Συνέντευξη στην Σόνια Ζαχαράτου
Η θεατρική συγγραφέας μιλάει στο ΒΗΜΑgazino για τον καρμικό έρωτα με τον Γιώργο Χειμωνά, για τις συνεργασίες της με τον Κάρολο Κουν και για τα ταξίδια
Ηταν η πρώτη φορά που είδα τη θεατρική συγγραφέα Λούλα Αναγνωστάκη
χωρίς γυαλιά. Ισα που πρόλαβα, δηλαδή, αφού συγχρόνως με τον βεβιασμένο
χαιρετισμό της, τα ζητούσε επίμονα από την κυρία που τη φροντίζει. Τα
φόρεσε και η ευκαιρία για μια συνέντευξη χωρίς γυαλιά χάθηκε. Εστρωσε με
τα λεπτά της δάχτυλα τα μαλλιά της και έκλεισε και την πορφυρόχρωμη
βελουδένια ρόμπα της που λίγο είχε ανοίξει, καθώς ήταν καθισμένη στην
πολυθρόνα της, απέναντι από την τηλεόραση.
Η Λούλα Αναγνωστάκη ίσως να μη χρειάζεται συστάσεις. Μοιάζει με θρύλο. Πενήντα χρόνια πέρασαν από τότε που πήγε στο Θέατρο Τέχνης - ή στο «υπόγειο», όπως συνηθίζαμε να το λέμε - και παρέδωσε δύο μονόπρακτά της στον Κάρολο Κουν. Εκείνος της είπε ότι ναι μεν του άρεσαν, αλλά έπρεπε να γράψει ένα επιπλέον για να συγκροτήσουν μια παράσταση. Γύρισε σπίτι και ξενύχτισε· και την επομένη το πρωί το είχε έτοιμο. Σε μια νύχτα, ένα ακόμη μονόπρακτο, «Η παρέλαση», εμπνευσμένο και από τη φυλάκιση του αδελφού της, του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, στο Γεντί Κουλέ, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο και απελευθερώθηκε το 1951 με τη γενική αμνηστία. Αυτά δεν τα ξεχνάει, καθώς λάτρευε τον αδελφό της. Οπως δεν ξεχνά όμως - και το χαίρεται ακόμη, χαμογελώντας με μια χαριτωμένη πονηριά - και το γεγονός ότι τότε, πριν από 50 χρόνια, κατόρθωσε να γράψει ένα έργο μέσα σε μια νύχτα. Γιατί έτσι άρχισε η θριαμβευτική είσοδός της στα θεατρικά πράγματα της χώρας.
Η Λούλα Αναγνωστάκη είναι η μόνη γυναίκα θεατρική συγγραφέας της μεταπολεμικής περιόδου που έγινε τόσο γνωστή. Οι θεατρόφιλοι δεν ήθελαν να χάσουν έργο της, γιατί συγκινούνταν από την αμεσότητα του λόγου της, την καθαρότητά του, τις αναφορές σε συλλογικές μνήμες, που δονούσαν κάποιο δικό τους κρυφό κομμάτι, και από την ψυχολογική προσέγγιση των ηρώων της. Τα κείμενά της ήταν εμμέσως πολιτικά και πολύ ανθρώπινα. Τα θέατρα γέμιζαν. Οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Εκείνη κρυβόταν πίσω από τα μαύρα γυαλιά της.
