Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

Τα δεύτερα, δικά μου! [11.01.2015]

[...]Κούρασαν το κορμί τους στο παιγνίδι των κορμιών. Είναι ο κόσμος δυό άνθρωποι, ένα πιάτο φαγητό, ένα κρεβάτι, ένα αγκάθι, μια αγκαλιά. Ένα μπουκάλι αλκοόλ. Δυό χελιδόνια έτοιμα για το ταξίδι της επιστροφής. 
Τα δεύτερα, δικά μου. Με τον τρόπο δύο εραστών.
 
ΥΓ. Διαβάζουμε πάντα την Μαργαρίτα
 
Α.ΣΤΕΓΟΣ [11.01.2015]






1. Η Κλειώ αντιπαθούσε τα τακούνια. Τα πόδια της ασφυκτιούσαν την κάθε φορά που ήταν αναγκασμένη να αποχωριστεί τα αγαπημένα της καστόρινα μποτάκια. Η στιβαρή σόλα από κρεπ της έδινε όση σιγουριά χρειαζόταν για τη βόλτα, το καθημερινό της περπάτημα,  το μάθημα, την εκδρομή. Οι επίσημες έξοδοι, μια πρόσκληση για δείπνο, μια Κυριακή στην Καθολική εκκλησία ήταν οδυνηρές καταστάσεις, συνδυασμένες πάντοτε με κάτι μαύρα, δερμάτινα, σκληρά παπούτσια, με χαμηλό τακούνι, αταίριαστα με το ελεύθερο ύφος της. Δεν τη συνόδευε ποτέ. Μια από τις αρχικές συμφωνίες τους. Εκείνος απόμακρος, αρνητικός, θωρακισμένος πίσω από κανόνες, έμενε πίσω. Στο σπίτι ή και αργότερα στο γραφείο του. Κάλυπτε πίσω από την απουσία του και μια μικρή πραγματικότητα: η Κλειώ πάνω στα χαμηλά τακούνια της είναι… λίγο υψηλότερη του.
[...]


Η εικόνα της να κουτσαίνει την έκανε ακόμα πιο αθώα! Σαν κοριτσάκι μικρό πάνω στο δεξί της γοβάκι να παίζει μόνη της κουτσό. Ένα σκαλί δεν πρόσεξε, αμάθητη σε αυτά τα παπούτσια , το αριστερό τακούνι τσάκισε, έσπαζε, στο ένα πόδι ήρθε μέχρι εδώ.

Τη βλέπει να χορεύει μπροστά του. Του λείπει οδυνηρά. Να τραντάζεται στο γέλιο και να χορεύει πάνω στο δεξί της τακούνι. Καθόρισε την ισορροπία της ζωής του. Ένοιωθε τώρα διπλά εγκλωβισμένος σε δύο απουσίες.

Ήταν μια σκηνή από την καθημερινότητα του ευτυχισμένου τότε. Όπως ακριβώς και η ανακάλυψη μέσα στα στενά της γειτονιάς του, εκεί που τριγυρνούσε για χαρμάνια και καφέδες μιας τρύπας… Σε ένα στενό μαγαζί, που δεν το έπιανε μια πρώτη μάτια, ένας ασπρομάλλης κοντά στα εξήντα διόρθωνε, έραβε, έφτιαχνε παπούτσια.

Του έφερε το παπούτσι της Κλειώς και το διόρθωσε σε πέντε λεπτά. Δεν του το παρέδωσε όμως αλλά του ζήτησε και το αριστερό. «Μα αυτό είναι εντάξει…», του είπε. «Είναι πολύ σκληρά και την πληγώνουν. Να μου το φέρεις να τα γλυκάνω.», του απάντησε με χαμόγελο ο κ. Παλμίρο.

Αυτήν την ευγένεια έψαχνε ο Πέτρος. Έγιναν φίλοι. Μέσα στο μικρό μαγαζάκι κρυβόταν ένας ολόκληρος κόσμος. Ένας κόσμος αληθινός με προβλήματα απλά, ένα χαλασμένο τακούνι, ένα φθαρμένο παπούτσι, ένα στενό αλλά ζεστό ζευγάρι μπότες. Λίγες λιρέτες η αμοιβή του μάστορα, αλλά ο πελάτης έριχνε πίσω του το πρώην πρόβλημά του, με ένα εφόδιο έβγαινε ξανά στη ζωή.

Ευθύγραμμες σχέσεις δεν υπάρχουν σχεδόν πουθενά. Στη ζωή και στον έρωτα, στην πολιτική, τόλμη χρειάζονται οι επιλογές μας. Βυθίστηκε πάλι στις σκέψεις του. Ένοιωθε κουρασμένος και μάλλον θα αποκοιμήθηκε [...]


2. Θυμάσαι τη μεγάλη συγκέντρωση του Κόμματος; Τις σημαίες μας να κυματίζουν στην πλατεία. Τα κορμιά μας να αγκαλιάζονται στην παραλία. Και οι θέσεις μας, αυστηρά καθορισμένες από την Οργάνωση και τον έρωτα, δίπλα-δίπλα. Σε ακουμπούσα. Με χάιδευες μέσα στο δικό μας πλήθος. Στους πιο κοντινούς μας συντρόφους. Χανόταν ο κόσμος. Όλοι τους ένα σύννεφο. Μια αγκαλιά. Ένας ήλιος. Μια χαρά. Μια μοναξιά. 

Σε τύλιξα σε μια κόκκινη σημαία. Μου έδωσες ένα μπλέ μαντήλι. Είχαν κι είχαμε πια τα χρώματά μας.

Η υπόλοιπη ζωή κυλούσε ήδη. 

Σε αδιάβατες διασταυρώσεις. 


3. Τίποτα παραπάνω

Οι γυανίκες που μας αρνήθηκαν 
κατηγορούνται για πράξη ειδεχθή.

Σε άλλη δίκη,
κατηγορούμενοι εμείς,
για απλή απόπειρα ληστείας.

Τίποτα δεν καταφέραμε να κλέψουμε 
και προσπαθήσαμε πολύ.

Τίποτα δεν καταφέραμε,
ίσως μια, δυό νύχτες στο κρεβάτι τους. 

Τίποτα δεν καταφέραμε.Τίποτα παραπάνω. 

4. Θεσσαλονίκη

«Η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν οδηγός  τουριστικού λεωφορείου στα νιάτα της». Η φράση μου, παρμένη από κάποιο μυθιστόρημα, [1] της άρεσε. Χαμογέλασε, έφτιαξε τα μαλλιά της ίσως και να  άλλαξε στάση, φέρνοντας  κοντά μου το πρόσωπο της. Έλαμπε. Το μπαρ φωτίστηκε μαζί με τα όνειρά μου. Μια αναπνοή,  μια στιγμή μας χώριζε.  Όπως ακριβώς τις φαντασιώσεις από την πραγματικότητα της ηλικιωμένης, που όπως τώρα διαβάζω, εξομολογείται: «εργάστηκα, εικοσιδύο χρόνια σε ένα πρακτορείο τουρισμού. Αλλά από το στενό γραφείο μου δεν μετακινήθηκα ποτέ».

Κράτησα την αλήθεια μου. Τι δεν μπόρεσα να πω; Τι δεν μπόρεσε να ακούσει; Άλλωστε, πέρα από τα ταξίδια του μυαλού αντιπαθώ τις μετακινήσεις.

Έτσι στις καθημερινές μου συνήθειες ξύπνημα  στις έξι, πρώτο τσιγάρο στο κρεβάτι,  ζεστός καφές και πρωινή  εφημερίδα, προστέθηκε και η απογευματινή επίσκεψη στο μπαρ. 

Ακριβώς την ώρα που το « 3 » ξεκίναγε από  Καλαμαριά.

[1]Νένη Ευθυμιάδη Οι πολίτες της σιωπής εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1993


5. Στα καφέ της πόλης κυκλοφορεί μιαν αδιαφορία. Απρόσκλητοι όμως, επισκέπτες είχαν κατακλύσει, λίγες μέρες τώρα, την κεντρική πλατεία και τους γύρω δρόμους. Είχαν μετατρέψει το κέντρο σε πολύβουο πανηγύρι. 

Χρόνιες παθήσεις κρατούσαν τον ντόπιο πληθυσμό σε κατάσταση ύπνωσης.



υγ. Με την ανθοφορία των λουλουδιών μπορείς να ορίσεις τον χρόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου