Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Τα δεύτερα, δικά μου! [30.08.2015]

Πλανόδιοι
Άστεγοι
πένητες.
Μονάχα λίγο σπόρο είχαμε στις αποσκευές μας.
Απαρχαιωμένες τεχνικές καλλιέργειας και το χωράφι μολυσμένο.

ΥΓ. Διαβάζουμε πάντα την Μαργαρίτα
 
Α.ΣΤΕΓΟΣ [30.08.2015]
 




1. Αν τα γεγονότα αντιστέκονται στη ρητορεία των ιδεολογημάτων και στις βεβαιότητες των ερμηνευτικών σχημάτων, η πολιτική μπορεί ακόμα να είναι ένα κλειδί μαγικό.

2. Άκουγε τριγύρω του συνέχεια παράσιτα. Μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας με εμφανή προβλήματα μετάδοσης. Ή μήπως έφταιγε ο δέκτης; Τον βασάνιζαν διαρκώς τα ίδια ερωτήματα.

Άπειρα τα μηνύματα της εποχής, επάλληλες οι συχνότητες.


3. Ο δρόμος της μνήμης  περνάει από τον πάγκο του τσαγκάρη
[...] Η εικόνα της να κουτσαίνει την έκανε ακόμα πιο αθώα! Σαν κοριτσάκι μικρό πάνω στο δεξί της γοβάκι να παίζει μόνη της κουτσό. Ένα σκαλί δεν πρόσεξε, αμάθητη σε αυτά τα παπούτσια, το αριστερό τακούνι τσάκισε, έσπαζε, στο ένα πόδι ήρθε μέχρι εδώ. Τη βλέπει να χορεύει μπροστά του. Του λείπει οδυνηρά. Να τραντάζεται στο γέλιο και να χορεύει πάνω στο δεξί της τακούνι. Καθόρισε την ισορροπία της ζωής του. Ένοιωθε τώρα διπλά εγκλωβισμένος σε δύο απουσίες. Ήταν μια σκηνή από την καθημερινότητα του ευτυχισμένου τότε. Όπως ακριβώς και η ανακάλυψη μέσα στα στενά της γειτονιάς του, εκεί που τριγυρνούσε για χαρμάνια και καφέδες, μιας τρύπας. Σε ένα στενό μαγαζί, που δεν το έπιανε μια πρώτη μάτια, ένας ασπρομάλλης κοντά στα εξήντα διόρθωνε, έραβε, έφτιαχνε παπούτσια.

Του έφερε το παπούτσι της Κλειώς και το διόρθωσε σε πέντε λεπτά. Δεν του το παρέδωσε όμως αλλά του ζήτησε και το αριστερό. «Μα αυτό είναι εντάξει…» του είπε. «Είναι πολύ σκληρά και την πληγώνουν. Να μου το φέρεις να τα γλυκάνω.», του απάντησε με χαμόγελο ο κ. Παλμίρο. Αυτήν την ευγένεια έψαχνε ο Πέτρος. Έγιναν φίλοι! Μέσα στο μικρό μαγαζάκι κρυβόταν ένας ολόκληρος κόσμος.  Ένας κόσμος αληθινός, με προβλήματα απλά, ένα χαλασμένο τακούνι, ένα φθαρμένο παπούτσι, ένα στενό αλλά ζεστό ζευγάρι μπότες. Λίγες λιρέτες η αμοιβή του μάστορα, αλλά ο πελάτης έριχνε πίσω του το πρώην πρόβλημά του, με ένα εφόδιο έβγαινε ξανά στη ζωή.

Ευθύγραμμες σχέσεις δεν υπάρχουν σχεδόν πουθενά. Στη ζωή και στον έρωτα, στην πολιτική, τόλμη χρειάζονται οι επιλογές μας. Βυθίστηκε πάλι στις σκέψεις του. Ένοιωθε κουρασμένος και μάλλον θα αποκοιμήθηκε. Άκουσε το κουδούνι μαζί με την φωνή της κ. Αλεξάνδρας:

« Κύριε Πέτρο, η Αλεξάνδρα είμαι! Ανοίξτε!» Το κουδούνι χτύπησε επίμονα.  

Της άνοιξε και την πρόλαβε στο πλατύσκαλο. Παραλίγο να έφευγε η καημένη. «Πέρασε, κ. Αλεξάνδρα, να με συγχωρείς. Μάλλον τον πήρα λιγάκι.»

Μια φορά την εβδομάδα, η καλοκάγαθη Αλεξάνδρα, τον βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού. Συμμάζεμα, ξεσκόνισμα, ένα πλυντήριο, ένα φαγητό. Προσπαθούσε ο ίδιος αλλά μια βοήθεια την ήθελε. Και έναν άνθρωπο να ανταλλάξει μια κουβέντα. Τράβηξε για την κουζίνα, κάθισε ξανά στο γραφείο του. Άλλωστε εδώ λίγα πράγματα μπορούσε να κάνει η σβέλτη Αλεξάνδρα. Χώρος απαγορευμένος τα χαρτιά του.

«Τι νέα, κυρία Αλεξάνδρα; Τι κάνει η γειτονιά μας;»

« Όλα καλά, κύριε Πέτρο! Οι άντρες τσακώνονται στο καφενείο, οι γυναίκες καμώνονται στα σπίτια τους, τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο και κάνουν σκανδαλιές». «Τι να αλλάξει;»

«Δύσκολα αλλάζουν οι άνθρωποι και οι συνήθειες τους».

«Αυτό το βλέπω. Πάλι δεν αγγίξατε τα πορτοκάλια που σας έφερα την προηγούμενη βδομάδα. Τα μέτρησα! Τα φρούτα κάνουν πολύ καλό!»

«Θα φάω τώρα ένα, να σας κάνω και λίγη παρέα! Όταν τελειώσετε την κουζίνα να αλλάξουμε μαζί τα σεντόνια στο υπνοδωμάτιο».

Σηκώθηκε και ήρθε στην κουζίνα. Τα πιάτα είχαν ήδη πλυθεί, τα είχε όμορφα στοιβάξει να στεγνώνουν. Καθάριζε τα ντουλάπια και το στρογγυλό τραπέζι. Τακτοποίησε τις τρεις ψάθινες καρέκλες γύρω του.

«Να πιούμε τώρα τη ρακή μας;» Τη ρώτησε, σίγουρος για την απάντησή της

«Να την πιούμε! Και η ρακή γιατρεύει κάθε πόνο.»

«Εις υγείαν!» αναφώνησε.  Ύψωσε το ποτήρι της με τον ίδιο πάντα επίσημο τρόπο και με τον παραδοσιακό άσπρο πάτο, το άδειασε

«Α, θα το ξέχναγα η καψερή!». «Αν χρειαστείτε τσαγκάρη μην τρέχετε στο κέντρο. Δίπλα στο φούρνο, ο γιος της χοντρο-Βασίλως άνοιξε μαγαζί. Μα... Μα, εσείς έχετε δεύτερο ζευγάρι από αυτά τα άρβυλα…»

Ήπιε τη ρακή του και την πήρε από το χέρι. Πίσω από την πόρτα του υπνοδωματίου ένα κλειδωμένο ερμάριο κάλυπτε την φαρδιά εσοχή του τοίχου.

«Βιβλία, έχετε και εδώ;» Χωρίς να απαντήσει  άνοιξε το έπιπλο…

Τα έκπληκτα μάτια της κυρίας Αλεξάνδρας αντίκρισαν είκοσι ζευγάρια καλογυαλισμένα υποδήματα, τακτοποιημένα σε πέντε σειρές. 

«Να τα πάρετε για τον τσαγκάρη. Είναι σκληρά και στενά, να του πείτε. Αν μπορεί να μου τα γλυκάνει…»

Τα μάτια του Πέτρου είδαν τα λάθη του. 


4. Να λείπει το βύσσινο
"Η έναρξη της σχολικής χρονιάς θα γίνει κανονικά την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου, αφού τη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου δεν θα μπορούσαν να γίνουν αγιασμοί στα σχολεία, καθώς οι ιερείς θα βρίσκονται στους ναούς έως τις 11 το πρωί για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας για τον εορτασμό της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού." [από τις εφημερίδες]

Η Ένωση Αθέων "σηκώνει" ξανά την πρωτοβουλία για την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών. 


5. Στη στροφή του μήνα
Κενός ο χρόνος / γέμισε με την ώχρα των φυλλωμάτων//  Έχει περάσει αρκετός καιρός να λάβω επιστολή. Θυμάσαι; Κάποτε ήταν απόλαυση. Πάντοτε έγραφα. Πυκνά γράμματα ''γράμματα ομπρελίτσες'' κατά τον ποιητή, να μας καλύψουν την απόσταση, να μας προστατεύσουν από τη λήθη. Σελίδες αλληλογραφίας, κάποτε με καρμπόν, τώρα διατρέχεις τα αντίγραφα να βρεις μια χαραμάδα νεότητας.  Πάλι ευαίσθητη χορδή, χτύπησες. Απόξενος/ από όνειρο και χάδι/ αναζητώ/ στην απόλυτη δύναμη της σκέψης/ μια χιονισμένη πολιτεία να ζεσταθώ/  Στην κυριαρχία του ατελεύτητου λευκού να χαθώ//, είχα κάποτε γράψει. Τόσα γράμματα, η ίδια αγωνία. Ταξινομημένα όλα: το πρώτο, τα ύστερα, το τελευταίο και μετά πάλι η ζωή. Ο χρόνος που κυλάει, η βουή των πραγμάτων, οι ενοχλήσεις. Αστείρευτες εικόνες. Στα πρώιμα φοιτητικά χρόνια, στη Θεσσαλονίκη, έκαμα μια φίλη. Επέστρεψα στη γενέθλια πόλη, χωρίς τη διεύθυνση της. Πότε μέχρι τότε δεν μου είχε χρειαστεί. Γράφτηκαν επιστολές πυκνές σαν μια κλαδεμένη κάσσια, που χρόνο με το χρόνο πλέκει ολοένα τους νεαρούς βλαστούς με το παλιό της ξύλο. Ζήτησα τη διεύθυνση της την επόμενη άνοιξη και έλαβα απάντηση. Τώρα μιλάμε τηλεφωνικώς τρεις, πέντε ίσως και ένδεκα φορές το χρόνο, μεγάλης διάρκειας τηλεφωνήματα, να επιβεβαιώνουν σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς για σμίξιμο, ότι, '' κρατάει ακόμα τα όνειρα μας, από εκείνο το βραδινό του φθινοπώρου ... '' 


υγ. 
"... Έστελνα τα μικρά αυτά σημειώματα, χωρίς να περιμένω απάντησεις. Άλλοτε τις έγραφα ο ίδιος για να εξασκήσω τον εαυτό μου στην μοναξιά... Μα κάθε φορά που ο ταχυδρόμος άφηνε κάτι για μένα, στο δωμάτιο μου ακουγόταν μουσικές..."


Για την Κατερίνα, μου έγραψε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου