Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Τα δεύτερα, δικά μου! 20.12.2015



"Θα αλλάξεις", μου λέει με την πιο γλυκιά της φωνή.

Το πιστεύει, το ξέρει;

Το λέει, αυτό έχει σημασία.

Άλλο είναι το ερώτημα που με απασχολεί: Είμαι έτοιμος;

ΥΓ. Διαβάζουμε πάντα την Μαργαρίτα


Α.ΣΤΕΓΟΣ 20.12.2015
Σήμερα,  ένα διήγημά μου με τίτλο ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ
 

Το φορτίο
«Γρατσουνάει η πρώτη επαφή», μονολόγησε και σκέφτηκε έναν ποιητή, που δεν διάβασε ποτέ. Είναι ανεξερεύνητο το μυαλό, κάνει βόλτες και γεμίζει, φέρνει βόλτες και αδειάζει, αλλά τούτο εδώ το μπαούλο δεν φαίνεται να κρύβει σχεδόν τίποτα. Καθάρισε τα χέρια του, το ένα με το άλλο, φλούδες ξύλου ήτανε, τίποτα παραπάνω, και φορτώθηκε από τα σκουπίδια ένα τσακισμένο, φθαρμένο, σίγουρα άχρηστο για άλλους, κιβώτιο. Έκαμε στροφή, τέλειωνε η βόλτα, πήραν μαζί το δρόμο της επιστροφής.
Κοίταξε ψηλά στον καθαρό ουρανό της πόλης. Έκανε βέβαια μια προσπάθεια να ξεφύγει από τα κτήρια, μα βρήκε ξέφωτο. Αποζητούσε συχνά την ηρεμία του γαλάζιου. Στην βεράντα του άνθιζε ένα πλουμπάγκο, κάλυπτε έναν ολόκληρο τοίχο και η αγαπημένη του θέση ήταν ακριβώς απέναντι. Καθόταν εκεί, ο χειμώνας πλησίαζε και η διάθεσή του ήτανε μελαγχολική.
Περπατούσε αργά και κοίταγε τις βιτρίνες που ετοιμαζόταν για τις γιορτές. «Νωρίς είναι ακόμα», σκέφτηκε «μα για να αρχίζουν από τώρα, κάτι θα ξέρουν», ψέλλισε και ολοκλήρωσε τον συλλογισμό του. Μιλούσε συχνά μόνος του. Ήταν μια κάποια λύση. Άνοιγε ένα θέμα και το έκλεινε ο ίδιος. Καταστάσεις που χάθηκαν στη λήθη, πρόσωπα που έφυγαν οριστικά, πρόσωπα που έφυγαν μα δεν ξαναγύρισαν, ένα ζευγάρι γυναικείες κάλτσες που έμεινε μισό. Τον απασχολούσαν όλο και περισσότερο τα περασμένα. Στα καθημερινά είχε βάλει μια τάξη.
Σταμάτησε στο περίπτερο. Είχε χρόνια τώρα κόψει το κάπνισμα, αγόραζε σταθερά εμφιαλωμένο νερό και σοκολάτες υγείας. «Καλησπέρα! Τα γνωστά!», φώναξε σχεδόν και τάραξε την ησυχία ενός απογευματινού υπνάκου. «Άκεφος μου φαίνεσαι σήμερα. Βαρύς.», αντιγύρισε χαμηλόφωνα ο περιπτεράς. «Όλοι μας κάτι κουβαλάμε, κυρ Θανάση. Μη τα σκαλίζεις…». Πήρε τα πράγματά του και ανηφόρισε για το σπίτι.
Κληρονομιά της μητέρας, πέρασε τώρα στα δικά του χέρια. Μια μονοκατοικία χωμένη σε ένα ρημαγμένο κήπο. Έσπρωξε τη βαριά πόρτα και πήρε το στενό δρομάκι. Τέσσερα βήματα έκανε, στάθηκε, μια ρογδιά αντιστεκόταν στον χειμώνα και άνθιζε. Της χαμογέλασε και συνέχισε, τέσσερα βήματα ακόμα μέχρι την είσοδο του σπιτιού. Άφησε το νερό κοντά στην κουζίνα και φύλαξε τις σοκολάτες στο πρώτο συρτάρι της παλιάς σερβάντας του σαλονιού. «Η Ελένη ξέρει τη θέση», σκέφτηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα.
Άνοιξε τα παράθυρα. Παλιές μυρωδιές, ένας αχνιστός καφές, ένα μαγειρεμένο φαγητό, η κολόνια της, χρόνια πέρασαν, μα του τρυπούν την καρδιά. Όταν φυσάει ηρεμεί, γαληνεύει, αφήνει το σπίτι ανοικτό. Να κάνει ρεύμα, να τα πάρει όλα. Κοπάζει ο βοριάς και τα πάντα είναι στη θέση τους. Αγκιστρωμένα, καρφιτσωμένα πάνω του. Ποτέ δεν φεύγουν οι μνήμες.
Ο πόνος στο στομάχι κάθε Τρίτη πρωί, όταν μαθητής ακόμα είχε Έκθεση, ο κόμπος που ανέβαινε στο στήθος στις περιπτώσεις που έπρεπε να μιλήσει σε πολλούς ανθρώπους. Η γαλήνη που τον πλημμύριζε την κάθε φορά που έβλεπε τα χέρια της. Ο έρωτας που ζει. Επανέρχονται οι μνήμες. Κατοικούν εντός, κι ας ταξιδεύουν συχνά, κι ας αλλάζουν κλίματα. Το καταφύγιο είναι εδώ, μεγαλώνει μέρα την ημέρα, κι ας μην γεμίζει… Θαρρείς και διογκώνονται τα παλιά λάθη, οι αστοχίες, οι χωρισμοί, ο θάνατος. Σαν τα νούφαρα, στην σύντομη ζωή τους καταλαμβάνουν σχεδόν το σύνολο της λίμνης που τα φιλοξενεί.
Είχε αποκοιμηθεί και δεν κατάλαβε την μικρή του φίλη. Η Ελένη καθόταν απέναντι του, στην παιδική κουνιστή πολυθρόνα και έκοβε σε μικρά κομματάκια την πικρή σοκολάτα. «Αν με πας βόλτα, θα σου δώσω κι εσένα», του είπε μόλις τον είδε να ανοίγει τα μάτια. «Θα πάμε! Σου έχω χαλάσει κανένα χατίρι;», απάντησε μέσα στον ύπνο του ακόμα, μα χαμογέλασε. «Ξέρεις! Είσαι πονηρή. Ξέρεις, πως δεν τρώω ποτέ σοκολάτες», είπε και σηκώθηκε.
Είχε πάρει να σκοτεινιάζει και ένα δυνατό βοριαδάκι είχε ρίξει μια παγωνιά. Η μικρή τυλίχθηκε στην χοντρή της ζακέτα και ο Πέτρος πήρε από την κρεμάστρα το παλτό του. «Πάμε!», φώναξε και της έδωσε το χέρι του. «Πάμε!», φώναξε η Ελένη ενθουσιασμένη. Μα δεν προχώρησε, στάθηκε μια στιγμή στην πόρτα. «Συμβαίνει κάτι;», απόρησε εκείνος. «Όχι!», απάντησε η μικρή, «μα τούτο το παλτό δεν σας χωράει πια και τους δυό σας».

Νοέμβριος 2015

υγ. [πάντα στα δεύτερα]
Τρέχουν τα μάτια μου/ 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου