Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Τα δεύτερα, δικά μου! [24.05.2014]


Στο  "Τake Five"  γράφει πια η..."μαργαρίτα"! Είναι το ίδιο ευθύβολα σχόλια,  πιο ροκ,  ταιριαστός τίτλος, στο ύφος του καλού φίλου Λεωνίδα Καστανά.

Εμείς, κρατάμε τον ίδιο τίτλο, μια κίνηση εγκάρδια, όταν από τύχη ή από επιλογή συναντήσεις κάποιον και το κέρασμα οδηγεί σε μια συνύπαρξη γοητευτική. 

Το "τετράδιο εξόδου" επιστρέφει στην γενέθλια πόλη και γράφει πια σε ρυθμούς τζαζ από το "Καφέ-Βιβλίο", ένα χώρο έκπληξη... Κάθε Σάββατο,  "Τα δεύτερα, δικά μου!".  Όσα συζητούν φίλοι σε μια παρέα...
   
Α.ΣΤΕΓΟΣ [ 24. 05.2014 ]
 
 
 
1. Μια σπείρα διευρύνεται. Η καθημερινή εικόνα μας στον σπασμένο καθρέπτη του απόντα  Άλλου. Στον θάνατο και στον έρωτα. Η γιαγιά μου έλεγε για τους καθρέπτες, να μένουν σκεπασμένοι, να μη λυπάται η ψυχή …καθώς γυρνάει στο σπίτι. Μα καθώς ήταν η πρώτη που βιάστηκε να φύγει … δεν βρέθηκε κανείς να μας το πει σαν ακολούθησε ο πατέρας βιαστικά κι αυτός, μέρες μακρινού καλοκαιριού. Αδυνατώ να κρατήσω μια μορφή. Μόνο τις αντανακλάσεις της στο σήμερα. Όσοι μένουν αλλοιώνονται … από το χρόνο … από την έλλειψη του ανταμώματος … από την απουσία. Όσοι μένουν είναι λειψοί την κάθε στιγμή που ζουν δίχως την παρουσία, του απόντα  Άλλου.
 
Με τις απώλειες μας προχωράμε. Φεύγουν οι δικοί μας άνθρωποι. Μένουμε πιο φτωχοί, οι πόλεις π`αγαπήσαμε γίνονται έτσι αφιλόξενες.. Ένα φιλί στον Χρίστο και στον Θέμη. 
 
 
2. Μια φορά κι έναν καιρό, έτσι άρχιζαν τα παραμύθια, ιστορίες χάιδευαν τα αυτιά ενός παιδιού. Μιλούσαν για κακούς λύκους, μυθικούς πύργους, όμορφες βασιλοπούλες, λεβεντόκορμους πρίγκηπες, μέρη εξωτικά, λαμπερά. Η άγραφη σελίδα, η καρδιά της μικρής ηρωίδας, τα ανοικτά της μάτια, "τύπωναν" στοιχεία, φορά με τη φορά, κάθε παραμύθι καταλάμβανε ένα κομμάτι της παιδικής αθωότητας. 
 
Γιώτα Σεβαστιάδου 1951- 23.05.2014
Φορά με τη φορά, γέμισαν σελίδες γνώσης, εικόνων, ήχων. Με τα παραμύθια, "έκτιζε" τις πρώτες μικρές της αλήθειες, χωρίς να το γνωρίζει, τις βεβαιότητες της για τον κόσμο, τους άλλους, τους μεγάλους. Χωρίς να έχει τίποτα ακόμη αντιληφθεί, στοιχειοθετούσε το δικό της βιβλίο. Με γράμματα, μικρά ζαχαρωτά, έτοιμη να τα μοιραστεί με τις φιλενάδες της.
 
Μεγάλωνε μαζί με τους μεγάλους, τις ιστορίες τους, την φροντίδα και την ζεστασιά του σπιτιού. Άκουγε διηγήσεις από έναν κόσμο μακρινό, ήδη θαμπό κι ιδανικό. Νέα παραμύθια μεταμόρφωναν την πραγματικότητα της. Μιλούσαν για στιγμές ηρωϊκές, για άντρες θεόρατους, δασύτριχους, γυναίκες γεμάτες υπομονή και πίστη, για φωτιές, για τον αγώνα τον καλό και τον δίκαιο. Άκουγε και πάντα κρατούσε σημειώσεις, για το τετράδιο της ζωής, που έτρεχε μαζί της...
 
Κύλησε ο χρόνος, έσμιξε το νερό τα χρώματα, άρχισε να ζωγραφίζει. Σε μεγάλα τετράδια ταίριαξε το μύθο με το κόκκινο της φωτιάς, το απέραντο με το μπλε, τη γαλήνη με το πράσινο του δάσους. Ζωγράφιζε με μια ακατάπαυστη δύναμη, με μια ζωντάνια. Δινόταν στα χρώματα. Ζωγράφιζε παντού, σε  κάθε κομματάκι χαρτί έπλαθε μια μικρή ιστορία χρωμάτων. Έδινε πνοή στα σχέδια. Καταφέρνε να διατρέχει τις γκρίζες στιγμές, με τα χρώματα.
 
Μεγάλωνε, χωρίς τους "μεγάλους" της πιά, μα κρατούσε το δόσιμο της παιδικής αθωότητας, τα χρώματα  και το χαμόγελο της. Αυτό το χαμόγελο, όλες της οι ζωγραφιές. Τα σχέδια της, αυτό το χαμόγελο...
 
Η προδοσία εξυφαίνεται εντός μας. Τις ζωγραφιές κρατάμε. Την έντονη γεύση της παρουσίας. Το γλυκόπιοτο τσιγάρο... Η άγραφη σελίδα, η καρδιά της ζωγράφου, –της ηρωίδας μιας σύντομης ιστορίας – άνοιξε, έκλεισε, την πρόδωσε... Λέγαμε να φυτέψουμε δυό διπλές βιολέτες, μα δεν άντεξε να περιμένει το άρωμα τους.
 
Τώρα, εμείς μεγαλώνουμε μαζί  με την απώλεια, τις βεβαιότητες μας. Χωρίς το χαμόγελο της. 
 
Αχ ρε Γιάννη, λέγαμε να πάμε μαζί στην επόμενη της έκθεση.
 
 
 
3. Κλαράκι μόνο. [...] Υπάρχει και κάτι άλλο στην Κρήτη, υπάρχει κάποια φλόγα -ας την πούμε ψυχή -κάτι πιο πάνω από τη ζωή κι από το θάνατο, που είναι δύσκολο να το ορίσεις, δηλαδή, να το περιορίσεις. Υπάρχει αυτή η περηφάνεια, το πείσμα, η παλικαριά, η αψηφισιά και μαζί τους κάτι άλλο, ανέκφραστο κι αστάθμητο, που σε κάνει να χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος[...]

Το μέγεθος, η αξία, η οικουμενικότητα του Καζαντζάκη, εδράζονται στην πατρίδα που γνώρισε, που έζησε, στον τόπο που κουβάλησε στα ταξίδια του και στα γραπτά του... Ο τάφος του -πάνω από την πόλη- βλέπει σήμερα τα κακέκτυπα όλων αυτών των χαρακτηριστικών που αναγνώριζε ο συγγραφέας και σημάδεψαν το έργο του. Εγωϊσμός, άρνηση, καπετανιλίκι, αδιαφορία, καλύπτουν, αμαυρώνουν, ακυρώνουν, αυτό το "ανέκφραστο κι αστάθμητο". Δεν χάθηκε, μα δυσκολεύεται και να υπάρξει! Κλαράκι μόνο αντιμάχεται τα επιβλαβή ζιζάνια...  Ζιζάνια που δεν φύτρωσαν μόνα τους -η καθολική αντίφαση με τη φύση- αλλά καλλιεργήθηκαν από ακόρεστους πολιτικούς και άφρονες πολιτικές. Για την εξυπηρέτηση προσωπικών φιλοδοξιών... 



4.Δεν άλλαξαν τα "πράγματα"
Θα συνεχίσουν οι μάθητες στην ίδια προσευχή να σκύβουν το κεφάλι
Θα ακούσουν για κάποιον ποιητή από έναν "λοξό" φιλόλογο
Θα αναζητούν τον έρωτα
Θα έρθει 
 
Από τους χυμούς του θα ποτιστούν ακαλλιέργητες εκτάσεις
 
 
 
5. Μυστική συμφωνία
Απόξενος από όνειρο και χάδι
-αναζητώ- στην απόλυτη δύναμη της σκέψης
μια χιονισμένη πόλη να ζεσταθώ.
Στην κυριαρχία του ατελεύτητου λευκού να χαθώ.






 
ΥΓ.  Πάντα θα έχω λόγους να βρίσκω ένα κομμάτι του εαυτού μου στο σύνθημα πλήξη είναι αντιεπαναστατική"...
 

2 σχόλια:

  1. Ένα κομμάτι ύφασμα στα χέρια της έγινε έργο τέχνης. Το μαύρο παλτό που μου έκανε το ήθελα πιο στενό. Μού είπε 'να το κάνουμε το φθινόπωρο΄? Κάτι/κάποιον προσπαθούσε να ξεγελάσει. Όσα έκανε σε 63 χρόνια άλλοι δεν τα σκέφτηκαν καν. Την είδα /κούνησε το χέρι με κίνηση γνωστή/δεν πρόλαβα να πω τίποτα/ τόσο γρήγορα όλα τα τελείωνε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητή φίλη, pana panala, σας ευχαριστώ θερμά! Οι καθημερινές στιγμές/σκηνές της Γιώτας, πόσο όμορφα συνθέτουν την ακριβή ζωή της.

    Να είστε πάντα καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή