Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Σελιδοδείκτης [21.09.2015]

Σελιδοδείκτης 66ος

Αγγέλα Καστρινάκη
Και βέβαια αλλάζει
αφήγημα για τη μεταπολίτευση
εκδόσεις ΚΙΧΛΗ, Αθήνα 2014

γράφει η Γιάννα Σαββίδου.

Η συγκίνηση της ανάγνωσης

Επέστρεψα. ‘Αδειασα τη βαλίτσα.  Στο αεροδρόμιο αγόρασα το βιβλίο της Αγγέλας (Καστρινάκη) Και βέβαια αλλάζει! (Κίχλη)και διάβασα το μισό στη διάρκεια της τρίωρης πτήσης. Με συγκίνηση και ενδιαφέρον. Πάντα εκείνη η ωραία γραφή της που γνώρισα στην Πάροδο από τα «Ημερολόγια μιας φοιτήτριας». Που πορεύεται και «βέβαια αλλάζει» κι ωριμάζει και βαθαίνει».

Ετσι έγραφα στο δικό μου ημερολόγιο καταστρώματος, στο τέλος του Φλεβάρη. Συνέχισα την ανάγνωση με την ευχαρίστηση την οποία παρέχουν εκείνα τα κείμενα που παρακινούν και επιτρέπουν μια πολυεπίπεδη σχέση μαζί τους. ‘Οπως το ορίζει ο υπότιτλός του, πρόκειται για ένα «αφήγημα για τη Μεταπολίτευση». Ωστόσο, το να το διαβάσουμε μόνο ως μαρτυρία γύρω από μια ιστορική περίοδο, θα ήταν περιοριστικό, αφού ξεχωρίζουν καθαρά δύο ισοβαρείς κατευθυντήριες γραμμές : Από τη μια, η εξέλιξη της έφηβης Ειρήνης και η πορεία της προς την κατανόηση του κόσμου και του εαυτού της στη διάρκεια των γυμνασιακών της χρόνων, κάτι που μοιάζει με récit initiatique ή récit d’apprentissage [1]. Από την άλλη, η πορεία ενός μέρους της Αριστεράς και πιο συγκεκριμένα της νεολαιίστικης οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος», που αντανακλούν τα πολιτικά δρώμενα των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων, αν και αρχίζουν ένα χρόνο πριν την πτώση της Δικτατορίας με τους απόηχους του Πολυτεχνείου. ‘Ετσι, ανοίγει ένας διπλός διάλογος μέσα από τις προσωπικές αναζητήσεις της ηρωίδας και μέσα από την περιγραφή της ατμόσφαιρας της μεταπολίτευσης. Καθώς το διάβαζα, μου γεννήθηκε η ανάγκη να αποτυπώσω τις αναγνωστικές μου αντιδράσεις. Κατ’ αρχήν για μένα. Στη συνέχεια για κείνη. Και κατόπιν για τη γενιά και τα δρώμενα που απανθίζονται στις σελίδες του βιβλίου της.


Τι κρατήσαμε από όλα αυτά; Τι από το όνειρο στήσαμε ως προσωπικές επενδύσεις και πράξεις; Τι έγινε στο «δια ταύτα», όπως λέγαμε, στις ζωές μας ; Η γραφή της Αγγέλας είναι γραφή που θέτει ερωτήματα, που προκαλεί απολογισμούς, που προτρέπει σε συλλογισμό και σκέψη, που συνεισφέρει σε ανιχνεύσεις της μνήμης –της συλλογικής- μέσα από το προσωπικό βίωμα. Ιστορία ζωής για να ανιχνεύσουμε την Ιστορία. Εκεί που το προσωπικό τέμνεται με το πολιτικό, το ατομικό με το συλλογικό. Εκεί όπου η βιωματική γραφή γίνεται πρίσμα ανάγνωσης : υποκειμενικό (πώς αλλιώς θα ήταν;), αλλά χωρίς εμπάθεια, χωρίς ωραιοποίηση και χωρίς πάθος. Και το λεπτό χιούμορ, δείγμα απόστασης λυτρωτικής και αναγκαίας, συμβάλει σε μια διεύρυνση της αντικειμενικής εικόνας, αλλά και στον εξανθρωπισμό της.

Σημαντικό στοιχείο η πολυφωνική γραφή, μέσα από τις παρεμβάσεις και τις μαρτυρίες άλλων προσώπων σε συγχρονία (π.χ. Ελεωνόρα, Αριστοτέλης) που παρατίθενται σε ευθύ λόγο. Απεικονίζει διπλή επιλογή έκφρασης του συλλογικού : αντίληψη της συγγραφέως για το γράφον υποκείμενο και το point de vue αλλά ταυτόχρονα και πολιτικό στοιχείο της έννοιας της δημοκρατίας με την ισηγορία ως δικαίωμα όλων. Βεβαίως, δεν είμαστε ακριβώς μπροστά στην ισηγορία με τη στενή της έννοια, αφού ο λόγος των άλλων προσώπων δεν καταλαμβάνει τον ίδιο χώρο με το λόγο της Ειρήνης και είναι ένθετος σε αυτόν της κυρίως αφήγησης, ωστόσο οι άλλοι είναι εδώ, με ίδιο δικαίωμα έκφρασης. Έτσι απεικονίζονται και οι διαφορετικές πορείες και διαδρομές, στοιχείο που ενισχύει τη δυνατότητα πολλών αναγνωστικών ταυτίσεων.

Συγκινήθηκα από τη διαύγεια και την τρυφερότητα του βλέμματός της πάνω σε μια εποχή κι έναν κόσμο, αλλά και σε μια ηλικία καθώς και στη διαδικασία μαθητείας ή/και μαθήτευσης. Μια τρυφερότητα χωρίς κομπασμό και μυθοποίηση. Με επιείκεια για τα «λοξά και στραβά», αλλά και χωρίς ούτε να τους χαρίζεται ούτε να τα αποσιωπά. Μια τρυφερότητα διαυγή που υποδηλώνει τη βαθιά εντιμότητα της στάσης και του βλέμματος που προσηλώνει σε αυτά η συγραφέας. Ενός βλέμματος που αναλαμβάνει την υποκειμενικότητά του : είναι μια αναδρομή ζωής, είναι μια αφήγηση που ξεκινά από την προσωπική εμπειρία και τη διερωτά.

Η πρώτη και η πιο απλή, συγκινησιακή σχεδόν, αντίδραση έγκειται στο ενδιαφέρον του ανθρώπου που βυθίζεται στις αναμνήσεις του ή στα ημερολόγιά του σχεδόν σαράντα χρόνια μετά. Με την Αγγέλα είμαστε της ίδιας γενιάς. Τη γνώρισα στη Φιλοσοφική της Θεσσαλονίκης. Κλασικό εκείνη, γαλλικό εγώ. Δεν ήμασταν φίλες. Συντρόφισες ήμασταν. Την έχασα, όταν πήραμε πτυχίο. Την ξαναβρήκα μέσα από τη γραφή, όταν άρχισε να δημοσιεύει. Την παρακολουθούσα από μακριά και χαιρόμουν. Και να που, σε ένα σύντομο ταξίδι στην Αθήνα, προσπαθώντας να σκοτώσω το χρόνο αναμονής ως την ώρα της πτήσης στο βιβλιοπωλείο του αεροδρομίου, τυχαία έβρισκα άλλο ένα της βιβλίο. Νέα συνάντηση. Όχι μόνο με τη γραφή της Αγγέλας, αλλά και με το δικό μου παρελθόν με αφορμή τούτη τη γραφή και το περιεχόμενο του εξαιρετικού αυτού αφηγήματος. Δεν ξέρω αν υπάρχουν απόπειρες ανιστόρησης ή αποτίμησης εκείνης της περιόδου. Και αν ναι, από ποια πλευρά και οπτική γωνία. Ωστόσο, εκεί κυρίως γίνεται η συνάντηση και η αναγνώριση μεταξύ της αναγνώστριας που είμαι και της συγγραφέως που είναι η Αγγέλα Καστρινάκη, αφού δεν πρόκειται για τη χαρά της συνεύρεσης δύο φίλων από τα παλιά. Το ραντεβού μας υλοποιείται μέσα από το χρονικό μιας εποχής. Σε αυτή την προσέγγιση δύο υποκειμένων μέσα από μια κοινή ανα-ζήτηση, στο σημείο ακριβώς όπου και η συγγραφέας αλλά και η αναγνώστρια αποπειρώνται να ορίσουν η καθεμιά την υποκειμενικότητα της μέσα από το συλλογικό που βίωσαν, εκεί δηλαδή όπου η ιστορία και το βίωμά τους συναντά την Ιστορία και τα δρώμενά της. Η ανάγνωση δημιουργεί ελκυσμό βιωμάτων και ξεχασμένων αναμνήσεων της έφηβης που υπήρξα. Και μέσα από αυτά ορίζεται κατά κάποιο τρόπο η συνάντηση στο εκεί και τότε, ενώ ανακαλούνται οι σκηνές στο εδώ και τώρα. Τα δυο κορίτσια δε θα μπορούσαν να συναντηθούν τότε, αλλά το πρόσωπο της Ειρήνης «χωράει» τα πρόσωπα εκείνων των κοριτσιών με τα οποία μοιράστηκα τις εφηβικές μου ανησυχίες και το δικό μου πρόσωπο. Θυμάμαι κυρίως το πόσο μεγάλη ήταν η ανάγκη μας να μιλάμε. Οι κουβέντες επικεντρώνονταν στα «ερωτικά» μας. Αδημονούσαμε να βρεθούμε στο σχολείο, στο φροντιστήριο, στα σπίτια της μιας και της άλλης. Για να εκμυστηρευτούμε τις αγωνίες της καρδιάς μας με τα πρώτα φλερτ, την αμηχανία μπροστά στο σώμα που άλλαζε και προκαλούσε τα πειράγματα των αγοριών, στις νεόκοπες επιθυμίες του, την ένοχη και ανομολόγητη ευχαρίστηση που συνόδευαν το πρώτο φιλί και τα πρώτα χάδια. Σ’ αυτή τη διαδικασία συγκρότησης ταυτότητας, βεβαίως και η σχέση με το άλλο φύλο ήταν βασικό θέμα, αλλά δεν παραμέριζε την εξερεύνηση των μεταξύ συναισθημάτων μας, αγάπη, φιλία, ζήλεια, ανταγωνισμός, φόβος. Είχα την τύχη να ψάξω μαζί τους την «ψυχολογία του εφήβου» που απασχολεί την Ειρήνη από τις πρώτες κι όλας σελίδες [2]. Είχα την τύχη να μην είμαι μόνη, κι εκείνη η εμπειρία του μοιράσματος και της ανταλλαγής ήταν οι πρόδρομοι των επόμενων συλλογικών αναζητήσεων για το φύλο, τις σχέσεις με τον άλλο. Θα την ξανάβρισκα λίγα χρόνια αργότερα, «θεωρητικά κατοχυρωμένη», στις αυτόνομες ομάδες γυναικών, στο φεμινιστικό κίνημα.

Και περνάω στο δεύτερο σημείο ευχαρίστησης της ανάγνωσης. Στην αποτύπωση μιας εποχής και στον τρόπο με τον οποίο αυτό συντελείται στο κείμενο. Στο δεύτερο αυτό επίπεδο, συναντώ την αφηγήτρια και το λόγο της. Την Ειρήνη της που μου μίλησε με λέξεις, εικόνες, ιδέες και σκηνές που, διατρέχοντας το χρόνο, με έφεραν στο πριν, φάτσα στη δική μου ζωή και στην εποχή των μαθητικών μου χρόνων. Σ’ αυτά που ασπάστηκα, σ’ αυτά που έκλαψα επίσης. Κι εδώ δεν καταφέρνω να αποφασίσω αν είναι πρώτο ενικό ή πληθυντικό το πρόσωπο. Γιατί ξέρω πια, και το κείμενο δε σταματά να το υπενθυμίζει, διακριτικά πλην όμως ξεκάθαρα, ότι δεν πρόκειται για προσωπική κατάθεση αλλά για απόπειρα, πλήρως επιτυχημένη, σύνδεσης της ατομικής μαρτυρίας με το συλλογικό υποκείμενο μιας εποχής. Μέσα από την περιγραφή αυτής της εφηβείας –όπου με μάτια ορθάνοιχτα σ’ έναν «κόσμο τρομερό» ξεφυλλίζαμε ένα ένα τα μυστικά, τις σάρκες, τη γοητεία και τον παλμό της καρδιάς του, συντελλώντας παράλληλα, καθείς και καθεμιά μας με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο, στο ρυθμό αυτού του παλμού. Εννοώ ότι δεν ταυτίζομαι, δε μπορώ να ταυτιστώ με την Ειρήνη: άλλο περιβάλλον, άλλη σχέση με τον κόσμο, άλλη «τάξη» (για να το πούμε κι αλλιώς, με τον κώδικα ανάλυσης του τότε). Δεν ταυτίζομαι μαζί της, αλλά μου παραστέκεται και με προτρέπει, με βοηθάει να στρέψω το βλέμμα μου στο εκεί και τότε. Αν υπήρχε και η δική μου φωνή στο αφήγημα, και τρόπον τινά υπάρχει ως αναγνώστριας, θα ήμουν από τα ένθετα πρόσωπα της πολυφωνικής αυτής διήγησης.

Κι αυτό είναι το πολύ σημαντικό στοιχείο του βιβλίου: να επιτρέπει μέσα από -και παρά το γεγονός ότι είναι-  μια προσωπική καταγραφή, να ακουστούν πολύ καθαρά και οι άλλες φωνές, να ιδωθούν και τα άλλα βλέμματα. Μιλώ για την πολυφωνία. Γιατί δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς αυτό το βιβλίο που με προτρέπει να ανατρέξω στη δική μου είσοδο στην πολιτική, η οποία καθορίστηκε από τη σχέση μου με τη λογοτεχνία καταρχάς και από τα ζητήματα φύλου στην πορεία. Έτσι το παιδί που παρακολουθούσε ένθερμα το Κατηχητικό, το σταμάτησε με τον απόλυτο τρόπο των προεφήβων από τη στιγμή που βρέθηκε μπροστά σε μια λίστα απαγορευμένων συγγραφέων. Παράλληλα, με την εισαγωγή στο Γυμνάσιο βρέθηκα, την ώρα της πρωινής προσευχής, να παρακολουθώ ενδεής και αγανακτισμένη τους ασφαλίτες να «μαζεύουν» από τις γραμμές κάποιες «μεγάλες». Η κολλητή μου, με θείο στην εξορία, μου εξήγησε ότι είχαν συμμετάσχει στο Πολυτεχνείο. Η ίδια μου έβαλε να ακούσω κρυφά Θεοδωράκη και μου δάνεισε κάποια από τα απαγορευμένα βιβλία της λίστας. Έτσι προσέγγισα τη ΜΟΔΝΕ στη μεταπολίτευση, αλλά κι εκεί υπήρχαν λίστες. Όμως ήταν ένας καιρός γενικής αναστάτωσης. Εκδηλώσεις για όλα τα θέματα. Και, κυρίως, ποιητικές βραδιές. Και, ακόμη, συζητήσεις για το γυναικείο. Έτσι έγινα «στενή επιροή» του Ρήγα. Από αγάπη για την τέχνη του λόγου. Και από ενδιαφέρον για την ελευθερία που μου απαγορευόταν γιατί ήμουν κορίτσι. Ζούσα κι εγώ, χωρίς να το ξέρω, το προσωπικό μου μυθιστόρημα μύησης και μαθητείας, αφού περνούσα από επιλογή σε επιλογή και διαμόρφωνα κριτήρια και αξίες, ως ένα βαθμό σε αντίθεση με την παράδοση της οικογένειας και τις προσδοκίες της.

Το τρίτο σημείο ευχαρίστησης βρίσκεται στην πληρότητα αποτύπωσης της εποχής, μέσα από τη θεματογραφία. Ξαναβρίσκω, με μεγάλη χαρά, όλα εκείνα για τα οποία ψυχανεμίστηκα, κουβέντιασα με πάθος, πέρασα νύχτες ξάγρυπνες για να κατανοήσω. Και δεν ήμουν μόνη, δεν ήμουν η μόνη: νά το το βιβλίο που μου το υπενθυμίζει. Και αυτή η υπόμνηση είναι σημαντική, γιατί υπογραμμίζει αυτό που ξεχνάμε «μεγαλώνοντας», το ότι ήμασταν κομμάτι μιας εποχής και ενός «χώρου».

Μπορούμε να σταχυολογήσουμε τα τόσα θέματα που δίνουν μια εικόνα των αναζητήσεων των εφήβων που ήμασταν, αλλά και της περιρρέουσας ατμόφαιρας, του ίδιου του πολιτικού άμεσου περιβάλλοντος. Αναφέρω χωρίς σειρά και ιεράρχηση: τις θεωρητικές αναζητήσεις και τη μαθητεία στα πολιτικά κείμενα[3], τις ερωτικές αναζητήσεις, τη σχέση με το σώμα και τη σεξουαλικότητα, τις σχέσεις με τους διάφορους «άλλους», τη μύηση στη συλλογική δουλειά[4], τη σχέση με τον πολιτισμό, το βιβλίο και τη γλώσσα, το διάβασμα και τη μελέτη, τα διαβάσματα γενικώς, τη θέση του βιβλίου και της λογοτεχνίας ως συντρόφων της πορείας μας εκείνης της εποχής, τη γραφή είτε γενικά είτε ως διαδικασία αυτογνωσίας[5]. Παράλληλα με αυτά δεν μπορούμε να αποσιωπήσουμε την ανάγκη να καταγράψει και να αποθέσει, η ίδια η συγγραφέας μέσω της αφηγήτριας Ειρήνης, ένα αίσθημα χρέους αλλά και έναν φόρο τιμής στα πρόσωπα που υπήρξαν σημαντικά, καθώς από ρόλους αρχηγικούς δίδαξαν και ενέπνευσαν τρόπους δουλειάς ή πολιτική ηθική[6].

Η συνολική αποτύπωση, καταγραφή και συζήτηση όλων αυτών απαιτεί άλλου τύπου παρέμβαση και γραπτό. Γι’ αυτό το λόγο στέκομαι μόνο σε έναν θεματικό άξονα, το «γυναικείο». Το κάνω από τη θέση της αναγνώστριας που θυμάται αλλά και διερωτάται με φίλτρο αυτές τις μνήμες το σήμερα. Πρόκειται για ομολογουμένως  υποκειμενική επιλογή, λόγω της προσωπικής μου εμπλοκής τότε και τώρα. Ωστόσο, οφείλω να παρατηρήσω με εντιμότητα ότι το ζήτημα αυτό αποτέλεσε για την αριστερά, και ιδίως για εκείνο το κομμάτι της αριστεράς στο οποίο αναφέρεται η Αγγέλα Καστρινάκη, μείζονα τόπο διαμάχης, μαχών, «ζυμώσεων» και ευρύτερης προσφοράς τόσο στο πολιτικό γίγνεσθαι όσο και στην ευρύτερη κουλτούρα της χώρας.

Ως πρώτη παρατήρηση, βλέπουμε ότι το «γυναικείο» διατρέχει όλο το βιβλίο με συχνές και επανειλημμένες αναφορές αλλά και με κεφάλαια[7]. Αποτυπώνεται έτσι το γεγονός ότι αποτελούσε σημαντικό θέμα συζητήσεων, αναζητήσεων, κειμένων, άρθρων και παρεμβάσεων αλλά και εκδηλώσεων στα φεστιβάλ της Αυγής. Αποτυπώνεται επίσης το πόσο μας επηρέασε στις συμπεριφορές και το λόγο.  Ωστόσο, με χιούμορ πάντα, αποδίδονται και οι αντιφάσεις ανάμεσα σε αυτά που λέγαμε και προσπαθούσαμε όχι μόνο να θεωρητικοποιήσουμε αλλά και να κάνουμε πράξη, τρόπο ζωής, συνείδηση, από τη μια, και τα φυλετικά στερεότυπα που κουβαλούσαμε[8] από την άλλη, και που ούτε καν υποψιαζόμασταν το εύρος και τη βαρύτητά τους. Αυτή η ειλικρίνεια στην αποτύπωση των αντιφάσεών μας σε τέτοια ζωτικής σημασίας (και σε προσωπικό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο) θέματα συνεργεί στον αναστοχασμό για το ποιοι, ποιες ήμασταν και ποιες, ποιοι απο-γίναμε. Αλλάξαμε, προχωρήσαμε, αντιφρονήσαμε, εξελιχτήκαμε; Δώσαμε αντιπαροχή ιδέες και στάσεις ζωής, απολιθωθήκαμε σε κάποια στοιχεία ανυπέρβλητα με τρόπο αυτιστικό; Και τι σημαίνουν όλα αυτά, αν πάρουμε αυτόν και μόνο τον άξονα, ο οποίος τοποθετείται μέσα και έξω από το πολιτικό, αφού αγγίζει και το προσωπικό και το πολιτικό; Τι έγινε λοιπόν με εκείνο το βαρύγδουπο σύνθημά μας; Και τι μπορεί να σημαίνει σήμερα και συλλογικά αλλά και προσωπικά;

Κρατώντας πάντα το δικό μου μίτο, εκείνες οι εφηβικές αναζητήσεις που είχαν βρει νέα έκφραση στις αυτόνομες ομάδες γυναικών του ΑΠΘ και στην Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών μετεξελίχτηκαν και αποτέλεσαν μέρος της σκέψης μου. Την διεύρυναν και οδήγησαν στη συμμετοχή μου στην Ομάδα Γυναικείων Σπουδών του ΑΠΘ. Ήταν πια σταθερό στοιχείο της πορείας μου, έγιναν μέρος της έρευνάς μου και αποκρυσταλλώθηκαν στο ερευνητικό πεδίο. Στη θεωρία βέβαια ήταν πιο απλά τα πράγματα. Αφού ήταν και πολύ κοντά στον γνώριμο παραδοσιακό τρόπο του να κάνουμε πολιτική.  Κάτι περίπου στο μεταξύ μας, αν και οι «εσωτερικοί εχθροί» δεν έλειπαν και τότε. Εκεί που το πράγμα έγινε ενδιαφέρον ήταν όταν άρχισα να σκέφτομαι πώς μπορώ να εντάξω το θέμα στην καθημερινότητα του χώρου εργασίας, στο σχολείο, δηλαδή. Όπου εδώ και κάποια χρόνια εισάγω τα θέματα των φυλετικών στερεότυπων ως αναγνωστικό εργαλείο. Κι εκεί μου ήταν χρήσιμα τα συνδικαλιστικά αντανακλαστικά μου και η μαθητεία στο κίνημα και στην οργάνωση. Όχι για τη δουλειά μέσα στην τάξη, αλλά σε σχέση με τους εκάστοτε διευθύνοντες ενήλικες, για να μπορεί να υπάρχει η συγκεκριμένη δράση. Δυο πράγματα κρατώ από αυτήν την εμπειρία. Τη φράση των παιδιών που επαναλαμβάνεται στο τέλος της κάθε σχολικής χρονιάς, όταν κάνουμε τον απολογισμό : «άλλαξε το βλέμμα μου». Τη χαρά τους όταν αναλύουν εικόνες και κείμενα και τη συγκίνησή μου να τα βλέπω να σκάβουν βαθιά και να πηγαίνουν πολύ μακριά.  Δεν ξέρω τι και πόσα από αυτά τους μένουν, αλλά (με αφορμή τις σκέψεις για το βιβλίο της Αγγέλας) σκέφτομαι πώς αυτό το ζήτημα εξελίχθηκε σε μένα, πώς με άλλαξε, (με) ωρίμασε εγκυμονώντας καρπούς και τελικά καρποφόρησε και καρποφορεί σε άλλους χώρους, σε άλλους ανθρώπους, σε άλλες εφηβικές καρδιές.

Επιμύθιο
Η θέση της συγγραφέως για τη δουλειά που κάνει αποδίδεται καίρια στη φράση, όπου αναφέρεται στις ενδιάθετες σκέψεις της Ειρήνης σχετικά με την Ιστορία: «Και αν δεν υπάρχει ακριβώς «αντικειμενικότητα», υπάρχει η βούληση και η ευθύνη να αναζητά κανείς την αλήθεια»[9]. Σε αυτή τη θέση θέλω να σταθώ για λίγο πριν κλείσω αυτές τις λίγες γραμμές για το βιβλίο της Αγγέλας Καστρινάκη. Γιατί αποτελεί πρόσκληση για σκέψη, ενώ ταυτόχρονα καθιστά το ανάγνωσμα άκρως επίκαιρο. Ας βάλουμε δίπλα δίπλα το τότε με το τώρα, γιατί το αφήγημα μας καλεί να σκεφτούμε και πάλι, όπως το κάναμε με τόση ζέση και τότε, το πώς κάνει κανείς πολιτική. Γιατί η πολιτική είναι ένα «ζήτημα συνάντησης»[10], και εκεί μπαίνει η ορθότητα του τίτλου του βιβλίου. Ιδίως σε καιρούς κρίσης. Και βέβαια αλλάζει, στο βαθμό που, αποδεχόμενοι ότι διαπραγματευόμαστε με άλλους, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι θα χρειαστεί να κάνουμε παραχωρήσεις και συμβιβασμούς, να συγκατανεύσουμε σ’ ένα μέρος και των δικών τους, άλλων προτάσεων, για να επιτρέψουμε στον όποιον «άλλο» να χωρέσει στην συνολική πρόταση και να μετάσχει στην υλοποίησή της. Έτσι λοιπόν, για να μην γίνονται οι ιδέες ιδεοληψίες, χρειάζεται να αναθεωρήσουμε μέρος των δικών μας προτάσεων και να τις αλλάξουμε ή και να αλλάξουμε. Όπως ακριβώς περιμένουμε και επιθυμούμε να το κάνουν και οι άλλοι, είτε αυτοί αποκαλούνται κοινωνία είτε πολιτικοί σύμμαχοι ή και αντίπαλοι, σε κάθε περίπτωση πολιτικοί συνομιλητές μας.
Και ας ξεκινήσουμε αυτή την, πώς να την πω, διαδικασία, κουβέντα; ξαναδιαβάζοντας τον Επίλογο του βιβλίου, κρατώντας την αρχή της προτελευταίας φράσης του : «οφείλει να αλλάξει». Δεν ξέρω αν μπόρεσα να διατηρήσω μέσα μου την αισιοδοξία που αναφέρει η τελευταία φράση. Δεν είμαι σίγουρη. Αλλά νομίζω ότι δεν έχουμε πολλούς δρόμους, και η αισιοδοξία (ακόμη και αν μοιάζει με τρελή στάση απελπισμένων) μου φαίνεται μια πολύ ωραία πρόκληση. Και μου αρέσουν ακόμη, όπως τότε, οι πνευματικές και οι πολιτικές προκλήσεις.

Υστερόγραφο
Ας μου επιτραπεί να καταθέσω μια τελευταία προσωπική μαρτυρία η οποία μας επαναφέρει στο εδώ και τώρα από την πλευρά των σημερινών εφήβων. Τα τελευταία χρόνια που η κρίση έχει πάρει σβάρνα όλη την Ευρώπη, καθώς δουλεύω με έφηβους, το ερώτημα «αν αλλάζει» μου τίθεται διαρκώς και δεν μου επιτρέπει να το αγνοώ. Και τι είναι αυτό που αλλάζει; Ο κόσμος, εμείς, ο άνθρωπος γενικότερα, η κοινωνία; Και πώς γίνεται αυτό; Και δε μου φτάνει η εξωτερική αυτή πίεση, έχω και τον δεκαεφτάχρονο γιο μου να με κολαντρίζει κάθε τόσο. Με αφορμή τα πολιτικά γεγονότα των τελευταίων μηνών ένθεν και ένθεν που παρακολουθεί ανελλιπώς, μου θέτει ερωτήματα. Ζει κι αυτός το δικό του μυθιστόρημα μαθητείας. Ίσως λίγο πιο ψυλλιασμένος από μένα, ευτυχώς. Απέναντι στην αγωνία του να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του και να τοποθετηθεί, ψάχνοντας τους δρόμους και τους τρόπους της σχέσης με τον άλλον και την Πόλη, όφειλα μια έντιμη απάντηση. Κάτι που σήμαινε ότι δεν μπορούσα απλώς και με «συνοπτικές διαδικασίες» να ισχυριστώ ότι αλλάζει και με όρους «επανάστασης» και «πολιτικής» που εγώ ως έφηβη είχα συναντήσει και ενστερνιστεί. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Κι εγώ επίσης. Του μίλησα λοιπόν για πράξεις «καθημερινές» και «μικρές». Μικρής εμβέλειας, ας τις πούμε. Περιορισμένου χώρου. Κι αυτός ήταν που συμπέρανε ότι η δουλειά για το φύλο που κάνω στο σχολείο μου με τα παιδιά είναι ένας τρόπος να κάνεις πολιτική και να αλλάζεις τον κόσμο. Χάρηκα. Γιατί αυτή ήταν μια ωραία απρόσμενη συνάντηση εφήβων του τότε και του τώρα με την ίδια έγνοια να αλλάξουν …

  Παρίσι 28. 2. 2015
[1] Αυτού του τύπου τα αφηγήματα παρουσιάζουν την πορεία ενός νέου ανθρώπου που μεγαλώνει και περνά από την εφηβεία στην ενηλικίωση, αφού κατορθώσει να ξεπεράσει διάφορες δοκιμασίες οι οποίες θα τον βοηθήσουν να αλλάξει και να ωριμάσει.. Συχνά, το πέρασμα γίνεται με τη βοήθεια ενός «πασαδόρου» και έχει συμβολική αξία. Σε κάποια αφηγήματα, βέβαια, ο «πασαδόρος» είναι ο ίδιος ο ήρωας ή η ηρωίδα. Στο συγκεκριμένο βιβλίο, η μικρή ηρωίδα αλλάζει μέσα από τη στράτευσή της και τα γεγονότα  είτε της κεντρικής πολιτικής σκηνής (π.χ. εκλογές) είτε του πολιτικού χώρου στον οποίο ανήκει (π.χ. διάσπαση και Β’ Πανελλαδική).
[2] Η Ειρήνη φαίνεται να αντιμετωπίζει μόνη αυτές τις ανησυχίες της. Αντιμετωπίζει την «έκπληξη» των συμμαθητών και συμμαθητριών της που την αντιμετωπίζουν «σαν να αντίκριζαν εξωγήινο», σελ. 12. Στην πορεία, θα τη δούμε, ευτυχώς, να τα μοιράζεται με διαφορετικά κατά καιρούς πρόσωπα αλλά και να τα καταγράφει στο ημερολόγιο της.
[3]  Δες π.χ. την αναφορά στο Γκράμσι, σελ. 145.

[4] Σελ 133 – 4.

[5] Δες π.χ. σ 135.

[6] Δες π.χ. τις αναφορές στον Λεωνίδα Κύρκο (σελ. 137 – 9), καθώς και στους διάφορους «καθοδηγητές» της Ειρήνης, παρόλο που από σεμνότητα, κατά τη γνώμη μου, τα ονόματα έχουν αλλαχτεί.

[7] Δες πχ σσ 125, 131, 143,  164 καθώς επίσης και τα κεφάλαια «Το προσωπικό …», σ 110, «Γυμνές στο φακό», σ 154, όπου παρουσιάζεται το επαναστικό για την εποχή και το χώρο της αριστεράς θέμα της σχέσης με το σώμα, που οδήγησε συχνά σε τραγέλαφους .

[8] Δες στον Επίλογο σ. 256, σχετικά με τις συμπεριφορές αγοριών και κοριτσιών : «Τα κορίτσια (…) Αλλά και πόση απόσταση ανάμεσα στα φύλα ! (…) Κι εμείς νομίζαμε πως είχαμε κατακτήσει την ισότητα, πως ήταν στο ένα μέτρο μπροστά μας».

[9] Σελίδα 130.

[10] Σελίδα 246.


Πηγή: ο αναγνώστης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου