Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Μη πετάξεις τίποτα #6





[...] Βιβλία, χαρτιά, στοίβες οι εφημερίδες, σκόρπια τα περιοδικά. Χάρτινοι φάκελοι και αποκόμματα. Η μυρωδιά του χαρτιού ανάμικτη με εκείνη ενός φτηνού ελληνικού καπνού για τσιμπούκι. Ένα μικρό γραφείο με παραλληλογράφο. Κάποια σχέδια που δεν τελείωσαν ποτέ. Δύο πολυθρόνες που έδιναν καθημερινά μάχη για να μην εκτοπιστούν στη μικρή βεράντα που ανοιγόταν έξω από το "σαλόνι". Βιβλία και χαρτιά[...]

Αν αποφάσιζε κάποτε να τακτοποιήσει το...καθιστικό του, τούτα τα μικρά διαμαντάκια θα τα έβαζε σε φάκελο πορτοκαλί.  Μέχρι τότε θα τα παρουσιάζει εδώ.  Με μια σειρά που έχει στο κεφάλι του...
  Α.ΣΤΕΓΟΣ
"Μη πετάξεις τίποτα..."  Την τελευταία μέρα του μήνα στο "τετράδιο εξόδου".


 Ο Δωδεκάλογος του Καρούζου
 ο Ηλίας Πετρόπουλος γράφει από το Παρίσι [1]

Μ τν ξέχαστο Νκο Καροζο εμασταν φιλαράκια. Καροζος μίλαγε (, μλλον γόρευε) πέροχα. ταν θελα ν τν κούσω, κατηφόριζα ς το Λουμίδη, που ταν βέβαιο πώς θ τν ερισκα πάντα κε. Κάποτε-κάποτε, καταλήγαμε σ καμι ταβέρνα. Καροζος, πρν ρχίσει ν πίνει, τρωγε στ γεμάτα. τρωγε σιωπηλός. Μετ ζήταγε π” τ γκαρσόνι ν μάσει τ μπάζα, δηλαδ τὰ ἄδεια πιάτα κα τ πιρούνια. Καί, τότε, μόνον τότε, ξεκίναγε ν πίνει κα ν μιλάει. Καροζος ταν ραος ντρας, λλ δν τόξερε. Εχε μεγάλη μόρφωση καὶ ἀκόμη μεγαλύτερη πνευματικότητα. Μίλαγε π παντς θέματος: π τ ποιήματα το Καβάφη μέχρι τν ζωγραφική το Δέρπαπα. Καὶ ὅταν μίλαγε, ταν σχεδν γοητευτικός.

Καμι φορά ρχότανε σπίτι μου κα μ ψιλορώταγε γι τ βιβλία πού τοίμαζα. Συνήθως, σκάλιζε τ χρωματιστ στυλ το γραφείου μου. Καὶ ἔπειτα καθότανε κι γραφε μικρ ποιηματάκια, χρησιμοποιώντας πάντοτε να στυλ μ διαφορετικ χρμα. Μι μέρα κάθισε κα μοῦ ἔγραψε κάτι λακωνικς συμβουλές. Θυμμαι πώς γραφε κατ” εθείαν, δίχως κομπιάσματα, δίχως ν διορθώνει τίποτε. Τώρα, πειτα π σχεδν τριάντα χρόνια, ψάχνοντας τὸ ἀρχεο μου, λο κα βρίσκω τέτοια χαρτάκια το Καρούζου. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι, συγκινομαι πολύ.

Στς 21 Δεκεμβρίου 1971, ξαναρθε Νκος Καροζος στ σπίτι μου.ταν κάπως τσατισμένος. ρχισε ν μο κολλάει, γιατί εχα γράψει τ βιβλίο μου γι τν λύτη κτλ. Φαντάζομαι τι ζήλευε, λλ δν μποροσα ν κάνω τίποτα — πολ περισσότερο πού κτιμοσα πέραντα τν ποίηση το Καρούζου κι ατς τὸ ἤξερε κάλλιστα. Δν το επα τίποτα γι ν μν τν ρεθίσω. Κα τότε, ξαφνικά, πιασε κι γραψε να κειμενάκι γι τ βιβλίο μου Ρεμπέτικα Τραγούδια, πού εχε δημοσιευτε πρ τριετίας. Κα σ λίγο, κατσε μπρς στν γραφομηχαν καὶ ἔγραψε τν Δωδεκάλογο πού παραθέτω.

π εκοσι χρόνια μάθαινα τ νέα το Καρούζου π τν Φασιανό. λλωστε, Φασιανός μοῦἀφηγήθηκε πολλ γι τς τελευταες μέρες το Ποιητ στ νοσοκομεο. Νκος Καροζος πέθανε, μ πάντα τν κούω ν μο μιλάει μ” κείνη τν πεντακάθαρη προφορ το Ναυπλίου.

Στν λία Πετροπουλο
1. Ν μν ερηνεύεις νώφελα.
2. Ν μν πολεμς πίσης νώφελα.
3. Ν” γαπς τν λιο, μὰ ὄχι σν θεότητα.
4. Ν’ ποστρέφεσαι τ σελήνη σν δαφος.
5. Ν πηγαίνεις καμι φορά στν κκλησία, δ χάνεις τίποτα.
6. Ν θυμσαι λιγάκι τ θάνατο, μὰ ὄχι σν θάνατο.
7. Ν βλέπεις τ ματαιότητα κα τς δέας τς ματαιότητας.
8. Ν λς λληνας κα ν νιώθεις λλην μορφιά, ν μ νιώθεις λληνικότητα.
9. Ν γράφεις γαπώντας τὸ ἄγραφο.
10. Ν στοχάζεσαι πέρ’ π” τος στοχασμούς σου.
11. Ν μν ξεχνς τν παρξη τοῦ Ἀνύπαρχτου.
12. Νά τ διαβάζεις κάθε μέρα τοτα.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ 21.12.71

[1] ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 17.12.1994

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου