Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Α.ΣΤΕΓΟΣ [ Αύριο όλα θα έχουν ξεχαστεί ]



ποιητικό ανθολόγιο


Αύριο όλα θα έχουν ξεχαστεί
Τα σήμαντρα των εκκλησιών
Το φιλί της προδοσίας
Η απουσία.

Αύριο όλα θα έχουν ξεχαστεί.
 
Η μέρα θα σηκωθεί και θα κινήσει
Θα είναι πάλι η πρώτη μέρα
Μετά την καταστροφή.




Α.ΣΤΕΓΟΣ  από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή ΚΙΒΩΤΙΑ ΣΧΗΜΑΤΑ

φωτογραφία και ζωγραφιά "τετράδιο εξόδου"

Ιστορία 52η Είμασταν πολύ νέοι και οι δύο,πολύ ερωτευμένοι,είχε μπλε μάτια και άσπρο πρόσωπο,φορούσε σανδάλια,φούστα και κόκκινο μεταξωτό φουλάρι,γελούσε απίστευτα ωραία και την έλεγαν Μαρία.Και ήταν Κυριακή,βγάλαμε εισιτή- ριο τρίτης θέσης-δεν είχαμε λεφτά-φτάσαμε στον Πλα- ταμώνα,πήραμε μια βάρκα,ανοιχτήκαμε βαθιά,βουτήξα- με,κολυμπήσαμε μια ώρα,ανεβήκαμε στη βάρκα,ήπιαμε έξι πορτοκαλάδες,της είπα :''Θα σε παντρευτώ΄΄,γέλασε και με φίλησε και ρώτησε :''Γιατί''. Γυρίσαμε με τη βάρκα, καθίσαμε σε μια ταβέρνα με καλαμαράκια και μπύρα,βά- λαμε τα ρούχα,την φίλησα στα αλμυρά χείλη της,και προς την δύση του ηλίου,πήραμε το τρένο και γυρίσαμε...'Ηταν νύχτα,την συνόδευσα στο εξοχικό της σπίτι,ο στερνός δρό- μος μύριζε λουλούδια και σε έναν κήπο κάναμε έρωτα. Πηγή: www.lifo.grΙστορία 52η Είμασταν πολύ νέοι και οι δύο,πολύ ερωτευμένοι,είχε μπλε μάτια και άσπρο πρόσωπο,φορούσε σανδάλια,φούστα και κόκκινο μεταξωτό φουλάρι,γελούσε απίστευτα ωραία και την έλεγαν Μαρία.Και ήταν Κυριακή,βγάλαμε εισιτή- ριο τρίτης θέσης-δεν είχαμε λεφτά-φτάσαμε στον Πλα- ταμώνα,πήραμε μια βάρκα,ανοιχτήκαμε βαθιά,βουτήξα- με,κολυμπήσαμε μια ώρα,ανεβήκαμε στη βάρκα,ήπιαμε έξι πορτοκαλάδες,της είπα :''Θα σε παντρευτώ΄΄,γέλασε και με φίλησε και ρώτησε :''Γιατί''. Γυρίσαμε με τη βάρκα, καθίσαμε σε μια ταβέρνα με καλαμαράκια και μπύρα,βά- λαμε τα ρούχα,την φίλησα στα αλμυρά χείλη της,και προς την δύση του ηλίου,πήραμε το τρένο και γυρίσαμε...'Ηταν νύχτα,την συνόδευσα στο εξοχικό της σπίτι,ο στερνός δρό- μος μύριζε λουλούδια και σε έναν κήπο κάναμε έρωτα.
Ιστορία 52η Είμασταν πολύ νέοι και οι δύο,πολύ ερωτευμένοι,είχε μπλε μάτια και άσπρο πρόσωπο,φορούσε σανδάλια,φούστα και κόκκινο μεταξωτό φουλάρι,γελούσε απίστευτα ωραία και την έλεγαν Μαρία.Και ήταν Κυριακή,βγάλαμε εισιτή- ριο τρίτης θέσης-δεν είχαμε λεφτά-φτάσαμε στον Πλα- ταμώνα,πήραμε μια βάρκα,ανοιχτήκαμε βαθιά,βουτήξα- με,κολυμπήσαμε μια ώρα,ανεβήκαμε στη βάρκα,ήπιαμε έξι πορτοκαλάδες,της είπα :''Θα σε παντρευτώ΄΄,γέλασε και με φίλησε και ρώτησε :''Γιατί''. Γυρίσαμε με τη βάρκα, καθίσαμε σε μια ταβέρνα με καλαμαράκια και μπύρα,βά- λαμε τα ρούχα,την φίλησα στα αλμυρά χείλη της,και προς την δύση του ηλίου,πήραμε το τρένο και γυρίσαμε...'Ηταν νύχτα,την συνόδευσα στο εξοχικό της σπίτι,ο στερνός δρό- μος μύριζε λουλούδια και σε έναν κήπο κάναμε έρωτα. Πηγή: www.lifo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου