γράφει ο Δημήτρης Φύσσας
To ότι όλα τα μίντια (φυσικά, ηλεκτρονικά, οπτικοακουστικά)
κατακλύζονται από αφιερώματα στο βιβλίο τρεις ορισμένες περιόδους του
χρόνου (τώρα, Πάσχα και καλοκαίρι) εμφανίζεται σε μια πρώτη ματιά
στοιχείο αρνητικό, γιατί δείχνει ότι η φιλαναγνωσία είναι μια τάση που
χαρακτηρίζεται από έντονη εποχικότητα.
Σε μια δεύτερη ματιά, ωστόσο, η οπτική αλλάζει: ας πούμε, τ΄
αφιερώματα θα μπορούσαν να λείπουν ολωσδιόλου- ευτυχώς δε λείπουν θα
μπορούσαν να περιορίζοντα μόνο στα μπεστ σέλερ- ευτυχώς δεν
περιορίζονται θα μπορούσαν να στηρίζονται αποκλειστικά στα δελτία Τύπου
των εκδοτών- κι όμως ένα ποσοστό δημοσιογράφων βιβλίου επιμένει να
διαβάζει πρώτα και να παρουσιάζει μετά τέλος, όταν ο κόσμος των
δυνητικών αναγνωστών/ωστριών είναι γονατισμένος σε μεγάλο ποσοστό από
τη φτώχεια είναι ακόμα πιο αναμενόμενο απ΄ ό,τι συνήθως να ψωνίζει
βιβλία (για δώρο σε άλλους ή εις εαυτόν/ήν) σε γιορτές και σχόλες: τότε
μπορεί ν’ αγοράσει και τότε έχει χρόνο και διάθεση να διαβάσει.
Ο/η δημοσιογράφος βιβλίου, σαν ενδιάμεσος μεταξύ των εκδοτών και των
δυνητικών αναγνωστών έχει το μεγάλο πλεονέκτημα να διαβάζει δωρεάν τα
βιβλία που του στέλνουν οι εκδότες, είτε από μόνοι τους, είτε μετά από
αίτημά το/της. Αν είναι φιλαναγνώστης/ώστρια (που, διάβολε, πρέπι να
είναι, αφού κάνει αυτή τη δουλειά), αυτό αποτελεί ήδη ικανοποιητική
αμοιβή. Η αμοιβή προσαυξάνεται, όταν, παρουσιάζοντας στους/στις
αναγνώστες/ώστριες τις επιλογές του/της, βλέπει με ικανοποίηση ότι αυτές
έχουν απήχηση.
