Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Επιστροφή

Μπήκαμε πάλι στο γνωστό λούκι της πόλης. Τι ψάχνω;  Αναζητώ το κόκκινο πενάκι μου με άγχος. Θέλω να γράψω και  γράφω σε σένα. Δεν ξέρω τι έχω, μου φταίνε όλοι, ενώ ίσως να υπάρχουν ακόμα κάποιοι που να με νοιάζονται. Κάθομαι ώρα τώρα και κοιτάζω το ταβάνι.

Πίνω μπύρες.  Κοντεύω να τελειώσω το δεύτερο πακέτο, το φλέμα κάθεται στο λαιμό, σαν το καβούκι στις χελώνες και επιμένω. Απαντοχή στη βραδινή συναυλία. Η αγωνία -ο αγώνας ξεχάστηκε- για την επιβίωση. Θα μπορούσαν να είναι όμορφα τα πράγματα. Όρεξη για τίποτα. Εύχομαι το οτιδήποτε. Η προσαρμογή δύσκολη έννοια και πράξη. Η πραγματικότητα δύσκολη και οι καιροί μας χαλεποί.

Γράφω σε σένα, καλέ μου φίλε,  χωρίς ντροπή, χωρίς να κρύβομαι ή να φοβάμαι. Δεν νοιώθω κενός μα ζω με πολλά άδεια πράγματα. Οι λευκές σελίδες μου τρυπάνε το στομάχι, όχι οι μπύρες.  Η σχολή μου θυμίζει Βατερλό και Άγια Ελένη ταυτόχρονα. Η σκέψη παίζει διάφορα παιγνίδια.  Εξισώσεις νιοστού βαθμού, 3πλά ολοκληρώματα, ανολοκλήρωτες σχέσεις. Επαναφέρει ξανά και ξανά πρόσωπα που έχουν φύγει, τη φρίκη ενός κόσμου κατακερματισμένου.  Παλιές αγάπες σκληρά όμορφες και βασανιστικές. Ανθρώπους ξένους με θυμό για τον Άλλον. Η σκέψη στον παρελθόντα χρόνο σε ισορροπία με την μοναξιά του παρόντος. Η σκέψη, η μοναξιά, απέναντι μου.  Απέναντι στο λειψό σώμα μου. Αναρωτιέμαι τι είναι το σύνολο; Ζω στη μερικότητα της προσωπικής μου οπτικής. Με τα λάθη μου αναμετριέμαι.  


Φαντάζομαι, η φαντασία διεκδικεί το ρόλο της μαμής από τη βία, κατά πως λέει ο Μπαμπασάκης,  και  καταγράφω τους εχθρούς μου. Γεμίζω τις λευκές σελίδες ή καλύτερα σκίζω επιτέλους τις κιτρινισμένες των παρελθόντων σημειωμάτων. Μα, διστάζω. Είναι οι άνθρωποι, δηλαδή οι πράξεις τους, η κοινή μας ζωή, που με κρατάει. Τα τηλέφωνα στην παλιά ατζέντα. Είναι και δική μου η ζωή τους. Τους κοντινούς, τους προσιτούς  «καταπολεμώ»: συνεχίζω πίνω, καπνίζω. Τελειώνουν  να με βλάψουν δεν μπορούν πια.

Σούρουπο. Το σκυλί γαυγίζει, η κοπέλα να κοιτάζει. Ο γείτονας ποτίζει τα λουλούδια του. Η Μερόπη ετοιμάζει το δείπνο με το παράθυρο ανοικτό να ξεχειλίσει γεύσεις και την ομορφιά της. Η αισιοδοξία είναι ο καλύτερος σύμμαχος. Η αυτοκτονία το καλύτερο τέλος.


[Σήμερα στις 9 το βράδυ στην κεντρική πλατεία θα δώσει μουσική! συναυλία το συγκρότημα των... Χάνεται η φωνή του μεγάφωνου και δεν είναι η μοναδική... ]

Και ο έρωτας που βρίσκεται; Στα γκρεμισμένα απομεινάρια της γειτονιάς μου. Η φύση μας μικρή για να τον αντέξει. Τέλος, η επικρατούσα  για  χρόνια  άπνοια  ματαιώνει την μετακίνηση.



Καλέ μου φίλε, 


Οι αισθήσεις μου έχουν κυριευθεί από θυμό, πόνο, ποτό, και καπνό. Καταστάσεις ανάμικτες, απαγορευτικές για γράψιμο. Έτοιμος για τη συναυλία ή για τη γωνία του δωματίου μου; Θα πάω και στα δύο. 
Απίστευτες εικόνες: ένα παιδί κόβει το φρεσκοποτισμένο λουλούδι, κοιτάζει την κοπέλα, που εξακολουθεί να κοιτάζει και της το προσφέρει. Η Μερόπη φιλά το σύζυγό της και κοιτάζει χωρίς να βλέπει από το ανοικτό παράθυρο. Με μυρωμένα χέρια ισιώνει την ποδιά της. Η κίνησή της στέλνει κύματα ηδονής στην πόλη.



Έφυγα.  Η συναυλία άρχισε ήδη,  στη γωνία του δωματίου μου.

Σε χαιρετώ


Α.   
φωτογραφία: από τα χειρόγραφα του "τετραδίου"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου