Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Σελιδοδείκτης 14.03.2016

Σελιδοδείκτης 89ος

Νίκος Καχτίτσης
Ο ΕΞΩΣΤΗΣ
επιμέλεια Γιώτα Κριτσέλη, Βίκτωρ Καχμής
εικονογράφηση Εύη Τσακνιά
εκδόσεις ΚΙΧΛΗ, Αθήνα 2012

γράφει η Κατερίνα Σχινά 

Σπουδή στην ενοχή και την αμφιβολία

Ξαναδιαβάζοντας τον «Εξώστη» του Νίκου Καχτίτση, στην εξαιρετικά επιμελημένη έκδοση της «Κίχλης» -κομψότατα σχέδια από την Εύη Τσακνιά, ένα δοκίμιο για τον «Αναξιόπιστο Εξομολογούμενο» ήρωα από τον Γιάννη Δημητρακάκη, μια λεπτομερής εξιστόρηση της περιπέτειας της έκδοσης από τη Γιώτα Κριτσέλη και ένα συναρπαστικό χρονολόγιο που ενέχει θέση συνοπτικής βιογραφίας του συγγραφέα από τον Βίκτωρα Καμχή- αναρωτιέμαι τι καταδίκασε ένα τόσο προσωπικό και ιδιόρρυθμο έργο σε, δυσανάλογη προς την πρωτοτυπία του, αφάνεια. Ο σύντομος βίος του συγγραφέα; Η αποδημία στην ξένη; Η μικρή σε όγκο λογοτεχνική του παραγωγή; Ή μήπως η αποκοπή του από την ελληνική παράδοση, ο ιδιότυπος (κυρίως πνευματικός) κοσμοπολιτισμός του και η προσήλωσή του σε εσωτερικά τοπία όπου καραδοκούν το παράδοξο, το αλλόκοτο, το αναπάντεχο και το φανταστικό;


Καιρός να ξαναδιαβάσουμε τον Καχτίτση. Κι αυτό γιατί, παρότι έχουν περάσει κοντά πενήντα χρόνια από την πρώτη έκδοση του «Εξώστη» (1964 από τις θεσσαλονικές εκδόσεις «Πρώτη ύλη», σε επιμέλεια Κ. Τσίζεκ), αυτή η σπουδή στην ενοχή, η υφασμένη πάνω σε υπαινιγμούς και νύξεις, αυτή η λυρική περιγραφή της αυτοβασανιζόμενης συνείδησης η βυθισμένη «σ' ένα εφιαλτικό λυκόφως αμαρτίας και εγκλήματος» καθώς έγραψε ο Στρατής Τσίρκας, διαβάζεται απνευστί: ο κεντρικός ήρωας, που προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες των εγκληματικών του πράξεων έχει δραπετεύσει από την Ευρώπη αναζητώντας καταφύγιο στην Αφρική, ο εκ Γάνδης Στοππάκιος Παπένγκους που βιώνει τον παροξυσμό του προσωπικού του άγχους έγκλειστος σε ένα σύμπαν παραισθήσεων και ονείρων, έρμαιο των εμμονών και των τύψεων, νευρωσικός και απελπισμένος, είναι ένας σύγχρονός μας που εξέπεσε ηθικά· και η ηθική του κατάπτωση είναι αυτή ακριβώς που τον καταδικάζει να ζήσει σε έναν απονοηματωμένο κόσμο, απειλητικό και ανοίκειο.

Σκέφτομαι ότι το παραπλήρωμα της ενοχής είναι ο φόβος. Ο ήρωας του Καχτίτση τρέμει κυρίως δύο πράγματα: τον συνταγματάρχη, πρώην φίλο του και νυν ενσαρκωμένη υπενθύμιση των ανομημάτων του κατά τη διάρκεια του πολέμου, και μια αινιγματική ύπαρξη, σκιά ή στοιχειό, ξυπόλυτο, «χωρίς οντότητα», ρευστό και απροσδιόριστο, το «τσαχαλάκι», που ενώ ο ίδιος κάθεται στον εξώστη απορροφημένος από το τοπίο, περνάει πίσω από τα αυτιά του, τον λούζει με την αποφορά της χλιαρής αναπνοής του, μουρμουρίζει ακατανόητα και χαχανίζει, βυθίζοντας τον αφηγητή «σε μια θλίψη ανάμεικτη με φρίκη». Φοβάται ό, τι δεν μπορεί να ελέγξει· και δεν μπορεί να ελέγξει τίποτα, ούτε καν την αφήγησή του την ίδια, γιατί νομίζει ότι τον ελέγχουν, τον περιεργάζονται και τον υποπτεύονται όλοι οι άλλοι.

Τούτη η διάλυση του νοήματος, η απορρύθμιση, η ανυπαρξία οποιασδήποτε σταθεράς, και μαζί η άδηλη φύση των «εγκλημάτων» του Παπένγκους (όσο κι αν ο μεταγενέστερος «Ηρωας της Γάνδης», μυθιστόρημα του Καχτίτση που εκδόθηκε το 1967, τον θέλει συνεργάτη του εχθρού κατά την πολιορκία της πόλης, και τον κινεί αριστοτεχνικά σε μιαν ατμόσφαιρα νοσηρών ερώτων, ηθικής σήψης, εξουθένωσης και θανάτων) και η διάρρηξη των ορίων αλήθειας και ψεύδους, προσδίνουν στον «Εξώστη» αυτό το αίσθημα του ασφυκτικού και του επείγοντος που τον καθιστά συγκλονιστικά σύγχρονο και εφιαλτικά εναργή. Τον διαβάζουμε σαν να παρακολουθούμε τον παραδαρμό μιας βεβαρυμένης συνείδησης και σαν να αφουγκραζόμαστε την πνιγμένη κραυγή ενός αποδιοργανωμένου Εγώ, που έχει πάψει πια να διέπεται από την αρχή της πραγματικότητας.



Νίκος Καχτίτσης (1926-1970). Ο Νίκος Καχτίτσης γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1926 στη Γαστούνη της Ηλείας, πέμπτο από τα έξι παιδιά του Θωμά και της Μελπομένης Καχτίτση (το γένος Λογοθέτη). Ο πατέρας του, με καταγωγή από την Ήπειρο (Κόνιτσα), ήταν σιδηροδρομικός των ΣΠΑΠ (Σιδηροδρόμων Πειραιώς-Αθηνών-Πατρών) και την περίοδο εκείνη υπηρετούσε στη Γαστούνη. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Μανωλάδα και την Πάτρα. Από τον Σεπτέμβριο του 1931 μέχρι τον Ιούνιο του 1935 φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Βάρδας (κωμόπολης και σιδηροδρομικού κόμβου κοντά στη Μανωλάδα Ηλείας). Τον Σεπτέμβριο του 1935 ο πατέρας του μετατέθηκε στο Ναύπλιο όπου διέμεινε η οικογένεια μέχρι το καλοκαίρι του 1940, οπότε και μετακόμισε πάλι στη Βάρδα, διατηρώντας ωστόσο δεύτερο σπίτι στην Πάτρα όπου κατοίκησε ο Καχτίτσης.

Τον Σεπτέμβριο 1940 εγγράφεται στην Δ΄ τάξη του Α΄ Γυμνασίου Αρρένων Πατρών και αναπτύσσει στενή φιλία με τον κατά ένα χρόνο μεγαλύτερό του Ντίνο Ηλιόπουλο, γιο του Γυμνασιάρχη. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, μεταξύ Οκτωβρίου 1942 και Μαρτίου 1943, οι συμμαθητές και φίλοι Ν. Καχτίτσης, Ντ. Ηλιόπουλος, Λ. Μπαζός, Σπύρος Στεφανόπουλος (αδελφός του μετέπειτα Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλου), Μαρία Στοφόρου [Μανωλάκου], όντας σε επικοινωνία με τον Γιώργη Παυλόπουλο στον Πύργο Ηλείας (όπου εξεδίδετο το νεανικό, πατριωτικό περιοδικό "Οδυσσέας"), αποφασίζουν την έκδοση, σε χειρόγραφη μορφή, ενός φιλολογικού πατριωτικού περιοδικού, της "Μέλισσας". Στις 20 Δεκεμβρίου ετοιμάζεται ένα πρώτο σχεδίασμα. Ο Καχτίτσης καλλιγραφεί ιδιοχείρως τα πρώτα τέσσερα αντίτυπα, τα οποία κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι μεταξύ 15 και 20 Μαρτίου 1943. H έκδοση αναστέλλεται ύστερα από ανώνυμες επιστολές "με την απειλή πως αν τολμήσει να εμφανισθεί το αναρχικό έντυπο "θα καταγγελθείτε εις τας Αρχάς Κατοχής ως αντιτιθέμενοι στο κρατούν καθεστώς"" (Μαρία Mανωλάκου, "Ο έφηβος Νίκος Καχτίτσης", περιοδικό "Γράμματα και Τέχνες", τχ. 46, Ιούλιος-Αύγουστος 1986, σ. 5). Απογοητευμένα, τα περισσότερα μέλη της συντακτικής επιτροπής εντάσσονται στις τάξεις της ΕΠΟΝ. Ο Καχτίτσης διατηρεί στενές σχέσεις με τα υπόλοιπα μέλη, ωστόσο δεν εντάσσεται στην ΕΠΟΝ. Λίγο πριν από την απελευθέρωση της Πάτρας από τον ΕΛΑΣ, στις 4 Οκτωβρίου1944, συλλαμβάνεται και κρατείται από τα Τάγματα Ασφαλείας, επειδή διατηρούσε αλληλογραφία με τον στενό του φίλο, Λάκη Μπαζό, ενταγμένο τότε στην ΕΠΟΝ.

Στις 24 Μαρτίου 1949, ενώ ο Εμφύλιος συνεχιζόταν, παρουσιάστηκε στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Τριπόλεως. Απολύθηκε από τον Ελληνικό Στρατό ύστερα από τριάμισι χρόνια θητείας στις 21 Ιουλίου 1952 με τον βαθμό του εφέδρου ανθυπολοχαγού. Στις 24 Ιανουαρίου 1953 αναχώρησε αεροπορικώς από την Αθήνα -μέσω Παρισιού, Μπορντώ και Τύνιδας- για τη Ντουάλα του γαλλικού Καμερούν, όπου είχε προσληφθεί ως λογιστής στη βρετανική εταιρεία Paterson, Zochonis & Co Ltd. Επέστρεψε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1955.

Τον Ιούνιο του 1956 έλαβε επίσημη πρόσκληση από τη Θάλεια Τσαπουλάρη να μεταβεί στον Καναδά ως επίσημος μνηστήρας της. Μετά από σύντομη διαμονή στο Παρίσι και το Λονδίνο, στις 6 Ιουλίου αναχώρησε από το Σαουθάμπτον με το υπερωκεάνιο Ascania για το Μόντρεαλ. Στις 27 Οκτωβρίου νυμφεύτηκε τη Θάλεια Τσαπουλάρη στον ορθόδοξο ναό της Αγίας Τριάδας στο Μόντρεαλ με κουμπάρο τον νεανικό του φίλο Ντίνο Ηλιόπουλο. Στο Μόντρεαλ θα βιοποριστεί με ποικίλες εργασίες: κατ' οίκον διδασκαλία αγγλικών και γαλλικών σε ομογενείς, υπάλληλος ταξιδιωτικού πρακτορείου και επίσημος δικαστικός διερμηνέας, εργασία που θα αποτελέσει την κύρια πηγή εσόδων του. Στις 11 Ιανουαρίου 1962 γεννήθηκε ο γιος του Θωμάς-Κωνσταντίνος.

Με την κήρυξη της Δικτατορίας, στις 21 Απριλίου 1967 και ακολουθώντας την τακτική πολλών Ελλήνων συγγραφέων, ο Καχτίτσης παύει να τυπώνει κείμενα στην ελληνική γλώσσα. Εξαίρεση στον κανόνα η υπό την εκδοτική επωνυμία "Λωτοφάγος" έκδοση τον Δεκέμβριο του 1967 του "Ήρωα της Γάνδης". Τον Μάιο του 1968 ως εκδότης πλέον τύπωσε τις "Πρόκες" του Γ. Δανιήλ και πάλι υπό την εκδοτική επωνυμία του "Λωτοφάγου". Αμφότεροι τόμοι στοιχειοθετήθηκαν στα πιεστήρια όπου τυπωνόταν η ημερήσια ομογενειακή εφημερίδα "Το Ελληνοκαναδικό Βήμα". Το καλοκαίρι του 1968 εγκατέστησε στο υπόγειο του σπιτιού του ένα χειροκίνητο πιεστήριο και τύπωσε υπό τη διακριτική επωνυμία "Anthelion Press" στην αγγλική γλώσσα κείμενα δικά του, του Ε. Χ. Γονατά και άλλων καθώς και τρία αντιδικτατορικά τομίδια. Άνθρωπος διηνεκώς κατεχόμενος από φοβίες και λόγω της ημιεπίσημης θέσης του ως δικαστικού διερμηνέως, εξέδωσε τις ανωτέρω εκδόσεις ανωνύμως. Παράλληλα δημοσίευσε με ψευδώνυμο σειρά άρθρων στο "Ελληνοκαναδικό Βήμα" στα οποία παίρνει θέση κατά της Δικτατορίας.

Στις 6 Απριλίου 1970 διαγιγνώσκεται ότι πάσχει από οξεία λευχαιμία. Στις 17 Μαΐου έφτασε στην Αθήνα και την επομένη στην Πάτρα, όπου διέμεινε σε συγγενείς του. Δύο ημέρες πριν πεθάνει εισήχθη στο Νοσοκομείο της Πάτρας όπου και εξέπνευσε στις 25 Μαΐου 1970. Ενταφιάστηκε στις 26 Μαΐου το απόγευμα στον οικογενειακό τάφο σε μια πλαγιά του Α΄ Νεκροταφείου Πατρών, αλλιώς Νεκροταφείου των Αγγέλων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου