Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Τα δεύτερα, δικά μου! [05.04.2015]


[...]Κούρασαν το κορμί τους στο παιγνίδι των κορμιών. Είναι ο κόσμος μια πόλη, δυό άνθρωποι, ένα πιάτο φαγητό, ένα κρεβάτι, ένα αγκάθι, μια αγκαλιά. Τα μάτια σου. Ένα μπουκάλι αλκοόλ. Ένα χελιδόνι έτοιμο για το ταξίδι της αναχώρησης.  Κράτησα βέβαια, και σημεία αναφοράς. Τα γράμματά σου, τη μελαγχολία του Φάνη, το κόκκινο πουλόβερ... 
 


 
ΥΓ. Διαβάζουμε πάντα την Μαργαρίτα
  
Α.ΣΤΕΓΟΣ [05.04.2015]



1. Διεκδικούμε χώρο. Υπάρχουμε. Είμαστε εδώ. Διεκδικούμε το ουράνιο τόξο να βγαίνει κάθε μέρα. Το ζήτημα της βροχής παραμένει ανοικτό...  Η δική μας γιορτή θα ανοίξει τα μυαλά. Με όλα τα χρώματα και τα πρόσωπα φωτεινά. Με την λάμψη του έρωτα.  Ο ήλιος θα βγει. Θα είναι καλοκαίρι. Το ραντεβού στο πάρκο Γεωργιάδη έχει ήδη κλειστεί. Στους γύρω δρόμους της πόλης θα κυκλοφορεί η υποκρισία. Ας έρθει να μας συναντήσει... Θα είμαστε πολλοί, πολλές, πολλ@. Πολίτες, φορείς, οι δημοτικοί άρχοντες. Οι αδιάφοροι θα είναι στην παραλία. Οι φοβικοί στα γραφεία τους... Ο αέρας της ορατότητας θα πνέει... Η διεκδίκηση και ο αγώνας κατά των διακρίσεων θα μας αγκαλιάζει... Προχωράμε για μια κοινωνία αλληλέγγυα και ενωμένη, ικανή να ανταποκριθεί στις ανάγκες των καιρών. 


2. Μικρές ιστορίες με συνδετικό κρίκο την απώλεια [που κάποτε θα γράψω]


Μια φορά κι έναν καιρό – έτσι άρχιζαν τότε τα παραμύθια ένα αγοράκι χάνει ξαφνικά την αγαπημένη του συμμαθήτρια. Από τα στενά της πατρικής τους γειτονιάς και το σχολείο εκείνη εξαφανίζεται και ο μικρός μένει μόνος στον κόσμο των μεγάλων.

Ένα κοριτσάκι χάνει ένα κομμάτι του παζλ που προσπαθεί να ολοκληρώσει. Σπαράζει στο κλάμα. Η μαμά στέκει αδιάφορη αν και με λερωμένη την ηλεκτρική σκούπα που το ρούφηξε -το κομματάκι όχι το κοριτσάκι.

Ο Δημήτρης εγκαταλείπει μια λαμπρή καριέρα και κτίζει πέτρα την πέτρα το μαγαζί των ονείρων του. Πεθαίνει στα 54 του χρόνια, πριν προλάβει να το δει τελειωμένο. Ο Σωτήρης –κολλητός του Δημήτρη από τα φοιτητικά τους χρόνια– δεν έχει πάει ακόμα στο μαγαζί του φίλου του. Ένα παραδοσιακό εστιατόριο που το εκμεταλλεύεται η Ευτυχία, σύζυγος του Δημήτρη και ο υιός τους.

Η Κλειώ ετοιμάζει τη διδακτορική της διατριβή στο Παρίσι. Ο Πέτρος βρίσκεται στην φυλακή κατηγορούμενος για τρομοκρατική δράση. Εκείνη δεν διακόπτει τις σπουδές της αλλά τη σχέση τους.

Ο γάτος γνωρίζει το σπίτι του ποντικού, αλλά εκείνο έχει πάει διακοπές.

Η γιαγιά Πολύμνια, ανάπηρος πολέμου, έχει σύνταξη από την εθνική πολιτοφυλακή και άδεια περιπτέρου ως θύμα εμφύλιου πολέμου. Ο Παράσχος και ο Ζώης –χαφιέδες  της ασφάλειας- την επισκέπτονται εναλλάξ τις μονές και τις ζυγές μέρες του μήνα. Όταν το περίπτερο περάσει στα χέρια του Αλέξανδρου, ο τελευταίος επιχειρεί να αλλάξει τα πράγματα…

Κύλησε ο χρόνος. Από την ανάσταση ως τη γιορτή της γέννησης.  Ο δικός μου θάνατος. Μικρή ερωτική ιστορία με φόντο τις μεγάλες γιορτές των Ορθοδόξων Χριστιανών.

Η Μπιάνκα ζει με τον φόβο ότι ο πατέρας της θα πέσει θύμα απαγωγής από τους τρομοκράτες. Όταν τον χάνει, πεθαίνει προδομένος από την καρδιά του, καταλαβαίνει ότι κάθε θάνατος κρύβει την ίδια απώλεια.



3. ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΣΙΓΑΡΟ
Στον Γ. Μήλια , που χειμωνιάτικα
βράδια μας διάβαζε Σαπφώ από το
αρχαίο κείμενο.
Η ζωή του κύλησε, τον έκανε μούσκεμα
Τελευταίο τσιγάρο ή πρώτο μετά από χρόνια 
Και δυό λέξεις.

Κάλεσε
Με γνώση των συνεπειών
Εκείνους που τον σκότωσαν
Να αυτοκτονήσουν.

Ο ίδιος είχε επιλέξει 
Έναν αργό θάνατο.

4.Το νέο αργεί, το παλιό πεθαίνει. Ο κύκλος δεν υπάρχει. Ο κύκλος, μια ατοπία. Μια φίλη δανείστηκε, προχθές, τ η  χ α μ έ ν η  ά ν ο ι ξ η, αφού προηγούμενα επέστρεψε σε άριστη κατάσταση τ ο  κ ι β ώ τ ι ο.
  
Ξεσκόνισα, μόνος, τη σκόνη του καλοκαιριού, χρόνος λιγοστός για  μετακομίσεις. Ο χρόνος αφήνει τα σημάδια του, κάθε φορά και ένα άγχος: τώρα μένω μόνος και τρέμω στην ιδέα μη ξεχάσω τα κλειδιά. Χρόνος λιγοστός για παραβιάσεις.
Μια σπείρα τυλίγεται και ανοίγει, η δική μου ευτοπία. Την ακολουθώ πιστά ... Καταφέρνοντας πολλαπλά πλήγματα στις βεβαιότητες τους ...



5.Δεν άλλαξα ακόμη ντουλάπι, Τάιρι μου!

Στο ίδιο, εκείνο που είμασταν μαζί, στο πάνω της κουζίνας, εκεί με έχει. Με προσέχει, παράπονο δεν έχω. Χωρίς να περιαυτολογώ, είμαι η πρώτη του επιλογή. Ναι, πίνει εξακολουθητικά espresso. Μου λείπεις. Εσύ όμως ταξίδεψες. Έστω, εκείνη τη φορά. Κανείς δεν μας ρώτησε. Σε πήραν μακριά μου. Φαντάζομαι που είσαι, μα δεν έχω νέα σου. Γι` αυτό σου γράφω. Κρατώ ζωντανές και ζεστές τις κοινές μας στιγμές. Τότε, στον μαύρο δίσκο, τον βλέπω και αυτόν εδώ στα δεξιά μου, που "ταξιδεύαμε". Κουζίνα, βεράντα, κουζίνα. Εκείνες οι βόλτες στο κρεββάτι τους ήταν θαυμάσιες. Θυμάσαι; Συνήθιζε ένα λουλούδι να μας συνοδεύει. Τώρα συνήθως μέχρι το γραφείο του με πάει. Με φροντίδα, παράπονο δεν έχω, με ένα παγωμένο ποτήρι νερό. Νοιώθω μοναξιά. Τα άλλα μεγάλωσαν έτσι. Ταίρι δεν είχαν ποτέ. Ούτε και απόκτησαν τόσο καιρό, που λείπεις. Τις πρώτες μέρες είχαν μια καλή κουβέντα, με τον καιρό να περνάει, αγκαλιαστήκαμε πάλι με τα πιατάκια μας. Μου λείπεις! Δεν φταίω γι`αυτό. Μαζί μας έφερε σ`αυτό το ντουλάπι. Μα τι γράφω. Το ξέρεις. Μαζί είμασταν και σε εκείνο το ράφι, πριν μας διαλέξει. Θυμάσαι; Του άρεσε λέει η ιδέα να έχουν δυό φλιτζανάκια για τον καφέ τους, στο σπίτι του, με τα χρώματα της Ιταλίας. Θυμάσαι; Μαθαίναν και τη γλώσσα, τότε... Το είχε πει και στην πωλήτρια... Ήταν ευγενικός, γλυκός, την ευχαρίστησε για την ωραία μας συσκευασία, "για δώρο", συμπλήρωσε, πλήρωσε και ΄φύγαμε. Μας έπλυνε αμέσως. Μας στέγνωσε με λευκό πανί και μας τοποθέτησε μαζί... Φαντάζομαι που είσαι, μα δεν έχω νέα σου. Δεν έχω έρθει ποτέ στο νέο σου σπίτι. Λίγο μιλάει γι` αυτό. Δεν ξέρω ακριβώς το λόγο μα δεν μιλάει. Γενικά δεν μιλάει. Με ποιον άλλωστε... Μια όμορφη κυρία, που τον επισκεφτόταν τελευταία, αλλά για πολύ λίγο διάστημα, προτιμούσε γαλλικό και τον σέρβιρε πάντα σε μια μεγάλη φλυτζάνα μωβ. Και εκείνην έχω να δω πολύ καιρό. Μάλλον δεν θα της άρεσε ο καφές του.

Δεν έχω δει ποτέ το νέο σου σπίτι. 

ΥΓ. Έμαθα ότι χώρισε και η οδοντόβουρτσα. Κάτι ακούγεται στο μπάνιο. Περνά και αυτή τα βάσανά της. Αλλά απ` ότι θυμάμαι, και διόρθωσέ με αν κάνω λάθος, από ποτέ κυκλοφορούν ζευγάρια οι οδοντόβουρτσες...

Σε φιλώ



υγ. Καμιά φορά η πρωινή σου αργοπορία σε ανταμείβει. Καθώς κινείσαι ράθυμα συναντάς την ομορφιά στο λεωφορείο των 10:30.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου