Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Η συνάντηση


«Τα τροχήλατα βήματά μου με οδηγούν στην γενέθλια γειτονιά», είχα διαβάσει κάπου – ίσως εδώ, σε τεύχος παλιότερο της Πυξίδας… Μια φράση που θα μπορούσα να την είχα γράψει κι εγώ… Μια φράση που θα ήθελα να την είχα γράψει εγώ.

Βαδίσω στα στενά της. Μικρά στοιχεία ενός ακάλυπτου παρελθόντος…

Μνήμες… Εικόνες στην άκρη της πόλης. Σπίτια χαμηλά, εγκαταλελειμμένο το παλιό νοσοκομείο… χορταριασμένες οι αυλές, να λείπουν οι άνθρωποι… Εδώ ήταν η ξυλαποθήκη του  κ. … και πλάτη με πλάτη τα κτήρια που στέγασαν τα όνειρα και το βιοπορισμό δύο μικρών εκδοτών εκείνης της μακρινής εποχής. Γκρεμίστηκαν…και ο ακάλυπτος χώρος καλύπτεται καθημερινά από τροχοφόρες ματαιοδοξίες πολλών κυβικών… [ξεπερνώ γρήγορα τις σκέψεις για την ανάγκη των χώρων στάθμευσης, αν μείνω θα χάσω τη μαγεία της αναπόλησης… ταυτόχρονα θα πρέπει να σκεφτώ πάλι και πάλι, ξανά και ξανά για τον τρόπο ζωής…ιδιοκτήτες τόσων ανέσεων που αγχώνει η τακτοποίησή τους…].

Ο φούρνος του… σήμερα μια «μοντέρνα» διώροφη  πολυκατοικία. Ακόμα μυρίζει  εφτάζυμο… Το σπίτι του γιατρού, πριν λίγες μέρες πέθανε η κυρία του… Η μεγάλη κλινική… Το νηπιαγωγείο… Με γρήγορο βήμα  κατέβηκα στην υπόγεια κάβα της παιδική μου ηλικίας,  για το κρασί του παππού – και ήπια την πρώτη γουλιά από την μποτίλια, μέχρι να γυρίσω στο σπίτι…

Διέτρεχα τα σοκάκια της και δύο παράλληλες ζωές…

Άκουγα τώρα μια νέα – άγνωστη γλώσσα… Οι νέοι ενοικιαστές έφεραν τα Βαλκάνια δίπλα μου… Και κάπνιζα πολύ. Με την πίπα του πατέρα μου… Πηγαίνω και έρχομαι… όπως περνά κανείς στο απέναντι πεζοδρόμιο μόλις αντικρίζει έναν παλιό του έρωτα… Ζικ – Ζακ η βόλτα μου. Κουραστική… Η καθηγήτρια Κ. να λείπει χρόνια,  η Α. να έχει ήδη φύγει για πάντα… [τη σκληρή που είναι και τούτη η απώλεια…].

Μια λεμονιά μεγαλώνει… Ανθίζει και καρπίζει, υπόσχεται ζωή! Ανεβαίνω την μικρή ανηφόρα. Στρωμένη με ένα σταμπωτό δάπεδο – μια ανάπλαση -  καθαρή με την φροντίδα των ανθρώπων της… Μα που να είναι οι ίδιοι; Είναι σίγουρος ότι είναι Κυριακή… Η κ. Κατίνα με τον κ. Γιάννη… ο κ. Μηνάς… Μα που να είναι όλοι τους… Δεν είναι νεκρή η γειτονιά: βλέπει ωραία κουρτινάκια στα μικρά εξωτερικά παράθυρα των σπιτιών, δύο ανθισμένα γεράνια στο μπαλκόνι απέναντι… Οι πόρτες είναι ανοικτές!

Ανάβω ένα ακόμα τσιγάρο…

-     « Τι λες για έναν καφέ; » Πριν προλάβω να απαντήσω – είχα χαθεί στη βόλτα μου – με καλεί ξανά:
-     «Μόλις κατέβασα τον δικό μου και ψάχνω παρέα.»  Δεν μπορούσα να αρνηθώ!  Ένα βήμα έκανα – η πόρτα  είναι ανοικτή – μια μικρή αυλή φανερώνεται… μια καρέκλα με περιμένει:
-   «Ευχαριστώ πολύ», κατάφερα να πω… μα ήδη με καλούσε  - μπροστά στην κουζίνα του – ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης του σπιτιού.
-     « Πως τον πίνεις;» 
-      « Σκέτο αν δεν σας κάνει κόπο!»
-       « Όλη η χαρά  δική μου! Να `χω  παρέα  τέτοια Κυριακή! Κανείς δεν μένει πια εδώ! »

Φοβήθηκα! Που να του εξηγώ σκέφτηκα. Ποιος είμαι, τι γυρεύω – σάμπως ήξερα – τι να του απαντώ…

Μα η μια έκπληξη πάνω στην άλλη! Καμιά ερώτηση. Σιωπηλός και γαλήνιος. Ήρεμος…σαν να διέτρεχε αναμνήσεις και δύο παράλληλες ζωές.

 Φέρνει τον καφέ, βγάζει τα τσιγάρα του και μια μαύρη πίπα – ίδια η δική μου – που έφερνα τώρα μπροστά μας για το επόμενο  τσιγάρο μου …

- «Από τον πατέρα μου την έχω»… Μια φράση, από δυό στόματα… Μια φράση, από τα απέναντι πεζοδρόμια της Κυριακάτικης μου βόλτας μου…

σημείωση: Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΥΞΙΔΑ, τχ.88, Μάρτιος 2010

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Αντίο ξέγνοιαστα απόβραδα…


Αντίο ξέγνοιαστα απόβραδα…
Με αυτή τη φράση μες στο κεφάλι, στα χείλη… αποχαιρετούσα πριν μερικές μέρες έναν φίλο της πρώτης νιότης. [Αν έρθει η δεύτερη…] Συμφοιτητής στη Φλώρινα,  σύντροφος της Εποχής [το έψιλον κεφαλαίο], μακρινός μες στην απόσταση της καθημερινότητας –αυτής της καθημερινότητας των τωρινών χρόνων. Η συνάντηση μας είχε τα στοιχεία ενός απόβραδου… τα πρώτα ούζα –εδώ έρχονται σίγουρα δεύτερα, τρίτα–  μνήμες, ποτά στη μπάρα, διηγήσεις και εξηγήσεις. Χρόνια χαμένα, στο μεσοδιάστημα, πτυχία, ο στρατός, «μια διαγραφή στην πλάτη»… γάμος. Κομμάτια –όχι ακόμα θρύψαλα–  ικανά να αγχώσουν το τελευταίο ποτό… το πρώτο απόβραδο της επαφής. Και ένα στοιχείο διαφορετικό από τα χρόνια της φοιτητικής αθωότητας: σήμερα στον επαγγελματικό στίβο… ανταγωνιστές είμαστε[…]
Η παρέα μας ήταν πολύ καλή. Αποφύγαμε την νοσταλγία… αν και θυμηθήκαμε την Κατερίνα, την Ξανθή και την Μερόπη με τις παγωμένες φράουλες στην εξεταστική. Το κλίμα διαμορφώθηκε από τη συγκυρία[…] Απουσίαζε η πίεση για αποφάσεις, η κουβέντα κύλησε, πιάσαμε το νήμα, βρέθηκαν ταυτότητες…
Ο κυκλικός δρόμος της αριστεράς να σπάσει σε πολυδαίδαλες σπείρες που να συναντούν την κοινωνία των χαμένων πολιτών . Τρέξαμε στον Πατρίκιο και στην νέα του συλλογή « Σε βρίσκει η ποίηση». Οι νομοτέλειες που μας βασάνιζαν έχουν χαθεί μα όχι η πίστη για την κάθε μικρή αλλαγή ή την κάθε σκέψη και την  διάθεση να παραμείνουμε αξιοπρεπείς … απέναντι στους εαυτούς μας, απέναντι στον Άλλον .
Το ποτό ως μαγνήτης μας γύριζε στο σήμερα. Τα απόβραδα των χθεσινών φαντασιώσεων επανερχόταν στο παρόν. Θυμηθήκαμε τον Σαμπατακάκη,  που γιαουρτώνοντας τον Αναστασιάδη είχε πει « άλλο να μιλάς κι άλλο να κάνεις έρωτα »… άλλο να βλέπεις κι άλλο να γεύεσαι .
Κρατήσαμε  λίγο ακόμα τις θέσεις μας στο μπαρ  - ένα ποτό με μια πρέζα ευτυχίας–  για κάποιους συντρόφους που θυμούνται και ζουν με  τους ποιητές,  για κάποιες συντροφικές στιγμές ποίησης.
Απαγγείλαμε  Μανούσο  Φάσση :

« Στο ξενοδοχείο Macedonia
 πλάγιασα σε μεταξωτά σεντόνια
 είχανε και μεταξωτές κουβέρτες
 κι είπα φέρτες .

Είπα  και στη ρεσεψιονίστα
πως με έπιασε μεγάλη νύστα .
Θέλω άνεση σουίτας
είμαι ποιητής της ήττας » .

Τα χρόνια είτε φεύγουν είτε έρχονται, αφήνουν σημάδια,  σκληραίνουν τα χαρακτηριστικά,  χαράζουν αλλιώτικα τις γωνίες του προσώπου. Μικροδιαφωνίες ή άλλη οπτική για την[…]. Του πρότεινα να […].  Ελπίζω να το θυμάται… είχε ξημερώσει,  χωρίσαμε χωρίς να αλλάξουμε τα ονόματα μας…

Σε φιλώ
Α. ΣΤΕΓΟΣ