Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Μονόδρομος η εθνική συνεννόηση και η ανάπτυξη στη χώρα μας

των Σταύρου Καμπέλη, Γιώργη Κλάδου, Νίκου Πετράκη και Κωστή Βαρδάκη*

Γενική είναι η διαπίστωση ότι η χώρα μας εξακολουθεί να βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Ότι εξακολουθεί να αποτελεί αναξιόπιστο μέλος της Ε.Ε. και της διεθνούς κοινότητας και αφερέγγυο πελάτη του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Το πρωτογενές πλεόνασμα και η βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου, αν και υπερτιμημένα και εύθραυστα, αποτελούν ασφαλώς θετικά στοιχεία. Αλλά δεν πρέπει να δημιουργούν ψευδαισθήσεις. Ούτε τη ζοφερή εικόνα της οικονομίας αλλάζουν αισθητά, ούτε αποτελούν κανενός είδους εγγύηση για θετική προοπτική και εξέλιξη.


Οι ρίζες της κρίσης είναι βαθιές, το μέλλον της χώρας υποθηκευμένο και η οικονομία της επί του παρόντος μη ανατάξιμη. Το πιστοποιούν η δραματική κατάσταση βασικών δεικτών της οικονομίας, όπως το τεράστιο δημόσιο χρέος, το βαριά συρρικνωμένο ΑΕΠ, τα μεγάλα ελλείμματα των ταμείων κ.α., ενώ οι οδυνηρές περικοπές μισθών και συντάξεων και οι δυσβάσταχτοι φόροι που συρρικνώνουν απελπιστικά τη ζήτηση, τα επιχειρηματικά και ιδιωτικά χρέη, η ύφεση, η αδυναμία χρηματοδότησης και οι κατασχέσεις εξακολουθούν να διαλύουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά, να καταστρέφουν τον παραγωγικό ιστό της χώρας και να τσακίζουν χιλιάδες οικογένειες και ανθρώπινες υπάρξεις.

Παράλληλα, οι εφιάλτες της φτώχειας και της ανεργίας εξακολουθούν να δοκιμάζουν καθημερινά εκατομμύρια συμπολίτες μας και να απειλούν τους άλλους, ενώ το συνεχώς επιδεινούμενο ασφαλιστικό πρόβλημα αποτελεί ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του κοινωνικού κράτους.

Το πενήντα τοις εκατό των νέων της χώρας μας βρίσκεται χωρίς δουλειά και εκατόν πενήντα χιλιάδες νέοι επιστήμονες με μεταπτυχιακούς τίτλους έχουν πάρει το δρόμο της μετανάστευσης, χωρίς τη θέλησή τους οι περισσότεροι, και δουλεύουν για τις οικονομίες άλλων χωρών.

Η Ελλάδα διώχνει τα παιδιά της.

Η Ελλάδα αιμορραγεί και αργοπεθαίνει.

Μπροστά στην κατάσταση αυτή η πολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται πάνω σε μια πλαστή βάση. Εκείνη των «μνημονιακών και αντιμνημονιακών» και όχι πάνω στη βάση της αναζήτησης των πραγματικών αιτίων της κρίσης και των καλύτερων δρόμων της υπέρβασής της. Η κρίση είναι βαθύτατη. Είναι συστημική, είναι αξιακή, είναι τελικά υπαρξιακή. Η οικονομική κρίση είναι το εποικοδόμημα, το επιφαινόμενο.

Ο κυρίαρχος πολιτικός και δημόσιος λόγος είναι απελπιστικά πρόχειρος, αμετροεπής, λαϊκιστικός, υποκριτικός και υπερπλήρης από τη νοσηρότητα της φαιάς και μαύρης προπαγάνδας και ο ρόλος των πολλών κεντρικών Μ.Μ.Ε. βαθιά και σκόπιμα αποπροσανατολιστικός και στρεβλωτικός.

Είναι φανερό ότι οι συμπεριφορές και οι πολιτικές αυτές είναι αδιέξοδες.

Μπροστά στη νοσηρή και δυσοίωνη αυτή κατάσταση, είναι φανερό ότι η λύση είναι μια:

Σύναψη νέας καλύτερης όσο γίνεται δανειακής σύμβασης, δηλαδή νέου μνημονίου, για την αποτροπή της χρεοκοπίας και την έξοδο από την κρίση και υλοποίηση ενός εθνικού σχεδίου ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της χώρας.

Αλλά τόσο η διαπραγμάτευση της συμφωνίας, όσο και η εφαρμογή του σχεδίου απαιτούν πριν απ’ όλα μια ισχυρή και σταθερή κυβέρνηση για την επόμενη τετραετία και ένα σταθερό και σύγχρονο θεσμικό και επιχειρηματικό πλαίσιο για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, ώστε τα επιχειρηματικά κεφάλαια που θα τοποθετηθούν στη χώρα μας να προλάβουν να αποδώσουν. Αυτό ισχύει διεθνώς και απαρεγκλίτως και πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους.

Μόνο έτσι η Ελλάδα έχει πιθανότητες να πετύχει τους παραπάνω στόχους. Το σχέδιο ανάπτυξης είναι το κλειδί της τελικής επιτυχίας. Και απαιτεί παραγωγικές επενδύσεις ύψους 150 δισ. ευρώ μέσα σε πέντε έως έξι χρόνια. Αλλά θα βρεθούν τα χρήματα; Μα είναι πασίγνωστο ότι χρήματα και «ελληνικά» και «ξένα» υπάρχουν πολλά. Εκείνο που δεν υπάρχει στη χώρα μας είναι η πολιτική, θεσμική και επιχειρηματική σταθερότητα ούτε καν τα εχέγγυά της!

Τα εχέγγυα αυτά μόνο μια ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ, ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ και ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ όλων των δημοκρατικών κομμάτων ευρωπαϊκού προσανατολισμού και πρωτίστως της Ν.Δ. και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μπορούν να δώσουν και να εμπνεύσουν τη χαμένη εμπιστοσύνη στη χώρα μας. Πώς αυτό έγινε στην Ιρλανδία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Κύπρο που είχαν και μικρότερο πρόβλημα; Πώς παρόμοια συνεννόηση γίνεται στην Ευρωβουλή για θέματα ζωτικού ελληνικού ενδιαφέροντος;

Απαιτείται, δηλαδή, και στην Ελλάδα ένας ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ, που δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από συνεργασία όλων των μελών του σε κυβερνητικό επίπεδο. Αρκεί η πολιτική συνεννόηση να λειτουργεί καλά και να εμπνέει εμπιστοσύνη.

Εγγυητής της εθνικής συμφωνίας μπορεί να είναι η ελληνική κοινωνία και οι θεσμοί της: Εκτός των άλλων δημοκρατικών διαδικασιών, ένα ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ - ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ σε κάθε περιφέρεια της χώρας με συντονιστή τον Περιφερειάρχη και μέλη εκπροσώπους της Τοπικής και Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, των παραγωγικών τάξεων και των επιστημονικών και κοινωνικών φορέων και με τη συμμετοχή των βουλευτών της Περιφέρειας μπορεί να συνεδριάζει κάθε έξι μήνες ή ένα χρόνο και να εξετάζει και να αξιολογεί με συγκεκριμένες διαδικασίες και κριτήρια τόσο την τήρηση της πολιτικής συμφωνίας, όσο και την εφαρμογή του Εθνικού και του οικείου Περιφερειακού Σχεδίου Ανάπτυξης που πρέπει απαραιτήτως να υπάρχει. Και να διατυπώνει προς τα κόμματα και να δημοσιοποιεί προς την κοινωνία τις αξιολογήσεις αυτές, τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις του. Η κοινωνία και οι φορείς θα αντιδρούν ανάλογα. Τις αντιδράσεις αυτές κανείς ασφαλώς δε θα μπορεί να τις αγνοήσει.

Οι έκτακτες καταστάσεις, όπως η κρίση αυτή, απαιτούν έκτακτους τρόπους και ειδικούς θεσμούς για την αντιμετώπισή τους, που μπορεί να είναι άτυποι – στην αρχή - αλλά εξαιρετικά ουσιαστικοί. Η αρχή μπορεί να γίνει από την Κρήτη που έχει μεγάλη παρόμοια παράδοση και παλιά και νεώτερη.

Όπως έδειξε καθαρά η πείρα της τελευταίας 5ετίας, η αντιμετώπιση της κρίσης υπερβαίνει, κατά τρόπο μάλιστα σαρωτικό, τα μεμονωμένα κόμματα και τους μικρούς συνασπισμούς που δεν ακουμπούν στο υπόβαθρο της εθνικής συνεννόησης.

Ο κομματικός πλουραλισμός είναι ασφαλώς δομικό στοιχείο της δημοκρατίας, αλλά η συνεργασία των κομμάτων σήμερα είναι εθνική ανάγκη. Και το ένα δεν αναιρεί, ούτε αποκλείει το άλλο. Απεναντίας, η συνεννόηση και συνεργασία προάγει τον πολιτικό μας πολιτισμό και μπορεί να απελευθερώσει μια μεγάλη δύναμη, άλλης τάξης, εκείνη της εθνικής ομοψυχίας και ενότητας, που αναδύεται συχνά σε κρίσιμες στιγμές της χώρας και μας βοηθά αποφασιστικά.

Η Ελλάδα δεν πρέπει να πέσει θύμα ακραίων, μισαλλόδοξων και φανατικών στοιχείων και ιδεολογιών. Ούτε άλλων αλαζονικών και επιπόλαιων συμπεριφορών και κινήσεων. Ούτε υπέρμετρα παρακινδυνευμένων χειρισμών και πολιτικών.

Το πλαίσιο και τα βασικά στοιχεία τόσο της διαπραγμάτευσης και της συμφωνίας, όσο και του εθνικού σχεδίου ανάπτυξης μπορούν εύκολα να τα συμφωνήσουν τα κόμματα, εφ’ όσον υπάρχει πνεύμα ειλικρίνειας, καλοπιστίας και συναίνεσης.

Γιατί και πλούσια πείρα και άφθονα στοιχεία και αξιόπιστες μελέτες υπάρχουν και ικανά στελέχη διαθέτει όλο το πολιτικό φάσμα.

Αλλά προπάντων γιατί η σκληρή αλήθεια είναι ότι η κατάσταση είναι τέτοια, που όποια κυβέρνηση κι αν υπάρξει θα πρέπει να κάμει τα ίδια περίπου πράγματα με τον ίδιο περίπου τρόπο.

Ο οδικός χάρτης της πορείας είναι σχεδόν δεδομένος:

Εκτός, ωστόσο, από το οικονομικό υπάρχει ασφαλώς και μια σειρά άλλων κρίσιμων προβλημάτων, όπως η κοινωνική προστασία, η ανεργία, η υγεία κ.α., που χρειάζονται άμεση αντιμετώπιση. Όπως υπάρχει και το κεφαλαιώδες ζήτημα της αλλαγής της πολιτικής και της ίδιας της δομής της μεταλλαγμένης, σκληρά νεοφιλελεύθερης Ε.Ε. και της αντιμετώπισης των μεγάλων συμφερόντων και της οικονομικής εξουσίας γενικότερα.

Είναι φανερό ότι η διάσωση, ανάπτυξη και ισχυροποίηση της χώρας αποτελούν προϋπόθεση για την αποτελεσματικότερη απάντηση στα προβλήματα αυτά και την καλύτερη συμβολή μας στις εξαιρετικά δύσκολες αλλά απόλυτα αναγκαίες ευρωπαϊκές και ευρύτερες αλλαγές, που έτσι κι αλλιώς απαιτούν πολύ χρόνο.

Αλλά στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων κεφαλαιώδους σημασίας είναι ακόμη δυο βασικές τομές.

Μια στο πολιτικό σύστημα και το κράτος, που να τα απαλλάξει από τις χρόνιες ασθένειες των πελατειακών σχέσεων της διαπλοκής και της διαφθοράς, του κομματισμού και της μετριοκρατίας και να εκσυγχρονίσει τις δομές, τις λειτουργίες και τη διάρθρωσή τους.

Και μια βαθιά ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΤΙΚΗ τομή που θα μεταβιβάσει ουσιαστικές εξουσίες και πόρους στην Περιφερειακή και Τοπική Αυτοδιοίκηση και θα της δώσει την αναγκαία αυτοδυναμία και ισχύ, ώστε να μπορέσει να παίξει αποτελεσματικά τον ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ της ρόλο. Οι συνθήκες είναι εντελώς ώριμες. Και οι ελληνικές περιφέρειες διαθέτουν τις υποδομές, το επιστημονικό δυναμικό, την τεχνογνωσία και τις παραγωγικές δυνάμεις για να αξιοποιήσουν κατά τον πιο αποτελεσματικό τρόπο τον τεράστιο φυσικό και πολιτιστικό τους πλούτο και να γίνουν σύντομα δυναμικοί πόλοι ολοκληρωμένης, βιώσιμης και διεθνώς ανταγωνιστικής ανάπτυξης με έμφαση στην οικονομία της γνώσης, την καινοτομία και την ποιότητα, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανόρθωση της χώρας.

Είναι φανερό ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές, όπως και όσες άλλες έχουν «πολιτικό κόστος» - και έχουν σχεδόν όλες- μόνο από ισχυρές κυβερνήσεις ευρύτατης συνεργασίας και στήριξης μπορούν να υλοποιηθούν.

Θεωρείται, επίσης, βέβαιο ότι μια τέτοια μεγάλη εθνική συμφωνία θα συμβάλει ιδιαίτερα στην κοινωνική συνοχή και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς. Θα εμπνεύσει ελπίδα στον κόσμο και θα κάμει όλους μας καλύτερους πολίτες. Πράγματα που έχουν τεράστια σημασία.

Μπορεί να μας βοηθήσει να αρχίσομε να απαλλασσόμαστε από τις χρόνιες παθογένειες της προγονοπληξίας και της πεποίθησης για αιώνια και απροϋπόθετη οφειλή όλων των άλλων λαών σε μας(!), των πελατειακών σχέσεων και του παλαιοκομματισμού της ευνοιοκρατίας και της θεσιθηρίας, του φανατισμού και της διχαστικότητας, καθώς και τις πρόσφατες έξεις και νοοτροπίες του καταναλωτισμού, του ατομισμού, της ιδιώτευσης του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού, του συντεχνιασμού και της φυγοπονίας και τα άλλα «άνθη του κακού» που βλάστησαν στο σαθρό όσο και νοσηρό έδαφος των άμετρων δανεισμών και της πλαστής ευημερίας. Και πρέπει επιτέλους να αποκαταστήσομε μια αμφίδρομα έντιμη και δημιουργική σχέση κράτους – πολίτη, όπως συμβαίνει στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Στις εκλογές αυτές ας ψηφίσομε αξιοκρατικά. Ας επιλέξομε τους πιο σοβαρούς ικανούς και εχέφρονες υποψήφιους των κομμάτων. Μέσα από αυτούς περνάει η εθνική συνεννόηση, περνάει το μέλλον. Δεν γίνεται να μας δανείζουν άλλο ούτε οι αγορές, ούτε οι άλλοι λαοί. Ορισμένοι, μάλιστα, με βιοτικό επίπεδο πολύ χαμηλό.

Η Ελλάδα έχει τις δυνάμεις να βγει από την κρίση και να βαδίσει προς την ανάπτυξη. Αλλά η πρώτη βασική και απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ, ΣΥΜΦΩΝΙΑ και ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ.

*Ο Σταύρος Καμπέλης είναι πρώην Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Κρήτης

Ο Γιώργης Κλάδος είναι πρώην δήμαρχος Ανωγείων

Ο Νίκος Πετράκης είναι πρώην δήμαρχος Σητείας και

Ο Κωστής Βαρδάκης είναι πρώην Πρόεδρος της Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης Ελλάδας (Ε.Φ.Ε.Ε.) 

Πηγή ΠΑΤΡΙΣ 

2 σχόλια:

  1. Εθνική συνεννόηση, όμως, σε ποια βάση?

    Δεν μπορούν, δυστυχώς, να αντιληφθούν, ορισμένοι, ότι θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία∙ ούτε μπορούν να καταλάβουν ότι μια έντιμη μελλοντική κυβέρνηση, δεν μπορεί να στηριχτεί πουθενά, αν προηγουμένως δεν ξεμαγαρίσει ετούτος ο τόπος. Αν δεν αποδοθούν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Αν δεν διαπιστωθούν και δεν τεκμηριωθούν οι καταχρήσεις δεκαετιών. Αν δεν θεραπευτούν οι αδικίες. Αν δεν διασφαλιστούν οι εγγυήσεις ότι οι άρπαγες του δημόσιου πλούτου μας, θα επιστρέψουν το άνομο προϊόν του αδικαιολόγητου πλουτισμού τους. 

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν μίλησε κανείς για λήθη, πολύ περισσότερο οι αρθρογράφοι. Μια νέα αρχή αναζητούν. Έχει τέτοια διάθεση η νέα κυβερνητική παράταξη; Ένα ερώτημα, που οφείλει να μας απασχολήσει, από κάθε οπτική γωνία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή