Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Μη πετάξεις τίποτα...#11

[...] Βιβλία, χαρτιά, στοίβες οι εφημερίδες, σκόρπια τα περιοδικά. Χάρτινοι φάκελοι και αποκόμματα. Η μυρωδιά του χαρτιού ανάμικτη με εκείνη ενός φτηνού ελληνικού καπνού για τσιμπούκι. Ένα μικρό γραφείο με παραλληλογράφο. Κάποια σχέδια που δεν τελείωσαν ποτέ. Δύο πολυθρόνες που έδιναν καθημερινά μάχη για να μην εκτοπιστούν στη μικρή βεράντα που ανοιγόταν έξω από το "σαλόνι". Βιβλία και χαρτιά[...]
 
Αν αποφάσιζε κάποτε να τακτοποιήσει το...καθιστικό του, τούτα τα μικρά διαμαντάκια θα τα έβαζε σε φάκελο πορτοκαλί.  Μέχρι τότε θα τα παρουσιάζει εδώ.  Με μια σειρά που έχει στο κεφάλι του...
   
Α.ΣΤΕΓΟΣ

"Μη πετάξεις τίποτα..."  Την τελευταία μέρα του μήνα στο "τετράδιο εξόδου".

Ο επίλογος ενός ερωτικού δράματος: «ηυτοκτόνησαν ενηγκαλισμένοι»

γράφει ο Ηλίας Μαγκλίνης 


Ήταν μια μάλλον μικρή είδηση, από τα «ψιλά», που λένε στις εφημερίδες. Δημοσιεύθηκε στην «Κ», στις 29 Ιουλίου του 1959, και το αλίευσε ο μέγας «φιλίστωρ» Μιχάλης Κατσίγερας. «Το φύλαξα για σένα», μου είπε τις προάλλες, «ξέρω ότι κάτι τέτοια σ’ αρέσουν».

Η ιστορία είναι αυτή: Στην Καρδίτσα του 1959, ο «επίλογος ενός ερωτικού δράματος εγράφη την πρωΐαν του Σαββάτου εις εξοχικήν τοποθεσίαν του χωρίου Λεοντάριον», σημείωνε ο (ανώνυμος) συντάκτης της ανταπόκρισης. Τι είχε συμβεί; Δύο νέοι, ο Χρήστος Τσέτσιος («ετών 17 από το Ασημοχώριον») και η Βάγια Μπαϊράμη («ετών 27 από το Φλωρέσιον») αυτοκτόνησαν ο ένας μέσα στην αγκαλιά του άλλου («ηυτοκτόνησαν ενηγκαλισμένοι»). Οπως γράφει ο δημοσιογράφος της εποχής εκείνης: «Οι δύο ερωτευμένοι, διά να τερματίσουν την ζωήν των έθεσαν μεταξύ των σωμάτων των χειροβομβίδα της οποίας προεκάλεσαν την έκρηξιν καθ’ ην στιγμήν έδιδον ο ένας εις τον άλλον τον τελευταίον ασπασμόν».

Οι ανακρίσεις έδειξαν ότι «οι δύο αυτόχειρες συνεδέοντο αισθηματικώς από μακρού, αλλά ο πατέρας του Τσέτσιου δεν έδιδε την συγκατάθεσίν του διά τον γάμον των λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας των δύο ερωτευμένων».

Το ρεπορτάζ έχει και μια ενδιαφέρουσα προσθήκη: η Βάγια «ήτο εξαδέλφη του Γεωργίου Μπαϊράμη, ο οποίος προς 15νθημέρου εστραγγάλισε την ερωμένην του Λαμπρινήν Κωνσταντάκου και έρριψε το πτώμα της εις φρέαρ παρά το χωρίον Φλωρέσιον». Το ακόμα πιο ενδιαφέρον ακολουθεί στη συνέχεια: «Ο Μπαϊράμης είχεν ισχυρισθή ότι αυτός και η Λαμπρινή είχον αποφασίσει να αποθάνουν μαζί, αλλά την τελευταίαν στιγμήν μετενόησε και έρριψε εις το φρέαρ μόνον την ερωμένην του»! (το θαυμαστικό, δικό μας, σημερινό).

Ο παραλογισμός της δεύτερης περίπτωσης σε αντιδιαστολή με το ρομαντικό πάθος, τον έρωτα «έως θανάτου» της πρώτης. Αταίριαστος βέβαια: 27 εκείνη, 17 εκείνος, στην ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ’50. Προχωρημένος, αν μη τι άλλο. Μιαν άλλη πτυχή: η χειροβομβίδα. Μια δεκαπενταετία μετά την Κατοχή, μόλις δέκα μετά τον Εμφύλιο, προφανώς και οι αδέσποτες χειροβομβίδες ήταν καθημερινή υπόθεση στην Ελλάδα της εποχής. Αφήστε που πολιορκημένοι συμπολεμιστές έδιναν έτσι ακριβώς τέλος στη ζωή τους (αγκαλιασμένοι, με χειροβομβίδα ανάμεσά τους) για να μην πιαστούν αιχμάλωτοι (συχνότατα αυτό συνέβαινε με τους Ιάπωνες στα νησιά του Ειρηνικού, όπου μάχονταν τους Αμερικανούς).

Αιχμάλωτοι και οι δύο αιώνιοι εραστές της Καρδίτσας του ’59, πολιορκημένοι από τα ήθη και τις επιταγές της εποχής, έπεσαν όρθιοι στο δικό τους, αυστηρά προσωπικό, πεδίο της μάχης.

εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 03.05.2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου