Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Απουσία γράφει η Αλεξάνδρα Μαυρίδου



Απουσία 
γράφει η Αλεξάνδρα Μαυρίδου

- Μην αργήσεις το βράδυ!
Λίγο πριν κλείσει την πόρτα πάντα η ίδια φράση. Βλαστημούσε μέσα της.
- Θα αργήσω. Και; Τι έγινε; Τι θα κάνεις; Απόψε θα αργήσω. Σαββατόβραδο είναι γαμώτο!
Δεν αργούσε ποτέ. Δώδεκα παρά πέντε ξεκλείδωνε την εξώπορτα. Δώδεκα παρά τρία την εσώπορτα. Δώδεκα και ένα ξανακλείδωνε από μέσα. Τον άκουγε να συγυρίζεται στο κρεβάτι, να παίρνει βαθιά ανάσα και πριν αποκοιμηθεί να ρωτάει.
- Γύρισες;
Απαντούσε χαμηλόφωνα, σχεδόν από μέσα της.
- Γύρισα.
Το έκανε επίτηδες για να μην ακούσει. Άκουγε κάθε φορά. Κάθε φορά.
Έμπαινε στο δωμάτιο όλο νεύρα. Ξεντυνόταν και ξεβαφόταν όλο νεύρα. Συντηρούσε την αγρύπνια της όλο νεύρα. Ώρες ατέλειωτες με τα μάτια ανοιχτά κοίταζε το ταβάνι. Κοιμόταν, όταν πια εκείνος ανακάτευε τον καφέ στο μπρίκι και ξερόβηχε με το πρώτο τσιγάρο. Κοιμόταν, όταν εκείνος ξυπνούσε. Έτσι για να πάει λίγο κόντρα στα θέλω και στα πρέπει του. Σηκωνόταν μεσημέρι.
- Άντε! Σε περίμενα να φάμε.
Την περίμενε συνέχεια για κάτι. Τι καταπίεση αφόρητη κάποιος να σε περιμένει!
- Πως πέρασες;
Πώς να περάσει; Με δυο ώρες έξοδο όλες κι όλες;
_ Καλά, αλλά ήταν λίγο.
-Λίγο; Μα έλειπες τόσες ώρες!
-Ναι… ναι… Καλά ήταν λοιπόν… Ας φάμε!
Πόσες ώρες; Πως τις μετράει; Αλλά που να ξέρει; Τις μισές τις περνούσε στο σπίτι της κολλητής. Να αλλάξει ρούχα, να αλλάξει μαλλιά, να μακιγιαριστεί, να βάλει άρωμα και πολλά δαχτυλίδια και σκουλαρίκια και ψηλά τακούνια. Να πιει κι ένα δυο σφηνάκια κονιάκ, που ξέμεινε από κάτι μνημόσυνα. Να γίνει αυτό που εκείνος δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Να γίνει γυναίκα, ερωτευμένη κι ερωτεύσιμη. Γυναίκα! Γυναίκα!
- Ας φάμε...
………………………
Τώρα πια κοντεύει τα σαράντα. Χάθηκε με την κολλητή. Δεν βγαίνει τα Σάββατα. Τρώει μόνη τα μεσημέρια. Κλειδώνει όποτε θέλει. Ξεκλειδώνει όποτε μπορεί. Κάθε που μπαίνει σπίτι –αργά είναι; νωρίς είναι; - μουρμουρίζει Γύρισα. Αφουγκράζεται μετά τη σιωπή.

- Γύρισα, μπαμπά. Γύρισα! Μ’ ακούς;

σημείωση: Η κα Αλεξάνδρα Μαυρίδου είναι φίλη μου. Γνωριστήκαμε στο διαδίκτυο και συναντιόμαστε πυκνά. Στην πραγματική ζωή δεν έτυχε ακόμα. Η ΑΠΟΥΣΙΑ της είναι ένα εξαιρετικό δείγμα καλής γραφής.

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Μάνος Λοΐζος από την μνήμη στην καρδιά

"Η μοναδική φορά που τον είδα από κοντά ήταν σε μια συναυλία τον Αύγουστο του 1980 στη Χώρα Μεσσηνίας, το χωριό της μητέρας μου. Όταν ανακοινώθηκε η συναυλία, η υπόσχεση του πατέρα μου ότι θα πηγαίναμε με έκανε να μην κοιμάμαι από τη χαρά μου!"  γράφει ο Θανάσης Συλιβός, στον πρόλογο του βιβλίου "Μάνος Λοΐζος, από την μνήμη στην καρδιά", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος...
Θυμάται ο ίδιος μια σημαντική, μια συγκλονιστική, μια μοναδική στιγμή. Θυμήθηκα τον στίχο του Διονύση Σαββόπουλου, "γεννήθηκα στη Σαλονίκη να δω τους ποιητές πρόλαβα εγώ..."και απάντησα ότι αρκεί μια νότα, ένας στίχος, ένα έργο, αρκεί ο χρωστήρας του ζωγράφου για να ενσταλλάξουν στην καρδιά ένα πάθος... Ο μικρός μαθητής του Δημοτικού - εννέα χρονών ήτανε τότε ο Συλιβός- το φύλαξε και ταξίδεψε μαζί του... 

Αν αρκεί και αρκεί μια στιγμή για το πάθος [τον έρωτα, τη φιλία, τ`όνειρο], απαιτούνται ώρες, μέρες, κόπος, υπομονή και μεράκι για να κάνεις ένα τέτοιο βιβλίο. Ο Θανάσης Συλιβός δούλεψε πολύ και καλά. Παρουσιάζει το δημιούργημά του - ο ίδιος σεμνός, γράφει ότι του ανήκει η επιμέλεια- με την πεποίθηση ότι δεν πρόδωσε τον παιδικό του μύθο... 

Ο τρόπος του Μάνου Λοΐζου ξεδιπλώνετε μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Κείμενα μικρά, καλογραμμένα συνθέτουν το βιογραφικό, αναπλάθουν την εποχή, παρουσιάζουν το έργο, ρίχνουν φως στην ζωή, πέφτουν στο σκοτάδι για τον θάνατό του... Μένει η αύρα του, η φωνή του, χάθηκε το χαμόγελό του... Γράφουν οι φίλοι, εκείνοι που συνεργάστηκαν μαζί του... Μένουν τα τραγούδια. 

Ο Συλιβός στέκεται στην γέννηση της Μυρσίνης. Τα στιχάκια που έγραψε ο Μάνος όταν έγινε πατέρας κοσμούν την παρούσα έκδοση. Το τελευταίο του γράμμα προς την κόρη του - ανατύπωση του χειρόγραφου- είναι η παρακαταθήκη που άφησε ο συνθέτης. Ο μελωδός στην μούσα του. Ο Συλιβός "παίζει" με την παιδική του ηλικία. Στο πρόσωπο της Μυρσίνης βλέπει τον μαθητή του Δημοτικού να βλέπει τον "Μάνο στην εξέδρα να διευθύνει και από κάτω ο κόσμος όρθιος να χειροκροτεί και να τραγουδά  Καλημέρα Ήλιε ". Γνωρίζει και ο ίδιος έχει τον "νου του στο παιδί..."

Η παρουσίαση στο Ηράκλειο αντάξια του βιβλίου. Το Λύκειο Ελληνίδων έφτιαξε μια φροντισμένη βραδιά. Η κ.Μαρία Αλεβιζάκη-Ταμιωλάκη, με μια εκτενή και ολοκληρωμένη ομιλία, έδωσε τα χαρακτηριστικά του βιβλίου. Η ύλη, η δομή του, το περιεχόμενο. Η αποστροφή της σε τίτλους των τραγουδιών του Λοΐζου, ήταν αρκετή για να γεμίσει η αίθουσα Ανδρόγεω του Δήμου Ηρακλείου, με ένα παρατεταμένο και ζεστό χειροκρότημα. Λιτός και δωρικός ο ίδιος ο Συλιβός -αφού ευχαρίστησε το Λύκειο για την τιμή της πρόσκλησης - αρκέστηκε να διαβάσει ένα απόσπασμα από μια συνέντευξη του συνθέτη στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ [27.Αυγούστου.1966][1]: "[...]Νιώθω τον εαυτό πολύ δεμένο μ`ορισμένα πράγματα. Από πολύ μικρός είδα παιδιά να πεινάνε και θεώρησα υποχρέωσή μου να μην το ξεχάσω ποτέ, να κάνω ό,τι μπορώ με την τέχνη μου για να λείψει αυτή η δυστυχία. [...] Μ`ενδιαφέρει να γράψω όχι ωραία πράγματα, αλλά πως θάρθω σ`επαφή με τον κόσμο που πονάει και αγωνίζεται[...]". Η φωνή του Νίκου Ανδρουλάκη με συνοδεία του Γιάννη Καγιαδάκη στο πιάνο, σε δέκα τραγούδια του συνθέτη ολοκλήρωσαν την παρουσίαση. 

Ξύπνησαν οι μνήμες... Άλλοι οι κώδικες της εποχής. Το ξέρει καλά ο Συλιβός. Επιμένει. Κρατά γερά τον Μετρονόμο του... Το περιοδικό και τις εκδόσεις. Το βιβλίο αξίζει. Είναι η διαδρομή ενός εννιάχρονου παιδιού στον κόσμο των ενηλίκων. Με σκευή ένα παραμύθι: Μια φορά κι ένα καιρό το "παποράκι του Μπουρνόβα"  συνάντησε ένα "Δελφίνι-δελφινάκι", στο ταξίδι για την "Τζαμάικα"...

Να μην ξεχάσω την πολύτιμη στήριξη στην διοργάνωση από το βιβλιοπωλείο ΚΙΧΛΗ με το βιβλίο αλλά και το αφιερωματικό τεύχος του περιοδικού Μετρονόμος για τον Μάνο Λοΐζο [τχ16, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2012]

Υγ. Ο Θανάσης Συλιβός με τιμά με την φιλία του. Γνωριστήκαμε όταν υπηρετούσαμε την πιο ηλίθια θητεία της ζωή μας, στις τάξεις του ελληνικού στρατού. Ρόδος 1997. Έκτοτε, όποτε συναντιόμαστε μοιραζόμαστε στιγμές από το κοινό μας μέλλον.


[1]: Ένα κεφάλαιο του βιβλίο -πολύτιμο όσο και όλα- καταγράφει τις σπάνιες συνεντεύξεις του συνθέτη.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Γιάννης Βαρβέρης: Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς

ποιητικό ανθολόγιο 2013 με κοσμήματα αγαπημένων εικαστικών...

για τον Ιούνιο: Τάσος Μαντζαβίνος 

Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς

Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα. 
Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο. Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί. 
– Είσαι καλά; Του λέω.
- Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι. 
– Άντε, στην υγειά σου, είπε. 
Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι. 
– Δεν πίνεις; Ρώτησα. 
– Εσύ να πιεις, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω....

Γιάννης Βαρβέρης, Πεταμένα Λεφτά, εκδόσεις Κέδρος 2005
Τάσος Μαντζαβίνος Ο ύπνος, λάδι σε μουσαμά, 40Χ50εκ. 

σημείωση:για το ποιητικό ανθολόγιο δείτε ε δ ώ  

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Όνειρο και πραγματικότητα...



Εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια δουλεύει σε ένα γωνιακό καφενείο στο κέντρο του Ηρακλείου.  Το μαγαζί πάει αρκετά καλά –ακόμα και μέσα στην κρίση- έχει εξασφαλισμένο ημερομίσθιο και κάποια ένσημα… Ο ιδιοκτήτης τύπος καθαρός –κάνανε μια συμφωνία και την κρατάνε- άνθρωπος της μισής κουβέντας. Την είπε πριν 19 χρόνια, όταν άνοιξε το μαγαζί, και με αυτήν πορεύεται. Οι παλιότεροι κάθε φορά εργαζόμενοι την μεταφέρουν στους… «νέους». Όλοι οι εργαζόμενοι είναι δική του επιλογή.

Ο πρωινός του καφενείου είναι ο υπεύθυνος των προμηθειών. Συνομιλεί με τους προμηθευτές, κάνει τις παραγγελίες, τους πληρώνει. Μπορεί –αν το θελήσει - να στήσει ένα μικρό κολπάκι… Κανονικά τιμολόγια αλλά να παραλαμβάνει  κάτι λιγότερο. Η διαφορά μισή μισή  με τον προμηθευτή… Εις βάρος του ιδιοκτήτη.

Βαριέται με τους τακτικούς πελάτες. Αργεί τις παραγγελίες. Φτάνει στα όρια της αγένειας… Λειτουργεί το δεύτερο κολπάκι:  Τους στέλνει στα διπλανά μαγαζιά…  Σε συμφωνία με τους «ανταγωνιστές» του, κερδίζει μικροποσά, αλλά κάθε μέρα, και ξεκούραση… Εις βάρος του ιδιοκτήτη.

Εκμεταλλεύεται τις χαμηλές τιμές του καφενείου. Τις στρογγυλοποιεί προς τα πάνω. Συμπληρώνει έτσι τα χαμηλά tips, εις βάρος της αξιοπιστίας του μαγαζιού και του ιδιοκτήτη.

Έβαλε στο κόλπο και την βραδινή βάρδια. Όχι γιατί είναι καλός, αλλά αν έχει συν…ενόχους θα έχει το κεφάλι του ήσυχο. Ως αρχηγός παίρνει το μεγαλύτερο μερίδιο – έχει επιφορτιστεί και το ιδεολογικό πασπάλισμα[1]- και με μεγάλη προσοχή μπάζει στο κόλπο κάθε φορά και έναν από τους « νέους ».

«Χέρι» στο ταμείο δεν βάζει κανείς…Κανείς δεν είναι…κλέφτης.

Όταν γυρίζει αργά το απόγευμα στο σπίτι του είναι κουρασμένος. Λίγο πριν τον απογευματινό του ύπνο κοιτάει τα πορτοφόλι του. Είναι γεμάτο: Το μεροκάματο είναι καλό – άσε τι λέει στους πιτσιρικάδες- τα tips αρκετά και οι μικροπρομήθειες, το συμπληρώνουν ικανοποιητικά… Με λιγότερη την κούραση πέφτει στο κρεβάτι…

Οι πιο υποψιασμένοι –άνθρωποι της πιάτσας – έχετε ήδη καταλάβει τι όνειρο βλέπει. Αλλά επειδή έχει και φίλους από την καλή κοινωνία –με γαλλικά και πιάνο- φίλες με αστική ευγένεια, προχωράει στον εφιάλτη…

«Τίποτα δεν μένει κρυφό. Ένα ωραίο πρωινό όλα έρχονται στο φως. Ο ιδιοκτήτης μαθαίνει τα κόλπα, ανακαλύπτει κρυφούς λογαριασμούς, βλέπει με τα μάτια του την πτώση του μαγαζιού του. Την ηθική κατάπτωση των υπαλλήλων του. Όλοι καταδικάζουν τον εγκέφαλο του κόλπου… Με φράσεις ακατονόμαστες… Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν χωρούν συναισθηματισμοί. »

[Την επόμενη φράση την περιμένετε όλες και όλοι…Ακριβώς] Ξυπνάει κάθιδρος! Όχι μόνο από τις τύψεις και τις ενοχές αλλά γιατί δεν αντέχει την συνέχεια. Φοβάται την αλήθεια.

[Η μεγάλη ανατροπή] Ο ιδιοκτήτης του καφενείου δεν απολύει κανέναν. Συστήνει ψυχραιμία και σύνεση. Ένας άλλος τρόπος είναι εφικτός. Ορίζει μιαν επιτροπή από παλιούς πελάτες να… κουβεντιάσουν τα δεδομένα, να σκεφτούν τι έφταιξε, να προτείνουν λύσεις…

Τους καφέδες και τα ποτά τους  εξακολουθεί να τα σερβίρει ο πρωινός λωποδυτάκος…

[1] «Μα μεροκάματο είναι αυτό που σας δίνει…» « Δεν έχετε και ένσημα…» «Το παίζει και μάγκας… Με τον ιδρώτα μας…» « Τι κάνουμε… «Δεν κλέβουμε τίποτα» παίρνουμε ένα μικρό κομμάτι αυτών που αξίζουμε…»

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Αυτοτελής διήγηση

Άνοιξες μια χαραμάδα μα φως δεν περνάει.

Τι να το εμποδίζει άραγε;
Το παρελθόν ή το μέλλον σου...

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Φωτογραφία

Ο χώρος, η μνήμη, ο χρόνος
-το τώρα και το αύριο-
καλύφθηκαν απ` την απέραντη ομορφιά.

Έμεινα στο άκρο του κάδρου.

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Έστειλαν μηνύματα στον ουρανό...

Έστειλαν μηνύματα στον ουρανό... 

 Έφτιαξαν τον χαρταετό τους... Χαρούμενα και όλα μαζί, τα παιδιά του 1ου Δημοτικού Σχολείου... Η δασκάλα τους έβαλα την ιδέα να στείλουν ψηλά ευχές, επιθυμίες, πιστεύοντας πως θα πραγματοποιηθούν... Σηκώσανε τα μάτια ψηλά... Μια ανάταση, μια ανάσταση! Το καθένα ας έψαχνε ή ας φανταζόταν κάτι το διαφορετικό... Το καθένα ας αναζητούσε τον δικό του θεό -είναι η ηλικία τέτοια...τα παιδιά πιστεύουν σε ουράνιους παππούληδες και σε κόκκινους αγίους... 

Μα η δική του χαρά αντάμωσε ξανά το συλλογικό... Και τον έστειλε  στα δικά τους πρώτα μαθητικά χρόνια, στο ίδιο σχολείο, το "Ανωγειανό"...  Η τάξη του 1978-79... 
Παιδιά, τι λέτε πετάμε  χαρταετό στην αυλή του σχολείου  μας;  Κι ας τον φτιάξουν τώρα τα δικά μας παιδιά, εμείς θα επιμένουμε να γράψουμε και τις ευχές και τα όνειρα μας. 

Ραντεβού λοιπόν, την Καθαρή Δευτέρα του 2014...

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Τέσσερις πολύ μικρές ιστορίες...



Ηράκλειο, 10. Κουτσοφλέβαρου. 2013

...απαντώ στις ερωτήσεις του μικρού Νικόλα-Κάρολου…

… Γεννήθηκα σε μια μικρή γειτονιά στο κέντρο του Ηρακλείου. Το πατρικό μου σπίτι βρισκόταν σε ένα πολύ στενό δρομάκι, ένα αδιέξοδο. Στα παιδικά μου μάτια αυτός ήταν ο κόσμος όλος. Μόλις τα κατάφερα… [το πώς είναι μια άλλη ιστορία] και ανέβηκα τα σκαλοπάτια της άλλης γειτονιάς… Η χαρά μου δεν περιγράφεται με περισσότερα λόγια.

…Η φίλη μου η Μαρία δεν ήρθε ούτε σήμερα στο σχολείο. Και στη γειτονιά δεν φάνηκε. Το παιγνίδι μου φάνηκε λειψό… Έμαθα – πολύ αργότερα – και πολύ αργότερα κατάλαβα… οι γονείς της μετακόμισαν – έφυγαν για άλλη χώρα – και η συμμαθήτρια μου θα έμενε με τη γιαγιά της στο χωριό. Λυπήθηκα…Δεν την έχω συναντήσει από τότε…

…Ο παππούς ανέβαινε πάντοτε για ύπνο…αμέσως μετά το μεσημεριανό φαγητό. Στάθηκε στη μέση της σκάλας  και ρώτησε τη μητέρα αν έφαγε ο Μανόλης…ο μικρός μου αδελφός! Για μένα δεν είχε ούτε μια κουβέντα. Δεν μ` αγαπούσε ο παππούς! Θύμωσα! Μα δεν το κράτησα για μένα. Τον ρώτησα…

Ο μπαμπάς σου –όταν ήταν παιδί- φοβόταν το σκοτάδι. Όπως όλα τα παιδιά που σέβονται τον εαυτό τους…

Ο μπαμπάς σου

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Απόσπασμα...

[...]
Πάμε στο μπάνιο μόνοι μας. Τα καταφέρνουμε -κάνουμε "μύτες" και ανάβουμε το φως.
Με ένα καρεκλάκι από το δωμάτιο μας, φτάνουμε ψηλά ως τον καθρέπτη.
[...]
-Μπαμπά! Μόνο όταν λείπει η Κ., θα μου δίνεις εσύ την οδοντόκρεμά μου!...
[...]
Σκέφτομαι... Ο πιο αθώος τρόπος να βάλεις την ομορφιά στη ζωή σου. 

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Στο παιδικό σου δωμάτιο...

 στην Κ.
[...] την ώρα που ο Δ. διηγούνταν την "περιπέτεια" της Ε. και του F. με την κόρη τους και το φίλο της... "μπήκα" -με την ασφάλεια της απόστασης, που δημιουργούσε η μπάρα του καφενείου- στη θέση του άγνωστου μου νεαρού[...]

Στο παιδικό σου δωμάτιο, πάνω από τα "αυτιά" του πατέρα σου.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ



 Αντέγραφα  –για να νοιώσω τη μαγεία της έκφρασης ή και από αφροσύνη του μεγέθους μου–  ποιήματα σε λευκές σελίδες.
Ενίοτε, αυτά τα μικρά σημειώματα των «ξένων», έπαιρναν το μοναχικό δρόμο των δικών μου προσώπων.
Ένοιωθα  να σμίγω ξεχασμένα απογέματα με το φως.
Ήξερα ότι έχω  ακόμη φίλους.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Η συνάντηση


«Τα τροχήλατα βήματά μου με οδηγούν στην γενέθλια γειτονιά», είχα διαβάσει κάπου – ίσως εδώ, σε τεύχος παλιότερο της Πυξίδας… Μια φράση που θα μπορούσα να την είχα γράψει κι εγώ… Μια φράση που θα ήθελα να την είχα γράψει εγώ.

Βαδίσω στα στενά της. Μικρά στοιχεία ενός ακάλυπτου παρελθόντος…

Μνήμες… Εικόνες στην άκρη της πόλης. Σπίτια χαμηλά, εγκαταλελειμμένο το παλιό νοσοκομείο… χορταριασμένες οι αυλές, να λείπουν οι άνθρωποι… Εδώ ήταν η ξυλαποθήκη του  κ. … και πλάτη με πλάτη τα κτήρια που στέγασαν τα όνειρα και το βιοπορισμό δύο μικρών εκδοτών εκείνης της μακρινής εποχής. Γκρεμίστηκαν…και ο ακάλυπτος χώρος καλύπτεται καθημερινά από τροχοφόρες ματαιοδοξίες πολλών κυβικών… [ξεπερνώ γρήγορα τις σκέψεις για την ανάγκη των χώρων στάθμευσης, αν μείνω θα χάσω τη μαγεία της αναπόλησης… ταυτόχρονα θα πρέπει να σκεφτώ πάλι και πάλι, ξανά και ξανά για τον τρόπο ζωής…ιδιοκτήτες τόσων ανέσεων που αγχώνει η τακτοποίησή τους…].

Ο φούρνος του… σήμερα μια «μοντέρνα» διώροφη  πολυκατοικία. Ακόμα μυρίζει  εφτάζυμο… Το σπίτι του γιατρού, πριν λίγες μέρες πέθανε η κυρία του… Η μεγάλη κλινική… Το νηπιαγωγείο… Με γρήγορο βήμα  κατέβηκα στην υπόγεια κάβα της παιδική μου ηλικίας,  για το κρασί του παππού – και ήπια την πρώτη γουλιά από την μποτίλια, μέχρι να γυρίσω στο σπίτι…

Διέτρεχα τα σοκάκια της και δύο παράλληλες ζωές…

Άκουγα τώρα μια νέα – άγνωστη γλώσσα… Οι νέοι ενοικιαστές έφεραν τα Βαλκάνια δίπλα μου… Και κάπνιζα πολύ. Με την πίπα του πατέρα μου… Πηγαίνω και έρχομαι… όπως περνά κανείς στο απέναντι πεζοδρόμιο μόλις αντικρίζει έναν παλιό του έρωτα… Ζικ – Ζακ η βόλτα μου. Κουραστική… Η καθηγήτρια Κ. να λείπει χρόνια,  η Α. να έχει ήδη φύγει για πάντα… [τη σκληρή που είναι και τούτη η απώλεια…].

Μια λεμονιά μεγαλώνει… Ανθίζει και καρπίζει, υπόσχεται ζωή! Ανεβαίνω την μικρή ανηφόρα. Στρωμένη με ένα σταμπωτό δάπεδο – μια ανάπλαση -  καθαρή με την φροντίδα των ανθρώπων της… Μα που να είναι οι ίδιοι; Είναι σίγουρος ότι είναι Κυριακή… Η κ. Κατίνα με τον κ. Γιάννη… ο κ. Μηνάς… Μα που να είναι όλοι τους… Δεν είναι νεκρή η γειτονιά: βλέπει ωραία κουρτινάκια στα μικρά εξωτερικά παράθυρα των σπιτιών, δύο ανθισμένα γεράνια στο μπαλκόνι απέναντι… Οι πόρτες είναι ανοικτές!

Ανάβω ένα ακόμα τσιγάρο…

-     « Τι λες για έναν καφέ; » Πριν προλάβω να απαντήσω – είχα χαθεί στη βόλτα μου – με καλεί ξανά:
-     «Μόλις κατέβασα τον δικό μου και ψάχνω παρέα.»  Δεν μπορούσα να αρνηθώ!  Ένα βήμα έκανα – η πόρτα  είναι ανοικτή – μια μικρή αυλή φανερώνεται… μια καρέκλα με περιμένει:
-   «Ευχαριστώ πολύ», κατάφερα να πω… μα ήδη με καλούσε  - μπροστά στην κουζίνα του – ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης του σπιτιού.
-     « Πως τον πίνεις;» 
-      « Σκέτο αν δεν σας κάνει κόπο!»
-       « Όλη η χαρά  δική μου! Να `χω  παρέα  τέτοια Κυριακή! Κανείς δεν μένει πια εδώ! »

Φοβήθηκα! Που να του εξηγώ σκέφτηκα. Ποιος είμαι, τι γυρεύω – σάμπως ήξερα – τι να του απαντώ…

Μα η μια έκπληξη πάνω στην άλλη! Καμιά ερώτηση. Σιωπηλός και γαλήνιος. Ήρεμος…σαν να διέτρεχε αναμνήσεις και δύο παράλληλες ζωές.

 Φέρνει τον καφέ, βγάζει τα τσιγάρα του και μια μαύρη πίπα – ίδια η δική μου – που έφερνα τώρα μπροστά μας για το επόμενο  τσιγάρο μου …

- «Από τον πατέρα μου την έχω»… Μια φράση, από δυό στόματα… Μια φράση, από τα απέναντι πεζοδρόμια της Κυριακάτικης μου βόλτας μου…

σημείωση: Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΥΞΙΔΑ, τχ.88, Μάρτιος 2010

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Αντίο ξέγνοιαστα απόβραδα…


Αντίο ξέγνοιαστα απόβραδα…
Με αυτή τη φράση μες στο κεφάλι, στα χείλη… αποχαιρετούσα πριν μερικές μέρες έναν φίλο της πρώτης νιότης. [Αν έρθει η δεύτερη…] Συμφοιτητής στη Φλώρινα,  σύντροφος της Εποχής [το έψιλον κεφαλαίο], μακρινός μες στην απόσταση της καθημερινότητας –αυτής της καθημερινότητας των τωρινών χρόνων. Η συνάντηση μας είχε τα στοιχεία ενός απόβραδου… τα πρώτα ούζα –εδώ έρχονται σίγουρα δεύτερα, τρίτα–  μνήμες, ποτά στη μπάρα, διηγήσεις και εξηγήσεις. Χρόνια χαμένα, στο μεσοδιάστημα, πτυχία, ο στρατός, «μια διαγραφή στην πλάτη»… γάμος. Κομμάτια –όχι ακόμα θρύψαλα–  ικανά να αγχώσουν το τελευταίο ποτό… το πρώτο απόβραδο της επαφής. Και ένα στοιχείο διαφορετικό από τα χρόνια της φοιτητικής αθωότητας: σήμερα στον επαγγελματικό στίβο… ανταγωνιστές είμαστε[…]
Η παρέα μας ήταν πολύ καλή. Αποφύγαμε την νοσταλγία… αν και θυμηθήκαμε την Κατερίνα, την Ξανθή και την Μερόπη με τις παγωμένες φράουλες στην εξεταστική. Το κλίμα διαμορφώθηκε από τη συγκυρία[…] Απουσίαζε η πίεση για αποφάσεις, η κουβέντα κύλησε, πιάσαμε το νήμα, βρέθηκαν ταυτότητες…
Ο κυκλικός δρόμος της αριστεράς να σπάσει σε πολυδαίδαλες σπείρες που να συναντούν την κοινωνία των χαμένων πολιτών . Τρέξαμε στον Πατρίκιο και στην νέα του συλλογή « Σε βρίσκει η ποίηση». Οι νομοτέλειες που μας βασάνιζαν έχουν χαθεί μα όχι η πίστη για την κάθε μικρή αλλαγή ή την κάθε σκέψη και την  διάθεση να παραμείνουμε αξιοπρεπείς … απέναντι στους εαυτούς μας, απέναντι στον Άλλον .
Το ποτό ως μαγνήτης μας γύριζε στο σήμερα. Τα απόβραδα των χθεσινών φαντασιώσεων επανερχόταν στο παρόν. Θυμηθήκαμε τον Σαμπατακάκη,  που γιαουρτώνοντας τον Αναστασιάδη είχε πει « άλλο να μιλάς κι άλλο να κάνεις έρωτα »… άλλο να βλέπεις κι άλλο να γεύεσαι .
Κρατήσαμε  λίγο ακόμα τις θέσεις μας στο μπαρ  - ένα ποτό με μια πρέζα ευτυχίας–  για κάποιους συντρόφους που θυμούνται και ζουν με  τους ποιητές,  για κάποιες συντροφικές στιγμές ποίησης.
Απαγγείλαμε  Μανούσο  Φάσση :

« Στο ξενοδοχείο Macedonia
 πλάγιασα σε μεταξωτά σεντόνια
 είχανε και μεταξωτές κουβέρτες
 κι είπα φέρτες .

Είπα  και στη ρεσεψιονίστα
πως με έπιασε μεγάλη νύστα .
Θέλω άνεση σουίτας
είμαι ποιητής της ήττας » .

Τα χρόνια είτε φεύγουν είτε έρχονται, αφήνουν σημάδια,  σκληραίνουν τα χαρακτηριστικά,  χαράζουν αλλιώτικα τις γωνίες του προσώπου. Μικροδιαφωνίες ή άλλη οπτική για την[…]. Του πρότεινα να […].  Ελπίζω να το θυμάται… είχε ξημερώσει,  χωρίσαμε χωρίς να αλλάξουμε τα ονόματα μας…

Σε φιλώ
Α. ΣΤΕΓΟΣ