Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Σελιδοδείκτης [ 14.07.2014]



Ο σελιδοδείκτης -μια νέα στήλη- κάνει τα πρώτα της βήματα. Κάθε Δευτέρα θα συναντάει βιβλία και θα μεταφέρει μια πρόταση ανάγνωσης. Βιβλία που διαβάσαμε ή και εκείνα που μας περιμένουν υπομονετικά. Έτσι, για να αποφύγουμε τον υποκειμενισμό της δικής μας ανάγνωσης, καταξιωμένες πένες της κριτικής οδηγούν την παρουσίαση. 
Σελιδοδείκτης 4ος:  Νικόλας Σεβαστάκης Γυναίκα με ποδήλατο εκδόσεις Πόλις, 2014

γράφει η κ. Μικέλα Χαρτουλάρη


Οι οπαδοί της φούγκας


Ο μεγάλος τους εχθρός είναι "η παράδοση στον νόμο της βαρύτητας". Τους έχει "φυτευτεί στο μυαλό", ήδη από την εφηβεία τους, η "ιδέα της αντίστροφης κίνησης", η ιδέα "της παρατήρησης του ουρανού". Και διεκδικούν το "δικαίωμα στην αδέξια ζωή" και "στην απλή ευχαρίστηση που μπορεί να προσφέρει η πλούσια μορφή του μυθιστορήματος και η ναρκωτική παραμόρφωση που μετατρέπει το απλό σε περίπλοκο στη μουσική". Η παρουσία τους στα κοινά μπορεί να φαίνεται ατροφική επειδή αρνούνται να μπουν στην αγέλη, όμως δεν αδιαφορούν για την κοινωνία. Αναζητούν την ελευθερία, ζώντας και μέσα και έξω από την κοινωνία. Κάποιοι τους θεωρούν άχρηστους των αχρήστων, κι άλλοι, αποστάτες. Οι ίδιοι όμως ξέρουν: είναι "οι οπαδοί της φούγκας". Αυτοί πρωταγωνιστούν στη Γυναίκα με ποδήλατο (Πόλις), και στο όνομά τους μιλά ο συγγραφέας Νικόλας Σεβαστάκης.

Άραγε η βάρβαρη πραγματικότητα θα τους συνθλίψει ή αυτοί θα την αντιμετωπίσουν στρέφοντάς της τα νώτα τους; Αραγε θα χωράνε αυτές οι υποκειμενικότητες στο αύριο που χτίζει η κρίση; Χωράνε στην Αριστερά; Ή, μάλλον, σε ποια Αριστερά μπορούν να χωρέσουν;


Πενηντάρης σήμερα, γεννημένος στη Σάμο με καταγωγή από αριστερή οικογένεια, ο Σεβαστάκης διδάσκει από το 2006 Πολιτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Παρ' ότι εμφανίστηκε στα γράμματα ως ποιητής το 1987, παρ' ότι διαμορφώθηκε από την εναλλακτική ροκ, έγινε γνωστός από τα θεωρητικά δοκίμιά του και τα άρθρα πολεμικής στην "Εφ.Συν.", στην παλιά "Ελευθεροτυπία", στο RedNotebook και, βέβαια, στα "Ενθέματα" της Αυγής, που εξέδωσαν τις επιφυλλίδες του στην Τυραννία του αυτονόητου (2012).
 

Η Γυναίκα με ποδήλατο σηματοδοτεί λοιπόν την είσοδό του στην πεζογραφία. Αποτελείται από 32 διηγήματα και μικρά πεζά, γραμμένα συχνά σε πρώτο πρόσωπο τα τελευταία δύο χρόνια, και παρακολουθεί το ελληνικό βίωμα από το ’70 μέχρι σήμερα, όμως δεν αφορά το δημόσιο πρόβλημα της χώρας. Αντίθετα, εστιάζει στον ιδιωτικό χώρο και έμμεσα διεκδικεί την ισορροπία ανάμεσα σε ορισμένες μορφές ατομισμού και σε μια νέα συλλογικότητα.

Ο Νικόλας Σεβαστάκης καταφέρνει να μην κάνει λογοτεχνία ιδεών αλλά, κάτω από τις γραμμές, τροφοδοτεί έναν διάλογο για την αριστερή κουλτούρα, υπονομεύει την αριστερή ορθότητα και αντιμάχεται τον εγκεφαλικό και νεοστρατευμένο αριστερό λόγο. Τα πεζά κείμενά του σε καταλαμβάνουν όπως μια μελαγχολική μουσική με υπόκωφη ένταση, σε ξαφνιάζουν με τις ποιητικές εικόνες τους αλλά και με τις αναπάντεχες τροπές τους, σε ξεβολεύουν με τις αμφιβολίες που τα διατρέχουν.

Ο αναγνώστης θα συναντήσει εδώ έφηβους που παρατηρούν τις διαβαθμίσεις στο φως του νησιού, αλλά και έναν αυτόχειρα φονιά των γονιών του, επίσης έναν πιθανό αποστρατευμένο τρομοκράτη, έναν παλιό εξόριστο που σιωπά για τα εγκλήματα της "γιαγιάς ΕΣΣΔ", έναν Πασόκο που το 'σκασε από το εργοστάσιό του αφήνοντας απλήρωτους τους εργάτες, (πρώην) "συμπολεμιστές του στον δύσκολο αγώνα της ανάπτυξης", ή έναν πάπα των γραμμάτων που δεν τον νοιάζει πια αν θα τον ξεχάσουν.

Θα συναντήσει ανθρώπους που προσπαθούν να διαχειριστούν το μυστήριο του Αλλου, την προδοσία, την απώλεια, τον θάνατο των προτύπων τους, τις αυταπάτες τους, την πνιγηρή κανονικότητα ή την αιθεροβάμονα διαφορετικότητά τους. Είναι άνθρωποι που δεν ξέρουν αν κέρδισαν ή έχασαν. Και η πιο σαγηνευτική ανάμεσά τους είναι η Δώρα: η γυναίκα του τίτλου, η οποία πρωταγωνιστεί σε μια ιστορία που μπορεί να διαβαστεί και ως αλληγορία για το σώμα της Αριστεράς.

Η περήφανη και ωραία Δώρα μυθοποιήθηκε, παρεξηγήθηκε, απομυθοποιήθηκε και τελικά χωνεύτηκε στην πραγματικότητα. Εγινε η λαϊκή μούσα του νησιού όταν εγκαταλείφθηκε από τον εραστή της, λοιδορήθηκε όταν άνθισε στην αγκαλιά ενός μεσήλικα Αθηναίου διανοούμενου και μεταμορφώθηκε σε στεγνή μάσκα του εαυτού της όταν παραδόθηκε στην εντόπια ζωή, η οποία τελικά κατεδαφίστηκε στο όνομα της ανοικοδόμησης …

…και η πολιτική του πνεύματος

"Ελληνας μικροαστός διανοούμενος με ροπή στη μελαγχολική αδηφαγία". Ετσι αυτοσυστήνεται ειρωνικά ο Νικόλας Σεβαστάκης στο "Αναγνώστης ένα πρωί στο κέντρο της πόλης", και γίνεται ηθελημένα προκλητικός. Διότι αυτό το μικρό πεζό μιλά σε πρώτο επίπεδο για τις συνήθειες των φανατικών της ανάγνωσης, αλλά σε δεύτερο επίπεδο αναστοχάζεται κριτικά τη στερεότυπη άποψη περί κοινωνικής ευθύνης των διανοουμένων.

Υπάρχουν δύο κατηγορίες φανατικών της ανάγνωσης, λέει ο συγγραφέας: οι "ψυχαναγκαστικοί", που "υπακούν σε όλη τους τη ζωή στην επιθυμία της μητέρας να τρώνε όλο το φαγητό τους", και οι "αδηφάγοι", στους οποίους ανήκει και ο ίδιος. Αυτοί, "τρέχουν από βιβλίο σε βιβλίο χωρίς υπομονή, χωρίς τάξη και συνοχή", επιτρέποντας στον εαυτό τους "άχρηστους σταθμούς", ανεξάρτητους από τις "ετυμηγορίες της Ιστορίας". Με άλλα λόγια, ο τρόπος με τον οποίο διαβάζουμε παραπέμπει σε μια μορφή συνείδησης. Και στη δική του περίπτωση, αντανακλά, όπως γράφει, την έγνοια του για μια "φασματική ιδιωτική ανεξαρτησία".

Αυτά είναι ειπωμένα με αφηγηματική χάρη σε εξομολογητικό τόνο, εντάσσονται όμως σε μια ευρύτερη συζήτηση για την αριστερή πολιτική του πνεύματος. Μια συζήτηση η οποία αναβιώνει με αφορμή τη σημερινή ανθρωπιστική κρίση, όμως ξεκινά από την επική δεκαετία του ’20 και τους λογοτέχνες που διώχθηκαν από την κομμουνιστική ηγεσία ως εχθροί του λαού. Μέσα από ποικίλες νύξεις, ο Νικόλας Σεβαστάκης σχολιάζει την τάση για απονομιμοποίηση της φούγκας, της φυγής δηλαδή από το ιστορικό-κοινωνικό κομμάτι του βίου, άρα και των συγγραφέων που στρέφουν τον φακό τους προς το ιδιωτικό και ειδικότερα προς την "αισθηματική αγωγή" των υποκειμένων. Είναι αυτοί τους οποίους μια κάποια κομμουνιστική φιλολογία απαξιώνει ηθικά ως αλλοτριωμένους και αποπροσανατολισμένους μικροαστούς. Θυμίζει επίσης ο Σεβαστάκης πως ο ποιητής Οσιπ Μαντελστάμ, που πέθανε στο στρατόπεδο εργασίας της Κολιμά, επικρίθηκε ως μικροαστός διανοούμενος. Οπότε κι αυτός σηκώνει το γάντι ως τέτοιος, στο όνομα ενός βλέμματος απελευθερωμένου από την ιδεολογική χρήση της εμπειρίας, το οποίο αναζητά τις αποχρώσεις των πραγμάτων μέσα αλλά και πέρα από τις εξισωτικές και χειραφετητικές αξίες. Ο ιδιωτικός χώρος δεν είναι απολιτικός, μας λέει τελικά με αυτό το κείμενο, που αντανακλά και το πνεύμα του βιβλίου του.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Σεβαστάκης παραδέχεται πως "στα διαβάσματα –αλλά πιθανότατα όχι μόνον εκεί– είμαι έλος εξ ιδιοσυγκρασίας και, συχνά, όρος εκ πεποιθήσεως". Και έτσι υπερασπίζεται μια κριτική στάση που συνδυάζει το μετριοπαθές και αναποφάσιστο πνεύμα των "πεδινών" της Γαλλικής Επανάστασης με την αποφασισμένη δυναμική εμπλοκή των "ορεινών". Στην πράξη, μου σχολίασε, "ένας συγγραφέας δεν μπορεί να είναι μόνον ορεινός"…


 πηγή: Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου