Μπήκαμε πάλι
στο γνωστό λούκι της πόλης. Τι ψάχνω;
Αναζητώ το κόκκινο πενάκι μου με άγχος. Θέλω να γράψω και γράφω σε σένα. Δεν ξέρω τι έχω, μου φταίνε
όλοι, ενώ ίσως να υπάρχουν ακόμα κάποιοι που να με νοιάζονται. Κάθομαι ώρα τώρα
και κοιτάζω το ταβάνι.
Πίνω
μπύρες. Κοντεύω να τελειώσω το δεύτερο πακέτο, το φλέμα κάθεται στο λαιμό, σαν το καβούκι στις χελώνες
και επιμένω. Απαντοχή στη βραδινή συναυλία. Η αγωνία
-ο αγώνας ξεχάστηκε- για την επιβίωση. Θα μπορούσαν να είναι όμορφα τα πράγματα.
Όρεξη για τίποτα. Εύχομαι το οτιδήποτε. Η προσαρμογή δύσκολη έννοια και πράξη. Η
πραγματικότητα δύσκολη και οι καιροί μας χαλεποί.
Γράφω σε
σένα, καλέ μου φίλε, χωρίς ντροπή, χωρίς
να κρύβομαι ή να φοβάμαι. Δεν νοιώθω κενός μα ζω με πολλά άδεια πράγματα. Οι λευκές
σελίδες μου τρυπάνε το στομάχι, όχι οι μπύρες. Η σχολή μου θυμίζει Βατερλό και
Άγια Ελένη ταυτόχρονα. Η σκέψη παίζει διάφορα παιγνίδια. Εξισώσεις νιοστού βαθμού, 3πλά ολοκληρώματα,
ανολοκλήρωτες σχέσεις. Επαναφέρει ξανά και ξανά πρόσωπα που έχουν φύγει, τη
φρίκη ενός κόσμου κατακερματισμένου. Παλιές
αγάπες σκληρά όμορφες και βασανιστικές. Ανθρώπους ξένους με θυμό για τον Άλλον.
Η σκέψη στον παρελθόντα χρόνο σε ισορροπία με την μοναξιά του παρόντος. Η σκέψη,
η μοναξιά, απέναντι μου. Απέναντι στο
λειψό σώμα μου. Αναρωτιέμαι τι είναι το σύνολο; Ζω στη μερικότητα της
προσωπικής μου οπτικής. Με τα λάθη μου αναμετριέμαι.

