Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Σελιδοδείκτης 18.04.2016



Σελιδοδείκτης 94ος

ΡΟΜΠΕΡΤ ΒΑΛΖΕΡ
Ο Περίπατος
μετάφραση ΤΕΟΣ ΒΟΤΣΟΣ
επιμέλεια σειράς ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ
Εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2011

γράφει η Μαρία Τοπάλη

Η πεμπτουσία της αφήγησης


Ελα να περπατήσεις μαζί μου, αναγνώστη! απηχεί κάθε παράγραφος του μοναχικού «Περιπάτου». Κάθε λέξη - χέρι που απλώνεται να πιάσει το δικό μας, βήμα που συντονίζεται στο πλάι μας, δάχτυλο που με ενθουσιασμό ή αποστροφή μας δείχνει κάτι. Ο κόσμος γύρω ολοζώντανος. Δικαιωματικά τον διασχίζουμε. Για χάρη μας υφίστανται όλες οι λεπτομέρειες, η φύση, τα κτίρια, οι δραστηριότητες, οι αποχρώσεις ήχων και χρωμάτων. Οχι για να τα καταναλώσουμε βουλιμικά και ασυναίσθητα. Μα για να περπατήσουμε ανάμεσά τους, να τα νιώσουμε, να τα μετασχηματίσουμε σε λόγο. Να τους επιτρέψουμε να ξαναϋπάρξουν σε ένα ανώτερο επίπεδο - χάρη στη συγγραφική μεσολάβηση.

Στον «Περίπατό» του ο Βάλζερ (1878-1956), σχεδόν άγνωστος ακόμη στην Ελλάδα αλλά πολύ σπουδαίος γερμανόφωνος συγγραφέας, συντονίζεται με τον τρόπο του Μπένγιαμιν να περιπλανιέται δήθεν άσκοπα στις πόλεις και στη φύση, με τον τρόπο του Ρίλκε που συνειδητά τρέπει την Κτίση σε λέξεις, με τη λεπτή αίσθηση των πραγμάτων του δικού μας Παπαδιαμάντη. Να προχωράς, αναγνώστη, μαζί με τον συγγραφέα «στον φωτεινό και φιλικό πρωινό κόσμο, χωρίς να βιάζεσαι, χαλαρά, με μυαλό καθαρό, ανάλαφρα, στοχαστικά και ήρεμα…». Το ευάλωτο από τη διαγνωσμένη ως ασθένεια υπερευαισθησία του βαλζερικό ταμπεραμέντο εκτίθεται γενναία και αναμεταδίδει με δημοσιογραφική ακρίβεια και ταυτοχρονία, κάθε στιγμιότυπο. Από τον φιλικό κόσμο του πρωινού ίσαμε τη μελαγχολία που σκορπά το βράδυ, ο περιπατητής μας χαρίζει επίμοχθα την κάθε του στιγμή. Η συνθήκη του μόχθου του τονίζεται με έμφαση, όταν η αφήγηση μπαίνει στο τελευταίο τρίτο της. Για να προσλάβεις, εσύ, αναγνώστη, τα πάθη μου «ανάλαφρα, στοχαστικά και ήρεμα» πρέπει εγώ, ο συγγραφέας, εγώ, ο περιπατητής, να παλέψω σκληρότατα. Να σκοτώσω άγριους δράκους εντός και εκτός. Ο Βάλζερ ανεβάζει ξαφνικά τον τόνο. Ζει, λέει, μετρημένα και φτωχικά, σαν το «ποντίκι των αγρών». Δέχεται κάπου-κάπου καμιά χορηγία, «αλλά το δώρο δεν αποτελεί εισόδημα». Περπατά αδιάκοπα, όχι επειδή είναι αργόσχολος, όπως υπαινίσσεται ο εφοριακός υπάλληλος, αλλά για να αντλήσει τα περιεχόμενα των γραπτών «αναφορών» του.

Ετσι βλέπει το έργο του ο μοναχικός, ο φτωχούλης, ο γενναίος: ως αναφορά προς τους αναγνώστες για ό, τι γύρω του συμβαίνει, θαυμαστό και μη. Αγώνας σκληρός είναι η δουλειά του κι απαιτεί «πνεύμα, αφοσίωση και πίστη». Και πώς να μην τον πιστέψουμε όταν έχουμε ήδη με τη βοήθειά του τρυγήσει ανεπανάληπτα στιγμιότυπα, από τη βιτρίνα του καπελάδικου μέχρι το γεύμα με την πνευματώδη κυρία, και από το χασάπικο μέχρι το φιάσκο του ραφτάδικου.

Το βιβλίο, στη δίγλωσση ελληνική έκδοση, αποτελεί φόρο τιμής στην πεμπτουσία της σύγχρονης αφηγηματικής τέχνης.




Ο Ρόμπερτ Βάλζερ γεννήθηκε στο Μπιλ της Ελβετίας το 1878. Στα δεκαεφτά του εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι αρχίζοντας μια ζωή γεμάτη περιπλανήσεις. Κάνει διάφορα επαγγέλματα αλλάζοντας διαρκώς τόπους διαμονής. Μόνο το γράψιμο τον συνεπαίρνει και το 1904 εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο: "Οι εκθέσεις του Φριτς Κόχερ". Στη συνέχεια κι ενώ ζει στο Βερολίνο εκδίδει τρία μυθιστορήματα: "Τα αδέλφια Τάνερ", "Ο παραγιός" και "Γιάκομπ φον Γκούντεν". Γίνεται ευρύτερα γνωστός και καταφέρνει να κερδίσει το θαυμασμό του Μούζιλ, του Κάφκα, του Έσσε και του Μπένγιαμιν. Ζει μοναχικά γράφοντας μικρά πεζά ή ποιήματα και κάνοντας μακρινούς περιπάτους ("Κάθε φορά που παίρνω τους δρόμους ερωτεύομαι πάραυτα"). Υποφέρει από κρίσεις κατάθλιψης και παραισθήσεις που τον οδηγούν σε επανειλημμένες απόπειρες αυτοκτονίας. Επιβαρυμένος από το φάσμα της τρέλας (η μητέρα του πέθανε "πνευματικά ασταθής", ένας του αδελφός αυτοκτονεί κι ένας άλλος πεθαίνει σε ίδρυμα για ψυχασθενείς) αποφασίζει το 1929 τον εκούσιο εγκλεισμό του σε νευρολογική κλινική στο Βαλντάου. Στη συνέχεια μεταφέρεται στο φρενολογικό ίδρυμα του Χεριζάου, όπου η κατάθλιψή του διαγνώστηκε λανθασμένα ως σχιζοφρένεια. Εκεί, το 1956, βρήκε το θάνατο κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου στο χιόνι. Από το 1933 έως το θάνατό του, για 22 ολόκληρα χρόνια, δεν έγραψε απολύτως τίποτα. Άλλωστε, όπως έλεγε και ο ίδιος: "Δεν είμαι εδώ για να γράφω, αλλά για να τρελαθώ".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου