Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Γραφή και ανεκπλήρωτα όνειρα


γράφει ο Μανόλης Χρονάκης

“H τέχνη της γραφής είναι μυστηριώδης, οι απόψεις που υποστηρίζουμε είναι εφήμερες.” [1]

Τα όνειρα που κάνουμε στον ξύπνιο μας κατατρύχουν και μας απειλούν.

“Κάποτε χάνεται η διάθεση και γι' αυτό, και πολλοί από τους ανθρώπους, που μέσα τους έχει μείνει ένα απόθεμα οριστικά ανεκπλήρωτων ονείρων, προμηθεύονται ένα σημείο, πάνω στο οποίο έχουν κρυφά τα μάτια καρφωμένα, λες και από εκεί θα έπρεπε να ξεκινήσει ένας κόσμος που τους τον χρωστάνε.” [...]

 
“Αν οι συνθήκες ευνοούν τον άνθρωπο, κάποια μέρα βρίσκει διέξοδο στη συγγραφή ενός βιβλίου ή μιας μπροσούρας ή ενός άρθρου για μια εφημερίδα με θέμα το σημείο του, και έτσι καταγράφει κατά κάποιο τρόπο τη διαμαρτυρία στα αρχεία της ανθρωπότητας, πράγμα που καθησυχάζει φοβερά, ακόμα και αν το γραπτό του δεν διαβαστεί από κανέναν άλλο. Ωστόσο καμιά φορά το γραπτό παρασύρει μερικούς ανθρώπους, οι οποίοι διαβεβαιώνουν τον συντάκτη του ότι είναι ένας νέος Κοπέρνικος και που στη συνέχεια αυτοσυστήνονται ως παρεξηγημένοι Νεύτωνες.” [2]



Κάποτε λοιπόν και “όταν ευνοούν οι συνθήκες” θέλουμε να φανερώσουμε τα ανεκπλήρωτα όνειρά μας, να τα φωνάξουμε, για να ησυχάσουμε. Να τ' ακούσουν όσο γίνεται περισσότεροι, να λυτρωθούμε. Έτσι αρχίζουμε να σκαρώνουμε μικρά στιχάκια, να κρατάμε ημερολόγια, να στέλνουμε επιστολές (που αποτελούν τη λεγόμενη ιδιωτική λογοτεχνία), ραβασάκια ερωτικά, συμβόλαια ή διαθήκες και όλ' αυτά με ψευδώνυμο ή χωρίς, πάντως με υπογραφή. Όπως τα μικρά παιδιά, που η πρώτη τους γραπτή επικοινωνία γίνεται με απίστευτα όμορφες ζωγραφιές, τις οποίες ζηλεύουν και οι μεγαλύτεροι ζωγράφοι και στέλνουν μ' αυτές τα σχέδια και τα μηνύματα των ονείρων, όλων των ονείρων τους. Πολλές φορές υπογράφουν κιόλας κι αν δεν ξέρουν γράμματα η ίδια η ζωγραφιά είναι η υπογραφή τους. Οι πολλοί κρατάνε τα όνειρά τους, μερικοί μάλιστα ζηλότυπα. Ζουν και πεθαίνουνε μ' αυτά.

Είναι ενδιαφέρον να σκεφτεί κανείς, να μελετήσει και να γράψει: γιατί οι άπειρες συγγραφές και εκδόσεις βιβλίων, καθώς και όλα τα κείμενα, που τόσο συχνά δημοσιεύονται στις μέρες μας; Γιατί η ενέργεια αυτή αποτελεί το όνειρο εκατομμυρίων ανθρώπων;

Αν ρίξουμε μια ματιά σε μια μόνο εφημερίδα ή άλλο έντυπο λογοτεχνικό, πολιτικό, ποικίλης ύλης, μπορούμε χωρίς πολύ κόπο να εισπράξουμε την αγωνία των ανθρώπων αυτών. Λογίων, τεχνοκρατών, πάσης φύσεως πολιτικών, επιστημόνων, ιερωμένων, μοναχών, ού μην αλλά και απλών και αγράμματων (!) ανθρώπων.

Απομονώνουν ένα σημείο από τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους, στυλώνουν το μάτι και το ενδιαφέρον τους πάνω σ' αυτό και απαιτούν-αλλά δεν πασχίζουν όλοι-να φτιάξουν ένα καινούργιο κόσμο στα μέτρα τους. Και ενώ όλοι ανεξαιρέτως γνωρίζουν ότι τίποτα απολύτως δεν πρόκειται να συμβεί στον κόσμο αν προσθέσουν χιλιάδες σελίδων με διαμαρτυρίες στα “αρχεία της ανθρωπότητας”, εκείνοι επιμένουν να λογομαχούν με τον ίδιο τον εαυτό τους, ναρκισσευόμενοι μ' έναν αυτάρεσκο, εγωιστικό τρόπο. Αποτελεί ενδιαφέρουσα μελέτη η ανίχνευση-ανεξερεύνητων ομολογουμένως-προθέσεων, σκοπών και στόχων μιας συγγραφής.

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι σε κάθε γραπτό κείμενο, εκτός από το σημαίνον και το σημαινόμενο, υπάρχει η ματαιοδοξία του δημιουργού, με τη μορφή ψηγμάτων ή την ογκώδη μορφή των βράχων. Καθένας από μας δεν αρκείται στη διαιώνισή του μέσα από την ύλη, τα γονίδια δηλαδή, αλλά εννοεί να συμπληρώσει αυτή την “παρουσία” του στους αιώνες, με περισσότερο προσωπικά, εγωιστικά στοιχεία, που δεν είναι απλώς παιδιά του, είναι ο ίδιος, αυτούσιος και πέρα από τα γονίδιά του. Κι αυτό το πετυχαίνει με το λόγο, τη γραφή και οποιαδήποτε εικαστική δημιουργία, που αποτελούν μέσα ανθεκτικά στο χρόνο και άρα ασφαλή.

Η δημιουργία είναι μυστήριο και έχει συνδεθεί με τη Φύση, με το θείο. Δεν είναι πράξη, είναι ενέργεια και ως τέτοια προέρχεται από μυστήρια έμπνευση (έκλαμψη) και βασανιστική, εξουθενωτική εργασία. Ο άνθρωπος τείνει προς το δημιουργείν και κατά τούτο ομοιώνεται με το θείο! Οι πραγματικοί δημιουργοί είναι σπανιότατοι.

Το μέγα πλήθος των “δημιουργών” δεν είναι δημιουργοί με τη στενή, την αυστηρή έννοια του όρου. Θα μπορούσε κανείς να τους ονομάσει συνθέτες ή και ανασυνθέτες, γιατί τίποτα από το μηδέν. Και αυτοί, αναμφισβήτητα, προσφέρουν στην εξέλιξη και στην καλλιέργεια του πνεύματος.

Η παράταση της ύπαρξης και μετά το γεγονός του θανάτου-η αθανασία-αποτελεί τη μεγαλύτερη έγνοια και λαχτάρα του ανθρώπου, ο οποίος είναι ευνουχισμένος από την ιδέα του θανάτου. Θέλει να είναι παρών (ο άνθρωπος) και μετά το οριστικό γεγονός κι ας κάνει πως δεν τον ενδιαφέρει. Και, ακριβώς επειδή πιστεύει πως ο θάνατος επιφέρει το τέλος, επιθυμεί να αφήσει τα ίχνη του μετά απ' αυτόν, όσο ακόμα βρίσκεται στη ζωή. Η γραφή τού προσφέρει αυτή τη δυνατότητα, γιατί νομίζει πως οι λέξεις και οι έννοιές τους ελέγχονται ευκολότερα από άλλα “υλικά”, όπως η πέτρα, ο ήχος, το χρώμα, που πάρα πολύ δύσκολα τιθασεύονται. Σύντομα βέβαια διαπιστώνει πως η τέχνη της γραφής είναι μια σειρήνα, που σε πλανά, σε κοροϊδεύει, σε δοκιμάζει σκληρά, ώσπου μαζί της να πλαγιάσεις. Και ή κατατρώγεσαι απ' αυτήν ή πάλι λησμονείς την ίδια τη ζωή σου.

Ο καθένας από μας επιθυμεί ένα κείμενο ή κι ένα βιβλίο δικό του να τον συντροφεύει στη ζωή και στο θάνατο. Αυτό, βέβαια, από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας φτιάχνεται και ήδη υπάρχει μέσα μας . το κουβαλάμε μαζί έως ότου πεθάνουμε. Εκείνο που δεν ξέρουμε είναι ότι το βιβλίο αυτό είναι έ ν α και όχι περισσότερα. Διότι όσα όνειρα-ανεκπλήρωτα ή μή-κι αν μας ακολουθούν σε τούτη τη ζωή συνθέτουν και αποτυπώνονται σε έ ν α βιβλίο κι αυτό θέλουμε ν' αφήσουμε να δηλώνει στο μέλλον την παρουσία μας! Είναι βέβαια πάρα πολύ δύσκολο ή αποτελεί “πραγματική τύχη για έναν καλλιτέχνη να βρει ένα θέμα, που μέσα σ' αυτό θα μπορέσει αρμονικά να συνταιριάσει όλα τα ανώτατα χαρίσματά του”, όπως λέει ο Στέφαν Τσβάιχ σε μια μορφή βιογραφίας για τον Έρασμο. Δηλαδή είναι δύσκολο να καταφέρει κανείς να παρουσιάσει ό,τι καλύτερο διαθέτει σε ένα μόνο βιβλίο.

Είμαστε όμως βιαστικοί. Δεν έχουμε υπομονή. Το καλύτερο βιβλίο μας θα γραφτεί από μας μέσα από τους άλλους μετά το θάνατό μας. Και θάναι συναρπαστικό, το πιο αντικειμενικό, μέσα απ' αυτό θα ζήσουμε και μερικοί μπορεί να μεγαλουργήσουν!

Εδώ, σ' αυτό το σημείο ακριβώς (λόγω άγνοιας, βιασύνης, υπερβολικής ματαιοδοξίας) πέφτουν στην παγίδα μυριάδες μετριότατων συγγραφέων ή “συγγραφέων”, παρασύρονται και γράφουν, γράφουν, ωσάν να τους έπιασε λαγνεία, παραζάλη και μανία για τη διαδικασία της γραφής και επαναλαμβάνουν τα ίδια και τα ίδια. Όχι μόνο γράφουν αλλά και εκδίδουν σε βιβλίο τα όσα σκαρώνουν ναρκισσιστικά και είναι αμφίβολο αν οι ίδιοι τα ξαναδιαβάζουν. Μοιάζει σαν να ρέουν από μέσα τους ασυναίσθητα, άκοπα, να μην τα ελέγχουν, χωρίς βέβαια να πλησιάζουν τη μαγεία της “αυτόματης γραφής” ή της μεγάλης δημιουργίας. Κουράζουν-αν κουράζουν-οι συγγραφείς τους, χέρι και μυαλό “δι' ασήμαντον αφορμήν”. Σκέφτομαι πως ίσως να μην το κάνουν σκόπιμα ή από πλάνη, αλλά από αδυναμία να συγκεντρώσουν σε ένα βιβλίο τη συνισταμένη των ανεκπλήρωτων ονείρων τους. Αγνοούν όμως ή ξεχνούν, αν το γνωρίζουν, πως αν δεν έχεις τίποτα καινούργιο να πεις, για την ώρα, καλύτερα να σωπαίνεις. Είναι σαν να απλώνουν στις σελίδες τους σκόρπια όνειρα-ανεκπλήρωτα.

Χωρίς αμφιβολία οι ιδιοφυίες δεν έχουν ανάγκη και ούτε τις αφορούν τα όσα πιο πάνω γράφω. Εκείνοι κουβαλούν μέσα τους μια δύναμη ακαταμάχητη: αυτήν της ιδέας! Αυτή τους απαλλάσσει από το χρέος απέναντι στα όνειρα. Tα προσπερνούν τα όνειρα, πριν τους αιχμαλωτίσουν!

Πόσα βιβλία μένουν άγραφα και χάνονται δια παντός και πόσα άλλα γράφτηκαν και σκόρπισαν, σκόνη στον άνεμο!...Πόσες μεγαλοφυΐες  χάθηκαν, επειδή δεν έγραψαν; Και πόσες μαζί με τις ιδέες τους θα μας ήταν άγνωστες, αν δεν έγραφαν;

Η γραφή αποτελεί επομένως μια μορφή προσωπικής εκτόνωσης, μια εύκολη διέξοδο από τη βάσανο των ονείρων, που ανεκπλήρωτα μας τριγυρίζουν και μας απειλούν...Τα εναποθέτουμε και τα εγκλωβίζουμε σε μια κόλλα χαρτί και από τη θέση αυτή “απειλούν” τους άλλους. Εμείς μένουμε κενοί, μα ικανοποιημένοι από την απελευθέρωση αυτή και κάποτε αισθανόμαστε σπουδαίοι.

Εν τέλει τα ανεκπλήρωτα όνειρα μάς οδηγούν όχι μόνο στην απογοήτευση, τη μελαγχολία, την κατάθλιψη, τη ματαίωση ή σε άλλες διεξόδους αλλά και στη γραφή, που αποτελεί μια άλλου είδους προσευχή!...



[1]. Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Από το οπισθόφυλλο του “Βιβλίου των φανταστικών όντων”, εκδ. Libro 1983, μετ. Γιώργος Βέης

[2]. Τα παραπάνω αποσπάσματα πήρα από το βιβλίο του Ρόμπερτ Μούζιλ, “Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες”, μετ. Τούλα Σιετή, εκδ. Οδυσσέας 2013, τόμος Α' σελίδα 164-165


Ο κ. Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης είναι παιδίατρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου