Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Οι Οικολόγοι Πράσινοι, ο ΣΥΡΙΖΑ και η κοινωνία


γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

Τη δεκαετία πριν την κρίση, είχαν διαμορφωθεί καταστάσεις όπου «υπήρχαμε» μόνο στο βαθμό που είχαμε αγοραστική δύναμη.  Σήμερα, με την οικονομία κατά 25% μικρότερη και τις τσέπες των περισσότερων άδειες, δύσκολα μπορούμε να έχουμε πια τέτοια πολυτέλεια. .

Όμως το  πολιτικό σύστημα, που κατά τα άλλα συγκρούεται ριζικά για το αν η ανάπτυξη θα έρθει με τη λιτότητα ή με την ανατροπή της, συγκλίνει ότι, για να ζήσουμε καλύτερα, «πρέπει» πρώτα να έρθει η ανάπτυξη. Ανάλογη είναι και η διαχρονική φιλοσοφία του ΔΝΤ και των Μνημονίων: παντού η ύφεση ήταν το  εργαλείο για να δρομολογηθεί το τυφλό κυνήγι   μιας άγριας  ανάπτυξης, ανάπτυξης με κάθε τίμημα και επί ποινή θανάτου.

Όμως η ανάπτυξη μπορεί και να αργήσει, ή να χρειαστούν δεκαετίες για να μεταφραστεί σε επαρκείς θέσεις εργασίας και διάχυση εισοδημάτων. Ακόμη χειρότερα, σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αποδειχθεί τοξική. Μπορούμε λοιπόν, έστω ως δικλείδα ασφαλείας, να αποσυνδέσουμε την ευημερία (ως ανθρώπινη ζωή για όλους) από την ατομική αγοραστική δύναμη και την προσμονή της ανάπτυξης;


Κάποιοι θα βιαστούν να απαντήσουν αρνητικά. Υπάρχει όμως και η επιλογή να εστιάσουμε στην αναβάθμιση των συλλογικών αγαθών και στην πρόσβαση όλων σε αυτά: με τοπικά δίκτυα ανταλλαγών, τράπεζες χρόνου, μορφές κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, αναζωογόνηση της ορεινής και ημιορεινής χώρας, αστικές καλλιέργειες, επιστροφή της φύσης στην πόλη,  αυτοπαραγωγή ήπιας ενέργειας, πόλεις φιλικές στη συγκοινωνία, το περπάτημα και το ποδήλατο.


Μια τέτοια οπτική αποτελεί μικρό μόνο δείγμα για το τι διαφορετικό και επίκαιρο έχει να δώσει η οικολογία σε καιρούς κρίσης. Την πρόβαλλαν οι Οικολόγοι Πράσινοι στην Ελλάδα του 2010-2, την προβάλλει σήμερα το Podemos ως κινηματική πολιτική δύναμη στην Ισπανία. Ο οικολογικός χώρος ήταν άλλωστε ο μόνος στη χώρα μας που, και πριν την κρίση, προειδοποιούσε ανοιχτά για «οικονομία με ημερομηνία λήξης» και πρόβαλλε τέτοιες εναλλακτικές λύσεις.
Η ίδια οπτική βρίσκει σήμερα απήχηση σε πρωτοβουλίες  πολιτών πέρα από  κομματικά τείχη, που την κάνουν ήδη πράξη με εξαιρετικά αποτελέσματα. Στον τωρινό όμως προεκλογικό διάλογο, δε θα τη συναντήσετε πουθενά.

Όταν «κάθε κόμμα έχει τους…. οικολόγους του»
Βασικός λόγος είναι ότι στις 25.1 δε θα υπάρχει οικολογικό ψηφοδέλτιο.  Όμως (σχεδόν) κάθε κόμμα θα «έχει τους οικολόγους του»: η μικρή οικο-φιλελεύθερη «Ευρώπη-Οικολογία» με το ΠΟΤΑΜΙ, οι «Πράσινοι» του  Ν. Χρυσόγελου με τη ΔΗΜΑΡ, οι Οικολόγοι Πράσινοι με το ΣΥΡΙΖΑ. Είναι σαν να δηλώνει ο οικολογικός χώρος ότι τα επίκαιρα και βασικά έχουν ήδη ειπωθεί από άλλους και ότι δική του προτεραιότητα είναι να απαντήσει «με ποιον είμαστε».

Για τους δύο μικρότερα οικολογικά σχήματα, είναι σαφές ότι δεν υπήρχε άλλος  εφικτός τρόπος εκλογικής τους παρουσίας. Αντίθετα, οι Οικολόγοι Πράσινοι  (Ο.Π.) διατηρούσαν μερικές εκατοντάδες μέλη, πανελλαδική παρουσία, αλλά και δημοσκοπικές επιδόσεις του 1-2% που επέτρεπαν ένα ποσοστό επιβίωσης και προοπτική για καλύτερες μέρες αργότερα: σε αυτόνομη παρουσία τους, τα δύο άλλα σχήματα θα αναγκάζονταν είτε να τους υποστηρίξουν είτε να φανούν ότι προσχωρούν αλλού.

Όμως οι Ο.Π. επέλεξαν να τερματίσουν  πάνω από 10 χρόνια αυτόνομης παρουσίας και να εξομοιωθούν με τους μικρότερους ανταγωνιστές τους. Ρόλο έπαιξε σίγουρα η εξάντληση από τη διετία συνεχόμενων εμφύλιων που παρέλυσαν  τον εσωτερικό πολιτικό διάλογο και την παραγωγή πολιτικής, η απαισιοδοξία για τις δυνατότητες ανασυγκρότησης, η έξυπνη τακτική του ΣΥΡΙΖΑ που διατηρούσε από το καλοκαίρι ανοιχτή γραμμή με σημαντικό μέρος της ηγεσίας των Ο.Π., αλλά και η επιλογή των υποστηρικτών της αυτόνομης καθόδου να αποφύγουν μια σκληρή σύγκρουση που θα διέλυε και ό,τι απέμενε.   Έτσι αναδείχθηκε τελικά σημαντικότερο να διατηρήσεις γραφεία, υπαλλήλους και οικονομικά μέσα, παρά να αναδείξεις όσα σε κάνουν πράγματι διαφορετικό.

Προσφέρουμε, έστω,  στην κοινωνία;
Η ουσία είναι όμως ότι η συμμετοχή των ΟΠ στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ, παρά το βαρύ  τίμημα για τις προοπτικές του οικολογικού χώρου, δεν προσφέρει δυστυχώς τίποτα:
  • Ούτε στην υπόθεση της (απαραίτητης) κυβερνητικής αλλαγής, όπου έχει ήδη «κλειδώσει» η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η αυτοδυναμία του είναι αμφίβολο αν θα ήταν θετική ακόμη και για τον ίδιο.
  • Ούτε στο «πρασίνισμα» της επόμενης κυβέρνησης, καθώς οι ΟΠ αποδέχονται ότι το  πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι αδιαπραγμάτευτο. Τα 22 σημεία των Ο.Π. που αποδέχεται σιωπηρά και ο ΣΥΡΙΖΑ, αποτελούν γενικόλογες κατευθύνσεις σχεδιασμένες ως επικεφαλίδες ενός προγραμματικού διαλόγου που δεν ξεκίνησε καν.  Η αναφορά του Α.Τσίπρα για συνδιαμόρφωση περιβαλλοντικής  πολιτικής με τους Ο.Π., ελάχιστο αντίκρισμα έχει: από χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ διαβουλεύεται με τις μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις, αλλά ελάχιστα εισακούει τις προτάσεις τους.
  • Ούτε στην επιτυχία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, καθώς αυτή θα εξαρτηθεί από την ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ να προωθήσει ολοκληρωμένο εναλλακτικό σχέδιο ή, αλλιώς, να διαχειριστεί καταστάσεις τύπου «ΚΑΙ Μνημόνιο, ΚΑΙ Αριστερά». Η αποτυχία του να επενδύσει σε εναλλακτική πρόταση, οφείλεται κυρίως στη δική του εμμονή να θεωρεί το Μνημόνιο ως «επίθεση» (που απαιτεί κυρίως ενότητα και ισχυρό ΟΧΙ) και όχι ως «ομηρεία» που απαιτεί κυρίως εναλλακτικό σχέδιο.  Ενδεχόμενη όμως διατήρηση της λιτότητας θα θεωρηθεί από την κοινωνία  κολοσσιαία πολιτική απάτη, όχι τραγική αυτοπαγίδευση της Αριστεράς όπως θα ήταν.  Τέτοια προειδοποίηση μπορούσαν να καταθέσουν στον προεκλογικό διάλογο μόνο οι Ο.Π., καθώς το είχαν επισημάνει ήδη από το 2010-2: η τωρινή αναγκαστική σιωπή τους, καταλήγει δυστυχώς να μειώνει τα αυριανά περιθώρια ανοχής σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς.
  • Ούτε στη ριζοσπαστική διάσταση της οικολογίας, που εκφυλίζεται σε απλή υποτέλεια στην αριστερά και προσυπογράφει την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να αφήσει στην άκρη όλα τα μέτωπα ανοιχτής κοινωνίας και δικαιωμάτων (από πολιτική ναρκωτικών μέχρι ιθαγένεια για παιδιά που γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Ελλάδα) που θα φόβιζαν συντηρητικούς αντιμνημονιακούς «νοικοκυραίους».  Για το τι θα σήμαινε ένα ουσιαστικό δείγμα ριζοσπαστισμού, αρκεί μια σύγκριση με την πρόσφατη  «Ύστατη Έκκληση» της ισπανικής Αριστεράς και Οικολογίας.

Εκλογικά άστεγος…
Όντως η οικολογία δε μπορεί να κηρύσσει το «όλοι ίδιοι είναι», ούτε να τηρεί «πολιτικές ίσων αποστάσεων». Οφείλει όμως και να βλέπει ότι, δίπλα στα αδιέξοδα του Μνημονίου και την ακροδεξιά ατζέντα Σαμαρά, υπάρχει και συνολικότερο αδιέξοδο του πολιτικού συστήματος της χώρας, αδιέξοδο που ένα πράσινο κόμμα οφείλει εξ ορισμού να αναδεικνύει με τις προειδοποιήσεις του και με την οικοδόμηση εναλλακτικών λύσεων.

Αυτός ακριβώς είναι ο δρόμος που τώρα κλείνει. Η ελληνική πολιτική ιστορία αλλά και η διεθνής εμπειρία των Πράσινων δείχνουν ότι, από τέτοιου είδους συνεργασίες, δυστυχώς δεν υπάρχει επιστροφή. Από την άλλη, δε βλέπω δρόμο ούτε για ανασυγκρότηση του οικολογικού χώρου από ενδεχόμενο νέο σχήμα, που θα προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα.

Παραμένω λοιπόν μέλος των Οικολόγων Πράσινων, δηλώνοντας ατομικά την κατηγορηματική μου διαφωνία για το «γάμο» με το ΣΥΡΙΖΑ. Για την κάλπη, δεν έχω ακόμη αποφασίσει αν τελικά θα τους ψηφίσω ή όχι, νιώθω όμως εκλογικά άστεγος. Και επιμένω ότι, όπως λέει και η Ιδρυτική Διακήρυξη των Οικολόγων Πράσινων, “Η οικολογία πρέπει να περάσει στην πολιτική σκηνή, όχι σαν ειδικός «τομέας» δημόσιας δράσης αλλά ως συνολική ριζοσπαστική οπτική της κοινωνίας. Να προχωρήσει αυτόνομη και όχι ως «προστατευόμενη» πολιτικών δυνάμεων, με άλλες προτεραιότητες στη δράση τους”. 

Ο Γ.Π. είναι ιδρυτικό μέλος των Οικολόγων Πράσινων

πηγή: bariera
Τη δεκαετία πριν την κρίση, είχαν διαμορφωθεί καταστάσεις όπου «υπήρχαμε» μόνο στο βαθμό που είχαμε αγοραστική δύναμη.  Σήμερα, με την οικονομία κατά 25% μικρότερη και τις τσέπες των περισσότερων άδειες, δύσκολα μπορούμε να έχουμε πια τέτοια πολυτέλεια. .
Όμως το  πολιτικό σύστημα, που κατά τα άλλα συγκρούεται ριζικά για το αν η ανάπτυξη θα έρθει με τη λιτότητα ή με την ανατροπή της, συγκλίνει ότι, για να ζήσουμε καλύτερα, «πρέπει» πρώτα να έρθει η ανάπτυξη. Ανάλογη είναι και η διαχρονική φιλοσοφία του ΔΝΤ και των Μνημονίων: παντού η ύφεση ήταν το  εργαλείο για να δρομολογηθεί το τυφλό κυνήγι   μιας άγριας  ανάπτυξης, ανάπτυξης με κάθε τίμημα και επί ποινή θανάτου.
Όμως η ανάπτυξη μπορεί και να αργήσει, ή να χρειαστούν δεκαετίες για να μεταφραστεί σε επαρκείς θέσεις εργασίας και διάχυση εισοδημάτων. Ακόμη χειρότερα, σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αποδειχθεί τοξική. Μπορούμε λοιπόν, έστω ως δικλείδα ασφαλείας, να αποσυνδέσουμε την ευημερία (ως ανθρώπινη ζωή για όλους) από την ατομική αγοραστική δύναμη και την προσμονή της ανάπτυξης;
Κάποιοι θα βιαστούν να απαντήσουν αρνητικά. Υπάρχει όμως και η επιλογή να εστιάσουμε στην αναβάθμιση των συλλογικών αγαθών και στην πρόσβαση όλων σε αυτά: με τοπικά δίκτυα ανταλλαγών, τράπεζες χρόνου, μορφές κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, αναζωογόνηση της ορεινής και ημιορεινής χώρας, αστικές καλλιέργειες, επιστροφή της φύσης στην πόλη,  αυτοπαραγωγή ήπιας ενέργειας, πόλεις φιλικές στη συγκοινωνία, το περπάτημα και το ποδήλατο.
Μια τέτοια οπτική αποτελεί μικρό μόνο δείγμα για το τι διαφορετικό και επίκαιρο έχει να δώσει η οικολογία σε καιρούς κρίσης. Την πρόβαλλαν οι Οικολόγοι Πράσινοι στην Ελλάδα του 2010-2, την προβάλλει σήμερα το Podemos ως κινηματική πολιτική δύναμη στην Ισπανία. Ο οικολογικός χώρος ήταν άλλωστε ο μόνος στη χώρα μας που, και πριν την κρίση, προειδοποιούσε ανοιχτά για «οικονομία με ημερομηνία λήξης» και πρόβαλλε τέτοιες εναλλακτικές λύσεις.
Η ίδια οπτική βρίσκει σήμερα απήχηση σε πρωτοβουλίες  πολιτών πέρα από  κομματικά τείχη, που την κάνουν ήδη πράξη με εξαιρετικά αποτελέσματα. Στον τωρινό όμως προεκλογικό διάλογο, δε θα τη συναντήσετε πουθενά.
Όταν «κάθε κόμμα έχει τους…. οικολόγους του»
Βασικός λόγος είναι ότι στις 25.1 δε θα υπάρχει οικολογικό ψηφοδέλτιο.  Όμως (σχεδόν) κάθε κόμμα θα «έχει τους οικολόγους του»: η μικρή οικο-φιλελεύθερη «Ευρώπη-Οικολογία» με το ΠΟΤΑΜΙ, οι «Πράσινοι» του  Ν. Χρυσόγελου με τη ΔΗΜΑΡ, οι Οικολόγοι Πράσινοι με το ΣΥΡΙΖΑ. Είναι σαν να δηλώνει ο οικολογικός χώρος ότι τα επίκαιρα και βασικά έχουν ήδη ειπωθεί από άλλους και ότι δική του προτεραιότητα είναι να απαντήσει «με ποιον είμαστε».
Για τους δύο μικρότερα οικολογικά σχήματα, είναι σαφές ότι δεν υπήρχε άλλος  εφικτός τρόπος εκλογικής τους παρουσίας. Αντίθετα, οι Οικολόγοι Πράσινοι  (Ο.Π.) διατηρούσαν μερικές εκατοντάδες μέλη, πανελλαδική παρουσία, αλλά και δημοσκοπικές επιδόσεις του 1-2% που επέτρεπαν ένα ποσοστό επιβίωσης και προοπτική για καλύτερες μέρες αργότερα: σε αυτόνομη παρουσία τους, τα δύο άλλα σχήματα θα αναγκάζονταν είτε να τους υποστηρίξουν είτε να φανούν ότι προσχωρούν αλλού.
Όμως οι Ο.Π. επέλεξαν να τερματίσουν  πάνω από 10 χρόνια αυτόνομης παρουσίας και να εξομοιωθούν με τους μικρότερους ανταγωνιστές τους. Ρόλο έπαιξε σίγουρα η εξάντληση από τη διετία συνεχόμενων εμφύλιων που παρέλυσαν  τον εσωτερικό πολιτικό διάλογο και την παραγωγή πολιτικής, η απαισιοδοξία για τις δυνατότητες ανασυγκρότησης, η έξυπνη τακτική του ΣΥΡΙΖΑ που διατηρούσε από το καλοκαίρι ανοιχτή γραμμή με σημαντικό μέρος της ηγεσίας των Ο.Π., αλλά και η επιλογή των υποστηρικτών της αυτόνομης καθόδου να αποφύγουν μια σκληρή σύγκρουση που θα διέλυε και ό,τι απέμενε.   Έτσι αναδείχθηκε τελικά σημαντικότερο να διατηρήσεις γραφεία, υπαλλήλους και οικονομικά μέσα, παρά να αναδείξεις όσα σε κάνουν πράγματι διαφορετικό.
Προσφέρουμε, έστω,  στην κοινωνία;
Η ουσία είναι όμως ότι η συμμετοχή των ΟΠ στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ, παρά το βαρύ  τίμημα για τις προοπτικές του οικολογικού χώρου, δεν προσφέρει δυστυχώς τίποτα:
  • Ούτε στην υπόθεση της (απαραίτητης) κυβερνητικής αλλαγής, όπου έχει ήδη «κλειδώσει» η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η αυτοδυναμία του είναι αμφίβολο αν θα ήταν θετική ακόμη και για τον ίδιο.
  • Ούτε στο «πρασίνισμα» της επόμενης κυβέρνησης, καθώς οι ΟΠ αποδέχονται ότι το  πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι αδιαπραγμάτευτο. Τα 22 σημεία των Ο.Π. που αποδέχεται σιωπηρά και ο ΣΥΡΙΖΑ, αποτελούν γενικόλογες κατευθύνσεις σχεδιασμένες ως επικεφαλίδες ενός προγραμματικού διαλόγου που δεν ξεκίνησε καν.  Η αναφορά του Α.Τσίπρα για συνδιαμόρφωση περιβαλλοντικής  πολιτικής με τους Ο.Π., ελάχιστο αντίκρισμα έχει: από χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ διαβουλεύεται με τις μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις, αλλά ελάχιστα εισακούει τις προτάσεις τους.
  • Ούτε στην επιτυχία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, καθώς αυτή θα εξαρτηθεί από την ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ να προωθήσει ολοκληρωμένο εναλλακτικό σχέδιο ή, αλλιώς, να διαχειριστεί καταστάσεις τύπου «ΚΑΙ Μνημόνιο, ΚΑΙ Αριστερά». Η αποτυχία του να επενδύσει σε εναλλακτική πρόταση, οφείλεται κυρίως στη δική του εμμονή να θεωρεί το Μνημόνιο ως «επίθεση» (που απαιτεί κυρίως ενότητα και ισχυρό ΟΧΙ) και όχι ως «ομηρεία» που απαιτεί κυρίως εναλλακτικό σχέδιο.  Ενδεχόμενη όμως διατήρηση της λιτότητας θα θεωρηθεί από την κοινωνία  κολοσσιαία πολιτική απάτη, όχι τραγική αυτοπαγίδευση της Αριστεράς όπως θα ήταν.  Τέτοια προειδοποίηση μπορούσαν να καταθέσουν στον προεκλογικό διάλογο μόνο οι Ο.Π., καθώς το είχαν επισημάνει ήδη από το 2010-2: η τωρινή αναγκαστική σιωπή τους, καταλήγει δυστυχώς να μειώνει τα αυριανά περιθώρια ανοχής σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς.
  • Ούτε στη ριζοσπαστική διάσταση της οικολογίας, που εκφυλίζεται σε απλή υποτέλεια στην αριστερά και προσυπογράφει την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να αφήσει στην άκρη όλα τα μέτωπα ανοιχτής κοινωνίας και δικαιωμάτων (από πολιτική ναρκωτικών μέχρι ιθαγένεια για παιδιά που γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Ελλάδα) που θα φόβιζαν συντηρητικούς αντιμνημονιακούς «νοικοκυραίους».  Για το τι θα σήμαινε ένα ουσιαστικό δείγμα ριζοσπαστισμού, αρκεί μια σύγκριση με την πρόσφατη  «Ύστατη Έκκληση» της ισπανικής Αριστεράς και Οικολογίας.
Εκλογικά άστεγος…
Όντως η οικολογία δε μπορεί να κηρύσσει το «όλοι ίδιοι είναι», ούτε να τηρεί «πολιτικές ίσων αποστάσεων». Οφείλει όμως και να βλέπει ότι, δίπλα στα αδιέξοδα του Μνημονίου και την ακροδεξιά ατζέντα Σαμαρά, υπάρχει και συνολικότερο αδιέξοδο του πολιτικού συστήματος της χώρας, αδιέξοδο που ένα πράσινο κόμμα οφείλει εξ ορισμού να αναδεικνύει με τις προειδοποιήσεις του και με την οικοδόμηση εναλλακτικών λύσεων.
Αυτός ακριβώς είναι ο δρόμος που τώρα κλείνει. Η ελληνική πολιτική ιστορία αλλά και η διεθνής εμπειρία των Πράσινων δείχνουν ότι, από τέτοιου είδους συνεργασίες, δυστυχώς δεν υπάρχει επιστροφή. Από την άλλη, δε βλέπω δρόμο ούτε για ανασυγκρότηση του οικολογικού χώρου από ενδεχόμενο νέο σχήμα, που θα προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα.
Παραμένω λοιπόν μέλος των Οικολόγων Πράσινων, δηλώνοντας ατομικά την κατηγορηματική μου διαφωνία για το «γάμο» με το ΣΥΡΙΖΑ. Για την κάλπη, δεν έχω ακόμη αποφασίσει αν τελικά θα τους ψηφίσω ή όχι, νιώθω όμως εκλογικά άστεγος. Και επιμένω ότι, όπως λέει και η Ιδρυτική Διακήρυξη των Οικολόγων Πράσινων, “Η οικολογία πρέπει να περάσει στην πολιτική σκηνή, όχι σαν ειδικός «τομέας» δημόσιας δράσης αλλά ως συνολική ριζοσπαστική οπτική της κοινωνίας. Να προχωρήσει αυτόνομη και όχι ως «προστατευόμενη» πολιτικών δυνάμεων, με άλλες προτεραιότητες στη δράση τους”. 

   Γιάννης Παρασκευόπουλος
Ο Γ.Π. είναι ιδρυτικό μέλος των Οικολόγων Πράσινων
- See more at: http://www.badiera.gr/?p=33167#sthash.6JtWpIg0.dpuf
Τη δεκαετία πριν την κρίση, είχαν διαμορφωθεί καταστάσεις όπου «υπήρχαμε» μόνο στο βαθμό που είχαμε αγοραστική δύναμη.  Σήμερα, με την οικονομία κατά 25% μικρότερη και τις τσέπες των περισσότερων άδειες, δύσκολα μπορούμε να έχουμε πια τέτοια πολυτέλεια. .
Όμως το  πολιτικό σύστημα, που κατά τα άλλα συγκρούεται ριζικά για το αν η ανάπτυξη θα έρθει με τη λιτότητα ή με την ανατροπή της, συγκλίνει ότι, για να ζήσουμε καλύτερα, «πρέπει» πρώτα να έρθει η ανάπτυξη. Ανάλογη είναι και η διαχρονική φιλοσοφία του ΔΝΤ και των Μνημονίων: παντού η ύφεση ήταν το  εργαλείο για να δρομολογηθεί το τυφλό κυνήγι   μιας άγριας  ανάπτυξης, ανάπτυξης με κάθε τίμημα και επί ποινή θανάτου.
Όμως η ανάπτυξη μπορεί και να αργήσει, ή να χρειαστούν δεκαετίες για να μεταφραστεί σε επαρκείς θέσεις εργασίας και διάχυση εισοδημάτων. Ακόμη χειρότερα, σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αποδειχθεί τοξική. Μπορούμε λοιπόν, έστω ως δικλείδα ασφαλείας, να αποσυνδέσουμε την ευημερία (ως ανθρώπινη ζωή για όλους) από την ατομική αγοραστική δύναμη και την προσμονή της ανάπτυξης;
Κάποιοι θα βιαστούν να απαντήσουν αρνητικά. Υπάρχει όμως και η επιλογή να εστιάσουμε στην αναβάθμιση των συλλογικών αγαθών και στην πρόσβαση όλων σε αυτά: με τοπικά δίκτυα ανταλλαγών, τράπεζες χρόνου, μορφές κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, αναζωογόνηση της ορεινής και ημιορεινής χώρας, αστικές καλλιέργειες, επιστροφή της φύσης στην πόλη,  αυτοπαραγωγή ήπιας ενέργειας, πόλεις φιλικές στη συγκοινωνία, το περπάτημα και το ποδήλατο.
Μια τέτοια οπτική αποτελεί μικρό μόνο δείγμα για το τι διαφορετικό και επίκαιρο έχει να δώσει η οικολογία σε καιρούς κρίσης. Την πρόβαλλαν οι Οικολόγοι Πράσινοι στην Ελλάδα του 2010-2, την προβάλλει σήμερα το Podemos ως κινηματική πολιτική δύναμη στην Ισπανία. Ο οικολογικός χώρος ήταν άλλωστε ο μόνος στη χώρα μας που, και πριν την κρίση, προειδοποιούσε ανοιχτά για «οικονομία με ημερομηνία λήξης» και πρόβαλλε τέτοιες εναλλακτικές λύσεις.
Η ίδια οπτική βρίσκει σήμερα απήχηση σε πρωτοβουλίες  πολιτών πέρα από  κομματικά τείχη, που την κάνουν ήδη πράξη με εξαιρετικά αποτελέσματα. Στον τωρινό όμως προεκλογικό διάλογο, δε θα τη συναντήσετε πουθενά.
Όταν «κάθε κόμμα έχει τους…. οικολόγους του»
Βασικός λόγος είναι ότι στις 25.1 δε θα υπάρχει οικολογικό ψηφοδέλτιο.  Όμως (σχεδόν) κάθε κόμμα θα «έχει τους οικολόγους του»: η μικρή οικο-φιλελεύθερη «Ευρώπη-Οικολογία» με το ΠΟΤΑΜΙ, οι «Πράσινοι» του  Ν. Χρυσόγελου με τη ΔΗΜΑΡ, οι Οικολόγοι Πράσινοι με το ΣΥΡΙΖΑ. Είναι σαν να δηλώνει ο οικολογικός χώρος ότι τα επίκαιρα και βασικά έχουν ήδη ειπωθεί από άλλους και ότι δική του προτεραιότητα είναι να απαντήσει «με ποιον είμαστε».
Για τους δύο μικρότερα οικολογικά σχήματα, είναι σαφές ότι δεν υπήρχε άλλος  εφικτός τρόπος εκλογικής τους παρουσίας. Αντίθετα, οι Οικολόγοι Πράσινοι  (Ο.Π.) διατηρούσαν μερικές εκατοντάδες μέλη, πανελλαδική παρουσία, αλλά και δημοσκοπικές επιδόσεις του 1-2% που επέτρεπαν ένα ποσοστό επιβίωσης και προοπτική για καλύτερες μέρες αργότερα: σε αυτόνομη παρουσία τους, τα δύο άλλα σχήματα θα αναγκάζονταν είτε να τους υποστηρίξουν είτε να φανούν ότι προσχωρούν αλλού.
Όμως οι Ο.Π. επέλεξαν να τερματίσουν  πάνω από 10 χρόνια αυτόνομης παρουσίας και να εξομοιωθούν με τους μικρότερους ανταγωνιστές τους. Ρόλο έπαιξε σίγουρα η εξάντληση από τη διετία συνεχόμενων εμφύλιων που παρέλυσαν  τον εσωτερικό πολιτικό διάλογο και την παραγωγή πολιτικής, η απαισιοδοξία για τις δυνατότητες ανασυγκρότησης, η έξυπνη τακτική του ΣΥΡΙΖΑ που διατηρούσε από το καλοκαίρι ανοιχτή γραμμή με σημαντικό μέρος της ηγεσίας των Ο.Π., αλλά και η επιλογή των υποστηρικτών της αυτόνομης καθόδου να αποφύγουν μια σκληρή σύγκρουση που θα διέλυε και ό,τι απέμενε.   Έτσι αναδείχθηκε τελικά σημαντικότερο να διατηρήσεις γραφεία, υπαλλήλους και οικονομικά μέσα, παρά να αναδείξεις όσα σε κάνουν πράγματι διαφορετικό.
Προσφέρουμε, έστω,  στην κοινωνία;
Η ουσία είναι όμως ότι η συμμετοχή των ΟΠ στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ, παρά το βαρύ  τίμημα για τις προοπτικές του οικολογικού χώρου, δεν προσφέρει δυστυχώς τίποτα:
  • Ούτε στην υπόθεση της (απαραίτητης) κυβερνητικής αλλαγής, όπου έχει ήδη «κλειδώσει» η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η αυτοδυναμία του είναι αμφίβολο αν θα ήταν θετική ακόμη και για τον ίδιο.
  • Ούτε στο «πρασίνισμα» της επόμενης κυβέρνησης, καθώς οι ΟΠ αποδέχονται ότι το  πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι αδιαπραγμάτευτο. Τα 22 σημεία των Ο.Π. που αποδέχεται σιωπηρά και ο ΣΥΡΙΖΑ, αποτελούν γενικόλογες κατευθύνσεις σχεδιασμένες ως επικεφαλίδες ενός προγραμματικού διαλόγου που δεν ξεκίνησε καν.  Η αναφορά του Α.Τσίπρα για συνδιαμόρφωση περιβαλλοντικής  πολιτικής με τους Ο.Π., ελάχιστο αντίκρισμα έχει: από χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ διαβουλεύεται με τις μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις, αλλά ελάχιστα εισακούει τις προτάσεις τους.
  • Ούτε στην επιτυχία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, καθώς αυτή θα εξαρτηθεί από την ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ να προωθήσει ολοκληρωμένο εναλλακτικό σχέδιο ή, αλλιώς, να διαχειριστεί καταστάσεις τύπου «ΚΑΙ Μνημόνιο, ΚΑΙ Αριστερά». Η αποτυχία του να επενδύσει σε εναλλακτική πρόταση, οφείλεται κυρίως στη δική του εμμονή να θεωρεί το Μνημόνιο ως «επίθεση» (που απαιτεί κυρίως ενότητα και ισχυρό ΟΧΙ) και όχι ως «ομηρεία» που απαιτεί κυρίως εναλλακτικό σχέδιο.  Ενδεχόμενη όμως διατήρηση της λιτότητας θα θεωρηθεί από την κοινωνία  κολοσσιαία πολιτική απάτη, όχι τραγική αυτοπαγίδευση της Αριστεράς όπως θα ήταν.  Τέτοια προειδοποίηση μπορούσαν να καταθέσουν στον προεκλογικό διάλογο μόνο οι Ο.Π., καθώς το είχαν επισημάνει ήδη από το 2010-2: η τωρινή αναγκαστική σιωπή τους, καταλήγει δυστυχώς να μειώνει τα αυριανά περιθώρια ανοχής σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς.
  • Ούτε στη ριζοσπαστική διάσταση της οικολογίας, που εκφυλίζεται σε απλή υποτέλεια στην αριστερά και προσυπογράφει την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να αφήσει στην άκρη όλα τα μέτωπα ανοιχτής κοινωνίας και δικαιωμάτων (από πολιτική ναρκωτικών μέχρι ιθαγένεια για παιδιά που γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Ελλάδα) που θα φόβιζαν συντηρητικούς αντιμνημονιακούς «νοικοκυραίους».  Για το τι θα σήμαινε ένα ουσιαστικό δείγμα ριζοσπαστισμού, αρκεί μια σύγκριση με την πρόσφατη  «Ύστατη Έκκληση» της ισπανικής Αριστεράς και Οικολογίας.
Εκλογικά άστεγος…
Όντως η οικολογία δε μπορεί να κηρύσσει το «όλοι ίδιοι είναι», ούτε να τηρεί «πολιτικές ίσων αποστάσεων». Οφείλει όμως και να βλέπει ότι, δίπλα στα αδιέξοδα του Μνημονίου και την ακροδεξιά ατζέντα Σαμαρά, υπάρχει και συνολικότερο αδιέξοδο του πολιτικού συστήματος της χώρας, αδιέξοδο που ένα πράσινο κόμμα οφείλει εξ ορισμού να αναδεικνύει με τις προειδοποιήσεις του και με την οικοδόμηση εναλλακτικών λύσεων.
Αυτός ακριβώς είναι ο δρόμος που τώρα κλείνει. Η ελληνική πολιτική ιστορία αλλά και η διεθνής εμπειρία των Πράσινων δείχνουν ότι, από τέτοιου είδους συνεργασίες, δυστυχώς δεν υπάρχει επιστροφή. Από την άλλη, δε βλέπω δρόμο ούτε για ανασυγκρότηση του οικολογικού χώρου από ενδεχόμενο νέο σχήμα, που θα προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα.
Παραμένω λοιπόν μέλος των Οικολόγων Πράσινων, δηλώνοντας ατομικά την κατηγορηματική μου διαφωνία για το «γάμο» με το ΣΥΡΙΖΑ. Για την κάλπη, δεν έχω ακόμη αποφασίσει αν τελικά θα τους ψηφίσω ή όχι, νιώθω όμως εκλογικά άστεγος. Και επιμένω ότι, όπως λέει και η Ιδρυτική Διακήρυξη των Οικολόγων Πράσινων, “Η οικολογία πρέπει να περάσει στην πολιτική σκηνή, όχι σαν ειδικός «τομέας» δημόσιας δράσης αλλά ως συνολική ριζοσπαστική οπτική της κοινωνίας. Να προχωρήσει αυτόνομη και όχι ως «προστατευόμενη» πολιτικών δυνάμεων, με άλλες προτεραιότητες στη δράση τους”. 

   Γιάννης Παρασκευόπουλος
Ο Γ.Π. είναι ιδρυτικό μέλος των Οικολόγων Πράσινων
- See more at: http://www.badiera.gr/?p=33167#sthash.6JtWpIg0.dpuf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου