από το κιτρινισμένο μου αρχείο...
[με σχόλιο για το δραματικό σήμερα]
Στο λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη διαβάζω
και αντιγράφω. αδειάζω: ... 3. [μτφ. αργκ.] Αφαιρώ από κάποιον το πλεονέκτημα ή το προβάδισμα, εξουδετερώνω, αφήνω έκθετο: ο
πρωθυπουργός άδειασε τον υπουργό του, κάνοντας δήλωση με την οποία
επέρριψε σε αυτόν τις ευθύνες για την αποτυχία της πολιτικής στον
γεωρικό τομέα. [αμετβ]...
Στην επόμενη έκδοση το παράδειγμα θα αλλάξει... Ο πρόεδρος άδειασε τον πρόεδρο "του" , κάνοντας δήλωση με την οποία επέρριψε σε αυτόν τις ευθύνες για την αποτυχία της πολιτικής στον γεωρικό τομέα. [αμετβ]...
Στην επόμενη έκδοση το παράδειγμα θα αλλάξει... Ο πρόεδρος άδειασε τον πρόεδρο "του" , κάνοντας δήλωση με την οποία επέρριψε σε αυτόν τις ευθύνες για την αποτυχία της πολιτικής στον γεωρικό τομέα. [αμετβ]...
