Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Και για μεταρρυθμίσεις, ποιος θα μιλήσει;

γράφει ο Θανάσης Μαχιάς 

Στην Ελλάδα των στρεβλώσεων θεωρήθηκε ότι τα μνημόνια έφεραν την κρίση και όχι το αντίστροφο. Με παρόμοιο τρόπο έχει θεωρηθεί ότι τα μέτρα που συμφωνούνται ταυτίζονται με τις μεταρρυθμίσεις και τις πολιτικές. Αντίθετα οι μεταρρυθμίσεις ξεκινούν από το πώς αυτά θα εφαρμοστούν.

Σε λίγους μήνες θα κληθούμε να εφαρμόσουμε την φορολογία των αγροτών, μέτρο στο οποίο δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς, πλην βεβαίως των πληττομένων. Είναι όμως εκπληκτική η απουσία της συζήτησης για την πολιτική ή σωστότερα των πολιτικών που σκοπεύουν να εφαρμόσουν τα κόμματα, που περιορίζονται απλά και μόνο να αντιδικούν και να αλληλοκατηγορούνται για το ποιος έφερε το μέτρο. Αν η συζήτηση περιοριστεί στη τεχνοκρατική διάρθρωση της είσπραξης των φόρων και δεν επικεντρωθεί στο πού θα στοχεύει και ποιά αναδιάρθρωση θα εξυπηρετεί, μόνο σε στρεβλώσεις θα οδηγήσει.


Η απουσία συζήτησης προκαλεί την βάσιμη υποψία ότι πρόκειται να εφαρμοστεί μια φορολογία που στη βάση της απλά θα συντηρεί την υφιστάμενη κατάσταση και άρα θα «χτυπά» τη νεοτερικότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κύρια πολιτική που έχει ακουστεί (και κυριαρχεί) είναι η λαϊκιστική πρόταση (δεξιά, εθνικιστική θα την χαρακτήριζα) «να επαναποκτήσουμε επάρκεια σε τρόφιμα» (φαντάζομαι σε σιτάρι, καλαμπόκι, γάλα κ.λ.π). Δεν ξέρω αν η πρόταση αυτή στηρίζεται πουθενά αλλού εκτός από αταβιστικές επιθυμίες, αλλά πολύ αμφιβάλω αν η ελληνική επικράτεια μπορεί να συντηρήσει τα 12-13 εκατ. που κατοικούν σήμερα σε αυτήν (χωρίς να συνυπολογίσουμε τους τουρίστες). Ποτέ εξ’ άλλου στο παρελθόν (αν δεν κάνω λάθος), ο συγκεκριμένος γεωγραφικός χώρος δεν «έθρεψε» πάνω από 5-6 εκατ. και πάντα ζούσε από το εμπόριο. Μια άλλη (υφέρπουσα) πολιτική είναι η διατήρηση και ενίσχυση της υπάρχουσας κατάστασης με διανομή κρατικών χωραφιών κατά τα πρότυπα των αρχών του προηγούμενου αιώνα.

Το ερώτημα που πιστεύω ότι πρέπει να απαντηθεί σήμερα είναι πώς εντάσσεται η ελληνική γεωργία σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Ποιά είναι η θέση της σε ένας κόσμο με ανοιχτές, χωρίς δασμούς οικονομίες; Όσο και να χτυπηθούμε, το ελληνικό μπαμπάκι θα είναι ακριβό και δεν θα γίνει φτηνό και ανταγωνιστικό, όπως ακριβά θα είναι και τα περισσότερα αγροτικά προϊόντα. Τα εκτός εποχής λεμόνια της Χιλής θα είναι πάντα φτηνότερα. Για να έχουμε φτηνά ψάρια θα πρέπει να τα παράγουμε σε ιχθυοκαλλιέργειες και να τα εισάγουμε (πάνω από το 80% των αγρίων ψαριών που τρώμε είναι εισαγόμενο). Να κλειστούμε στην δική μας αγορά, σημαίνει ακριβά ανεπαρκή τρόφιμα και άρα μια μεγάλη οικονομική επιβάρυνση των φτωχών στρωμάτων με άμεσες επιπτώσεις στην διατροφή τους.

Ο σχεδιασμός νέων πολιτικών θα πρέπει να απαντά σε ερωτήματα όπως: Ποια η θέση της χώρας στο διεθνή καταμερισμό τροφών και γεωργικών προϊόντων ώστε να είναι ανταγωνιστικά; Πώς εντάσσονται τα προϊόντα μας (π.χ. λάδι, εσπεριδοειδή …) στην τοπική, ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά και στον διεθνή καταμερισμό παραγωγής τροφίμων; Έχει νόημα να προστατεύουμε την ελληνική κτηνοτροφία απέναντι στις λίμνες γάλακτος της υπόλοιπης Ευρώπης; Αν ναι, πώς, γιατί και για πόσο; Όλα προϋποθέτουν πρώτα από όλα επιλογές, πολιτικές επιλογές, που μπορεί να είναι (θεμιτά) διαφορετικές.

Είχα δει μελέτες και αναλύσεις που θεωρούσαν ότι το βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι η αξιοποίηση της τεράστιας βιοποικιλότητάς της χλωρίδας της. Το αν θα κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση ή την λαϊκιστική (της τροφικής επάρκειας) είναι, για παράδειγμα, μια βασική πολιτική επιλογή που επηρεάζει καθοριστικά την εφαρμογή της αγροτικής φορολογίας.

Συμφώνα με τις αναλύσεις, η αξιοποίηση της βιοποικιλότητας μεταφραζόταν σε στροφή της γεωργίας και της κτηνοτροφίας σε εξειδικευμένα προϊόντα (θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε «άχρηστα» ή «πολυτελείας»): λουλούδια, αρωματικά βότανα, κρόκο, κλαδιά, γάλα γαϊδάρας κ.ο.κ. (τα επιλέγω επίτηδες για να σοκάρουν). Το ανέκδοτο είναι ότι αυτή η πολιτική επιλέχθηκε, αλλά ουσιαστικά δεν εφαρμόστηκε, ένα ακόμα δείγμα της ανερμάτιστης τακτικής που μας έφερε μέχρι εδώ (και συνεχίζουμε). Ενταγμένες σε αυτό τον σχεδιασμό ήταν και η δημιουργία ανθοκομικών σχολών που τόσο λοιδορήθηκαν το προηγούμενο διάστημα στην αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης. Όλα τα παραπάνω εξαγγέλθηκαν, δεν υλοποιήθηκαν, απαξιώθηκαν και ξεχάστηκαν: ο μετασχηματισμός δεν έγινε, το σχέδιο δεν εξηγήθηκε, οι ανθοκομικές πολλαπλασιάστηκαν επικίνδυνα. Κανείς δεν κατάλαβε γιατί έγιναν, οι απόφοιτοι δεν έβρισκαν δουλειά, κανείς δεν ήθελε να μπαίνει σε αυτές. Έγιναν και σύμβολο των σχολών που ήταν άχρηστες και έπρεπε να κλείσουν. Ο σχεδιασμός στον ένα τομέα δεν επικοινωνούσε (-νει) στον άλλο δίνοντας τροφή στο λαϊκισμό της μιας ή της άλλης πλευράς. Το σχέδιο όμως φαίνεται πάντα επίκαιρο.

Οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις αξιοποιήθηκαν για να αυξήσουμε την παραγωγή του μπαμπακιού που κατέστρεψε και καταστρέφει τον υδροφόρο ορίζοντα του Θεσσαλικού κάμπου. Στη συνέχεια θελήσαμε να εκτρέψουμε και τον Αχελώο για να παίρνουμε επιδοτήσεις για ένα προϊόν που κανείς δεν το ήθελε ούτε θα το θέλει. (Τα θερμοκήπια εξ’ άλλου και άλλες καλλιέργειες θέλουν κόπο). Η ίδια η φαραωνική επιλογή της εκτροπής του Αχελώου ήταν μια επιλογή υπέρ του «άχρηστου» μπαμπακιού του Θεσσαλικού κάμπου και εναντίον της γεωργίας και της αλιείας στην περιοχή εκβολής του. Οι κυβερνώντες επέλεξαν ή αγνόησαν ότι τα νερά που πέφτουν στην θάλασσα δεν είναι «χαμένα» (όπως κατά κόρο λέγεται), αλλά γονιμοποιούν και εμπλουτίζουν την αλιευτική παραγωγή στην ευρύτερη περιοχή (μέχρι την Λευκάδα και Κεφαλονιά).

Απαιτείται μια σχεδιασμένη, στοχευμένη και όχι τυφλά οριζόντια εφαρμογή της φορολόγησης των αγροτών. Η φορολόγηση είναι ένα εργαλείο και όχι αυτή καθ’ αυτή η μεταρρύθμιση. Χρειάζεται σωστός πολιτικός σχεδιασμός, σωστές πολιτικές αποφάσεις και επιλογές, που απαιτούν πολιτικό κόστος γιατί πλήττει μεσοπρόθεσμα τμήματα του εκλογικού σώματος χωρίς άμεσα οφέλη. Αν όμως αυτό δεν γίνει, θα έχει την τύχη και την απαξία που έτυχαν μέχρι σήμερα οι περισσότερες «μεταρρυθμίσεις». Η φορολογία θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να επιβαρύνει δυσανάλογα τα μεγάλα εισοδήματα, τα εισοδήματα από επιδοτήσεις προϊόντων που θέλουμε να κλείσουν και δεν κατευθύνονται στην αλλαγή καλλιεργειών. Θα πρέπει να ενισχύει τους κατ’ επάγγελμα αγρότες και αλιείς έναντι των άλλων, την διοχέτευση των επιδοτήσεων σε σχεδιασμένες αλλαγές και διαφοροποιήσεις των καλλιεργειών. Η ισοπεδωτική φορολόγηση των αγροτών με χαμηλό εισόδημα, απλά θα βοηθήσει ώστε να χρησιμοποιηθούν ως προμετωπίδα (γυναικόπαιδα εμπόλεμης ζώνης), για να αποφύγουν οι «άλλοι» την φορολόγηση και να επιτύχουν δυσανάλογα μεγάλες ελαφρύνσεις. Και αυτοί οι «άλλοι» θα είναι κατά τεκμήριο αυτοί που δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα.

Θα ήθελα να κλείσω αυτό το σημείωμα με μια επισήμανση: δεν είμαι σχετικός με το αντικείμενο που φαίνεται να πραγματεύομαι. Ως εκ τούτου είναι προφανές ότι στα παραπάνω οι ειδικοί θα βρουν πιθανότατα πολλά λάθη και ανακρίβειες. Ο στόχος του σημειώματος δεν είναι η πολιτική στην γεωργία, αλλά με αφορμή αυτήν να δείξω ότι δεν υπάρχουν μονόδρομοι, «αντικειμενικές» και τεχνοκρατικές λύσεις, ούτε «αυτονόητα που πρέπει να γίνουν» χωρίς επιλογές πολιτικής. Να σταματήσουμε το παραμύθι ότι το (τα) μνημόνιο(α) καταργούν τις εθνικές πολιτικές επιλογές. Να σταματήσουμε να κρυβόμαστε πίσω από τρόικες για όσα γίνονται ή δεν γίνονται. Να σταματήσουμε τους μύθους ότι αρκούν 10 τεχνοκράτες να τα φτιάξουν τα πάντα. Αν δεν συζητήσουμε επιλογές και πολιτικές, θα συκοφαντήσουμε για μια ακόμα φορά τις μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη ο τόπος, θα αναπαράγουμε τα κακώς κείμενα, θα διαιωνίσουμε τις στρεβλώσεις και συμφέροντα που λυμαίνονται την ελληνική γεωργία και όχι μόνο.

Έχουμε στα χέρια μας ένα εργαλείο, μένει να αποφασίσουμε το πώς και αν θα το χρησιμοποιήσουμε. Σπάνια οι λαοί έχουν δεύτερες ευκαιρίες. Ας μην τις σπαταλήσουμε. Η απουσία πολιτικών επιλογών δεν με κάνει πάντως αισιόδοξο.



 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου