναλλαγή. Μια αναζήτηση. Μια εποχή.

Οι γαζίες θα ανθίσουν και φέτος. Ήταν, άλλες εποχές και άλλο αίσθημα, δέντρο, που συναντούσες συχνά στα παρτέρια των αστικών κατοικιών. Στα πάρκα και στους κήπους των περιοχών με ζεστό και ήπιο κλίμα. Αγκαθωτά τα κλαδιά, αραιό το φύλλωμα, χρυσοκίτρινα τα άνθη, ελαφρό μα κυρίαρχο παντού το άρωμα της.

Η γαζία είναι η Ακακία η φαρνέσιος της οικογένειας των Μιμοσιδών. Στα χίλια δέντρα που φυτεύθηκαν, στο Ηράκλειο, ως ολυμπιακό πράσινο, δεν έχω δει ούτε μία… Μία, ως μικρό μονοπάτι. Μια υπενθύμιση, ένας ερχομός, μια διαδοχή, μια εποχή. Ένα μικρό χαλικόστρωτο μοναπάτι η κόμη της, ένας τόπος σύνορο το άρωμά της. 

Ίσως οι εργολάβοι να μην έχουν ανάγκη αναπόλησης ή να διαθέτουν πλήθος γεωτεχνικών επιχειρημάτων, που μας διαφεύγουν, των αφελών, και να πείθουν για τις επιλογές τους.

Μόνον ο ποιητής μας παρηγορεί, με το στίχο «Οι παλιές γαζίες μοσχοβολούν ακόμα». [1]

υγ.
Μπροστά στην βιβλιοθήκη μου οι «Αόρατες πόλεις» με προσκαλούν. Η φράση του Ίταλο Καλβίνο «Η πόλη σού λέει όσα πρέπει να σκεφτείς», είναι ένας οδηγός. 
 
 
[1] ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ
 
 

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Απρίλης


Απρίλης

Θα φτιάξω, μετράω τώρα τα διαστήματα, όχι τις αποστάσεις, τρέχουν τα μάτια, τις καλύπτουν, τα διαστήματα μετρώ, και φτιάχνω πάνω σε πεταλούδες που πετούν.

Εδώ, είναι Απρίλης.

Φτιάχνω, είναι σχεδόν έτοιμος. Ανοικτός, κλειστός.
Έναν κάνναβο φτιάχνω.


Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Αρχάριος κολυμβητής


Αρχάριος κολυμβητής

Ένοιωθε μέσα του ένα  κενό. Προτίμησε για μια ακόμα φορά τη σιωπή. Δεν θέλησε να αφήσει τη μοναξιά του.  Με ανοικτές πληγές, το αίμα ζωντανό,  παρέμενε χωμένος στη βασανιστική διαδικασία της αναζήτησης και της ανάλυσης. Δεν ήταν σίγουρος για τίποτα.

Άκουγε ήδη, πολλές φωνές «φίλιων σχηματισμών»,  να τον καλούν,  προσκαλούν,  προκαλούν,  εγκαλούν,  στην πράξη. Δεν ήταν έτοιμος.

Ίσως να βρισκόταν ακόμα στην αρχή ή όπως του μήνυσε ο φίλος του ο Γιώργος,  σε περίοδο μάθησης...

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Πικροδάφνες


Δάκρυα ποτίζουν τις πικροδάφνες της πόλης
Στέκονται μόνες σε κάθε καιρό
Καμιά εποχή δεν προδώσαν
Μοναχικές στέκονται πάνω σε αρχαία τείχη.

Απλώνουν κλαδιά
Την Άνοιξη άνθη ανθίζουν
Έχουν τα μάτια χαμηλά
Αναζητούν
Το βλέμα δεν αγγίζουν.

Περνάνε οι καιροί
Το χώμα σκαλίζουν
Περνάνε οι καιροί
Εκείνες
Μόνες και μοναχικές
πίκρα αναβλύζουν.

Μοιάζουν με γυναίκες δυνατές
μοναχικές στην ερημιά τους.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Ταχυδρομείο


Λέξεις
Μαύρα σημεία πάνω στο χαρτί
Κρύβουν καλά κηλίδες από αίμα.

Καίνε τα δάκτυλά μου
Πυρακτώνουν το χαρτί.
Κόκκινο
Σαν το πανωφόρι σου
Το γράμμα που έφυγε σήμερα.


Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

Η Γυναίκα [απόσπασμα]

[απόσπασμα]

Χώμα και βδέλλες ανακάτευε τώρα το νερό. Μια εικόνα στεριάς ήρθε και έμεινε στα μάτια της γυναίκας. Τα μάτια να κλείνουν, να τσούζουν, να πονούν. Στο γυμνό της κορμί χέρια να πίνουν, να τρυπούν και να τρυπώνουν, να γλεντούν. Απομίμηση είναι η ζωή. Μια περιπέτεια θαλάσσης. Χέρια ήτανε, βδέλλα είναι. Ροφούσε αίμα, ιδρώτα, κόπο. Την προκοπή, την ελπίδα ρουφούσε. Βδέλλα αδηφάγα, μοχθηρή. «Μη χάσω το ξύλο», φώναξε. «Μη χάσω το ξύλο», ούρλιαξε κάτω από ένα πελώριο κύμα. Βυθίζεται στις δίνες. Θυμάται τα υγρά σκαλιά, τα υγρά κελιά της ζωής της. Τώρα ένα ξύλο κρατά, τότε ένα βλέμμα ζητούσε. Να μη χαθεί. Να την κρατήσει. «Να μη χάσω εσένα, να μη χαθώ εγώ», χάραξε στη φυλακή της. Με τα νύχια της, όπλο μοναχικό στη στεριά της. Χάθηκαν πολλές φορές. Βρέθηκαν ξανά, λιγότεροι και πολλαπλά κτυπημένοι. Κάποιοι χάθηκαν στο ίδιο τους το σπίτι. Κάποιοι πέρασαν απέναντι. Δεν άντεξαν. Κάποιοι χάθηκαν στο βιός τους. Ένα τρύπιο σπίτι τους πλάκωσε. Καλύτερα στα κύματα. Πιάστηκε από ένα κατάρτι, που ξέβρασε η θάλασσα. Καρφώθηκε σε ένα καρφί. Μια μικρή κηλίδα αίμα έβαψε το μαύρο. Εκείνος είχε τρία, μα αναστήθηκε, όπως λένε οι γραφές. Και εκεί σταμάτησαν τα θαύματα.

Κασσάνοι Ηρακλείου,
Πρωτομαγιά 2015




πρώτη δημοσίευση στη σελίδα του λογοτεχνικού ιστολογίου Στο Λάκκο ιστορίες γραφής, 01.10.2015

 

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Άτιτλο XII

Η μνήμη συγκροτείται από ιστορίες που έχουν ήδη συμβεί. Σπόγγος και πίνακας δεν υπάρχουν. Καμμιά ιστορία άλλωστε δεν γράφτηκε με κιμωλία. 

Μαθήματα σε σχολεία παρελθουσών εποχών, χρέη σε καφενεία της επαρχίας, κάποτε ίσως τα αποτελέσματα του ιπποδρόμου. 

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Τα όνειρα μου λαϊκά παραμύθια. Τα θυμάται κανείς;




Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση
-Αυτό, έστω, που εγώ ποίηση ονομάζω-
(Ας ζήσουμε λοιπόν και μ’αυτά ή μόνο μ’αυτά)
[Αναγνωστάκης 1962]

Ο  «δεκαπενθήμερος ΠΟΛΙΤΗΣ»  τεύχος 17 του Γενάρη του 1996 κρατάει  σημαντική θέση στη βιβλιοθήκη μου. Είχαμε ήδη γνωρίσει τον ποιητή Μάρκο Μέσκο, στο βιβλιοπωλείο ΘΥΜΕΛΗ, να μας προσφέρει πάντοτε μια εγκαρδιότητα και βαριά Καρέλια που κάπνιζε. Στο περιοδικό είχε συνεισφέρει στο αφιέρωμα για τον άγνωστο, τότε σε εμάς, Τέο (Ματθαίο) Σαλαπασίδη. Ένα εξαιρετικό αφιέρωμα ο κόσμος της δεκαετίας του ’50, το πατάρι του Λουμίδη, το ελληνικό unterground, οι ποιητές, τα ποιήματα. Δεσπόζουσα η Σαλονίκη. Ο Μ. Αναγνωστάκης, ο Κ. Κύρου, ο Π. Θασίτης…

Θυμάμαι να το διαβάζω και να το δωρίζω σε φίλους. Ψάχνω, γνωρίζω, διαβάζω. Συναντώ μια αναφορά του Α.Ρουμελιώτη στην «Ελευθεροτυπία». Αγοράζω τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου, το βιβλίο «Δώδεκα ποιήματα του Τέο  Σαλαπασίδη» σε επιμέλεια του Μ. Μέσκου. Διαβάζω συνεχώς: σταματώ στο Northern Spiritual και στη σημείωση: « Σχεδόν μόνον ο φίλος Θωμάς Γκόρπας σε κάποιο κείμενό του κάνει ιδιαίτερη μνεία για τον πνευματικό ρόλο του Τέο Σαλαπασίδη στο πατάρι του Λουμίδη». Αναζητώ το δικό του έργο, αγοράζω τον Δεκέμβρη του 1998 το βιβλίο «Θ. Γκόρπας Τα ποιήματα[1957-1983]»  από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Διαβάζω τα ποιήματα και συλλέγω υλικό για τον ποιητή.