Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Σελιδοδείκτης [19.01.2015]

Σελιδοδείκτης 31ος
Αργύρης Χιόνης Ο,τι περιγράφω με περιγράφει (ποίηση δωματίου) 
εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010

γράφει ο κ. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου

Ο σελιδοδείκτης -μια νέα στήλη- κάνει τα πρώτα της βήματα. Κάθε Δευτέρα θα συναντάει βιβλία και θα μεταφέρει μια πρόταση ανάγνωσης. Βιβλία που διαβάσαμε ή και εκείνα που μας περιμένουν υπομονετικά. Έτσι, για να αποφύγουμε τον υποκειμενισμό της δικής μας ανάγνωσης, καταξιωμένες πένες  οδηγούν την παρουσίαση.



Στη σκοτεινότητα ενός ποιητικού εργαστηρίου

Παρατηρούσα, γράφοντας για Το υπόγειο (2004), την εμμονή του ποιητή σε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις δηλωτικές του εγκλωβισμού του σε υπαρξιακά, ως επί το πλείστον, αδιέξοδα· αναφερόμουν στη νηφάλια και στοχαστική του διάθεση, η οποία τον ωθούσε σε, περισσότερο ή λιγότερο, λυρικές και, σε κάθε περίπτωση, εξορκιστικές της φθοράς και του καιροφυλακτούντος τέλους, καταθέσεις ψυχής, ενδεικτικές της αγωνίας του τόσο για την προσωπική του μοίρα όσο και για τη μοίρα του μονίμως εκτεθειμένου στο επίβουλο άγνωστο καθημερινού ανθρώπου. Και επισήμαινα την αδιαμφισβήτητη ικανότητά του να «αποκαθημερινοποιεί» πράγματα και καταστάσεις, με τέτοιον τρόπο που να καθιστά το καθημερινό και το οικείο επίφοβο και παράδοξο.

Οι παρατηρήσεις αυτές νομίζω ότι, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν και για τα ποιήματα που συνθέτουν την πρόσφατη ποιητική συλλογή του, παρά το γεγονός ότι, στην προκειμένη περίπτωση, αισθάνομαι να προέχει η πρόθεση του ποιητικού υποκειμένου, όχι τόσο να εξευμενίσει τις όποιες εκδοχές της φθοράς και του τέλους όσο να τους αντιπαρατεθεί, με την τόλμη του ανθρώπου που έχει συνειδητοποιήσει το άφευκτο της μοίρας του, μη διστάζοντας να ψαύσει τις αιχμηρές ακμές όλων όσα συμβολίζουν τόσο τη φθορά όσο και το τέλος. Οχι μόνο να αντιπαρατεθεί και να ψαύσει, αλλά και να καταθέσει, παράλληλα, τα διδάγματα που αποκόμισε, στο πεδίο της ζωής και σ' αυτό της ποίησης, από τη σπουδή του στον λόγο και, κυρίως, στη σιωπή, επιλέγοντας, ως προσφορότερο και ως περισσότερο ανταποκρινόμενο στην ιδιοσυγκρασιακή του ιδιαιτερότητα, έναν νηφάλιο, εξομολογητικό, απολογητικό και, ενίοτε, απολογιστικό λόγο, μακριά από ρητορείες και υφολογικούς ακκισμούς.

Οπως στο Υπόγειο έτσι κι εδώ -εδώ ακόμα περισσότερο- ο «χώρος» είναι περιορισμένος, σε αντίθεση με τον χρόνο που διευρύνεται τόσο, ώστε να υπερβαίνει τις τρεις αντικειμενικές διαστάσεις του (παρελθόν, παρόν και μέλλον). Εκεί ήταν το υπόγειο, εδώ είναι η νύχτα και η επωαζόμενη στους επισφαλείς της κόλπους σιωπή, για την ποιητική απόδοση της οποίας ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να απεμπολήσει πολλά από τα εκφραστικά μέσα-όργανα που κατέχει, προτιμώντας το βάθος από την έκταση, την ουσία από το ενδεχόμενο του εντυπωσιασμού, μιλώντας για «ποίηση δωματίου». Από το πρώτο κιόλας ποίημα του βιβλίου («Ο φωτογράφος») προδιαθέτει τον αναγνώστη του για τη στενότητα του χώρου μέσα στον οποίο προτίθεται να κινηθεί· τον προϊδεάζει για τη σκοτεινότητα του ποιητικού του εργαστηρίου, που φρόντισε να κρατήσει αδιαπέραστο στο φως του Ηλιου αλλά και της Σελήνης, από τον φόβο μήπως καούν και εξαφανιστούν οι έγκλειστες σ' αυτό μορφές, προτιμώντας τες στην αρνητική τους κατάσταση, «να μοιάζουνε φαντάσματα φρικτά· / μαύρα τα πρόσωπα, άδεια τα μάτια, άσπρα τα μαλλιά».

Το ενδιαφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι στο σχεδόν μόνιμο σκηνικό της νύχτας και της σιωπής, στην ατμόσφαιρά τους, επηρεάζεται η «συμπεριφορά» και των λέξεων μέσα στο κάθε ποίημα· συμπεριφέρονται με άκρα διακριτικότητα, σαν για να μην ταράξουν τη, φαινομενική έστω, ηρεμία των σκέψεων και των συναισθημάτων που καλούνται να εκφράσουν. Θα έλεγε κανείς ότι έχουν διδαχθεί τρόπους της σιωπής και ότι το κάθε ποίημα -εν πάση περιπτώσει τα περισσότερα- προκύπτει από την εναλλαγή των ρόλων του ήχου και της σιωπής· ότι από αυτή την εναλλαγή συντίθεται η μουσική του και προσδιορίζονται οι εντάσεις των νοημάτων του. Ηχος και σιωπή, αν και βρίσκονται σε συνεχή αντιπαράθεση, συνδράμουν στη δημιουργία του ποιητικού λόγου· γιατί η σιωπή στους κόλπους της δημιουργίας εμπεριέχει τον λόγο και τον ήχο, σε αντίθεση με τη σιωπή του θανάτου, που είναι τελεσίδικα άηχη και στερημένη κάθε νοήματος. Η σιωπή είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον ομιλούντα και τον θάνατο· τους νεκρούς.

Απ' αυτή την άποψη, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ποιητικά διατυπωμένη, εντελώς προσωπική ποιητική, που την αισθάνεται κανείς στενότατα συνυφασμένη με μια έντονη, απολύτως ελεγχόμενη ωστόσο, υπαρξιακή αγωνία, την οποία το ποιητικό υποκείμενο μεταλλάσσει σε δραματικές αποφάνσεις γύρω από τη ζωή και τον θάνατο. Συντάσσοντας, έχω την αίσθηση, ένα savoir vivre μπροστά στη θέα του θανάτου. Για την άμβλυνση της υπαρξιακής αγωνίας ο ποιητής καταφεύγει στη δημιουργία προσχημάτων και προφάσεων, με την παραμυθητική διδαχή της φυσικής ροής των πραγμάτων· αναζητεί εύσχημους τρόπους, παραβολές, αλληγορίες, με πλήρη επίγνωση, ωστόσο, ότι σε όσα τεχνάσματα κι αν καταφύγει, μόνο το σκηνικό μπορεί να αλλάξει· το δράμα εξελίσσεται απαράλλαχτο, με δεδομένα την αρχή, τη μέση και το τέλος του. Η αίσθηση του χρόνου, στενότατα συνυφασμένη με την αίσθηση της φθοράς, είναι πάντα και πανταχού παρούσα. Ο κόσμος είναι ένα σκίτσο, που μόνον ο θάνατος, σαν μια γομολάστιχα, μπορεί οποτεδήποτε να σβήσει, να αφανίσει. Ο,τι διασώζεται και, εν τέλει, διασώζει, είναι γραφή· μόνο μέσω αυτής η ψυχή, έστω για λίγο, ξεφεύγει από το ανελέητο δίχτυ του χρόνου, έχει την ψευδαίσθηση της δυνατότητας της διαφυγής. 

Η ποίηση, με τη «βελούδινη σκληρότητά» της, μπορεί να λειτουργήσει ως τροφός αυτής της τόσο απαραίτητης, για τον ταλανιζόμενο άνθρωπο, ψευδαίσθησης, δίνοντάς του τη δυνατότητα να κοιτάξει, μέσα από τον σκληρό και ωστόσο παρηγορητικό της καθρέφτη, τη σκληρή πραγματικότητα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου