Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

Υπάρχουν μέρες που και το μέσα μας άδειο είναι..


 
Χωρίς τις όποιες δεσμεύσεις του παρελθόντος, στο αδυσώπητο παρόν και με μια ρωγμή στο όνειρο, διάβασα ξανά το τελευταίο βιβλίου του Στρατή Τσίρκα «Η χαμένη Άνοιξη». Διάβασα επίσης πολλά κείμενα που έχουν ήδη γραφτεί για το βιβλίο. Το παρακάτω κείμενο φωτίζει πλευρές μόνο του έργου. Δεν έχει καμιά άλλη φιλοδοξία. Στους μίζερους καιρούς μας είναι ακριβή η ομορφιά και αναγκαία η επιστροφή στις ρίζες. Με νέα εργαλεία στις λιγοστές αποσκευές μας.


Σπαράγματα πάνω στο μυθιστόρημα «Η Χαμένη Άνοιξη»

επιμέλεια Αντώνης Ν. Χελιδώνης
 
Tο εμβληματικό λογοτεχνικό έργο για τα Ιουλιανά είναι το μυθιστόρημα του Στρατή Τσίρκα «Η χαμένη άνοιξη» (1976). Μιά οριζόντια τομή στον κορμό του ιστορικού χρόνου: Η Αποστασία, ο εξαναγκασμός του Παπανδρέου σε παραίτηση, οι δυσχέρειες και τ' αδιέξοδα της Αριστεράς. Χαρακτηριστικό είναι ότι η πλοκή του έργου εκτυλίσσεται από τις 4 Ιουλίου έως τις 23 Ιουλίου 1965, που είναι η μέρα της ταφής του Σωτήρη Πέτρουλα.
« ...με ξύπνησε το κουδούνι της πόρτας. Άνοιξα, ήταν η Ματθίλδη ναι, όμως αγνώριστη. Κάτασπρη σαν πανί, αχτένιστη, με ασάλευτα μάτια έκανε μερικά βήματα, στάθηκε και είπε δισταχτικά: "Σκότωσαν το Σωτήρη". Την πήρα στην αγκαλιά μου, την κάθισα στο κρεβάτι. Έφερα βρεγμένη πετσέτα και της σκούπισα το πρόσωπο από τις καπνιές και τον ιδρώτα, της έστρωσα τα μαλλιά, της έδωσα να πιει νερό."Ποιο Σωτήρη;" ρώτησα. "Τον Πέτρουλα. Πάει το παλικάρι, το φάγανε οι δήμιοι." Μια συμμαθήτρια της Χρύσας λέει πως άκουσε τον αξιωματικό, πάνω στο θωρακισμένο, να διατάζει τον πυροβολητή που σκόπευε με το κανονάκι των δακρυγόνων: "Κατέβασέ μου αυτόν τον ψηλό με το πράσινο". Ο Σωτήρης είχε σκαρφαλώσει στο σηματοδότη της διασταύρωσης Σταδίου και Λαδά κι απ' εκεί πάνω φώναζε συνθήματα. Τώρα πάει» [σελ.237]
Είναι χωρισμένο σε δύο μέρη:
Α΄ΩΡΟΣΚΟΠΙΟ [δώδεκα κεφάλαια] Η πρόβλεψη των άστρων και moto: Αν μπορούσες να ξέρεις πως αρχίνισαν όλα τούτα ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΝΥΚΤΕΣ, 1970
Β΄ΚΛΕΨΥΔΡΑ [οκτώ κεφάλαια] Εργαλείο μέτρησης χρόνου και moto: «…Αιώνες φαρμάκι` γενιές φαρμάκι». «Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης. Γιώργος Σεφέρης Οι γάτες τα`Αι-Νικόλα, 5.2.69
ΘΕΜΑ: Ιούλιος 1965. Στο βιβλίο αυτό υπάρχουν δυό και περισσότερες ιστορίες αγάπης, το κύριο θέμα του, ωστόσο, είναι η συνειδητοποίηση των πρωταγωνιστών του σε μια κρίσιμη ώρα του τόπου, μέσα από την οδύσσεια μιας ερωτικής αναζήτησης. «Οποιος διαλέγει την άρνηση και τον πεσιμισμό βγαίνει κερδισμένος στις προβλέψεις και χαμένος στη ζωή του». [σελ. 227]
Ο Αντρέας επιστρέφει στην Αθήνα από την Τασκένδη, το καλοκαίρι του 1965. Συναντά παλιούς συντρόφους και κάνει νέες γνωριμίες. Μέσα σ` αυτόν τον κύκλο, όπου συνωθούνται φιγούρες του παρελθόντος και ερείπια του παρόντος κυκλοφορεί μια τριανταπεντάρα Δανεζοελβετίδα, η όμορφη νυμφομανής και αλκοολική Φλώρα. Τη στιγμή που η ιστορία εισβάλλει πια στο μυθιστόρημα, ξεχωρίζουν και υπερβαίνουν τους ήρωες κραυγές και εκκωφαντικά συνθήματα, σειρήνες και εκρήξεις και αντιλαμβανόμαστε ότι το κύριο πρόσωπο του έργου δεν είναι η Φλώρα, ούτε ο Αντρέας, αλλά η Ιστορία, που λειτουργεί σαν συνεκτική ύλη, τους ενώνει με τρόπο αόρατο κατά τη διάρκεια όλου του έργου, και πάντως πολύ περισσότερο από το εύθραυστο ερωτικό νήμα.
Σε όλα του τα κείμενα, πάντως, από τα πιο πρώιμα μέχρι τα πιο όψιμα, ο Στρατής Τσίρκας, «μελετώντας την ανθρώπινη μοίρα μέσα στον ιστορικό χρόνο, προβάλλει αξίες αναπαλλοτρίωτες. Προτάσσοντας την ελευθερία ως μέγιστο ιδανικό, υπερβαίνοντας τον μοναχικό βίο με τη συλλογική πράξη, δίνει ένα γνώμονα ζωής», όπως εύστοχα έχει συμπυκνώσει η μελετήτρια και μεταφράστριά του κ. Χρύσα Προκοπάκη.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος συναντούν την Ιστορία
Ο ήρωας-άντρας έχει προικισθεί με το πλεονέκτημα «της φωνής» -του λόγου- διανοούμενος και πολιτικά δρών υποκείμενο. Εισάγει στο μυθιστόρημα, στο πρώτο πρόσωπο τον εαυτό του με τη φράση: «Τρίτη βδομάδα που ξαναγύρισα στην πατρίδα, κι όσο περνούν οι μέρες, όλο και πιο πολύ πιστεύω, πως, απ` όλες τις πόλεις του κόσμου, στην Αθήνα μπορείς να έχεις τα πιο ανέλπιστα συναπαντήματα». Η φράση περιέχει κίνηση και δράση από τον ήρωα. Περιπλανιέται στην πόλη, Αθήνα του καλοκαιριού του 1965, και επιχειρεί να πιάσει το νήμα. Σε μια από τις συναντήσεις, την πρώτη που μας διηγείται, μαθαίνουμε από το στόμα ενός παλιού συντρόφου το όνομά του: Ανδρέας. Μιλάει για το σήμερα αλλά μέσα από τις συναντήσεις μαθαίνουμε στοιχεία για το παρελθόν του. Ταξιδεμένος, στέλεχος του Κόμματος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, Τασκένδη. Η προσωπική του ζωή είναι μετέωρη, δεν έχει ακόμα δικό του σπίτι, φιλοξενείται σε μια θεία του, η οποία και εγγυήθηκε για τον επαναπατρισμό του, αλλά η αισιοδοξία έχει φωλιάσει μέσα του, ελπίζει για μιαν άλλη ζωή, «που βλέπω να χαράζει εδώ», όπως λέει ο ίδιος στην αρχή της ιστορίας. Το εδώ είναι η Αθηναϊκή Άνοιξη. Μαθαίνουμε ακόμα τη δέσμευση που έχει δώσει στον εαυτό του «δεν θέλω να μιλήσω, δε θέλω μήτε να τα σκέφτομαι, τα λάθη τα δικά μας και των άλλων[…]». Ο Αντρέας είναι 42 ετών. Βρισκόταν 18 χρόνια στην υπερορία. [καταναγκαστική απουσία]
Ο αφηγητής εισάγει την ηρωίδα. Τριτοπρόσωπη αφήγηση, δίνει αμέσως το όνομά της, Φλώρα και την σχέση που έχει με την εξωτερική πραγματικότητα, με τη φράση: «Από την πλατεία Κλαυθμώνος η Φλώρα πήρε ν` ανεβαίνει την Σταδίου με την αόριστη αίσθηση πως τ` αυτοκίνητα που την προσπερνούσαν κάτι της γύρευαν βιαστικά. Εκείνη όμως συνέχισε να σκύβει πάνω από την οπτασία μέσα της, υπνωτισμένη: Ήταν μια έρημος στο Μεξικό, με κατακόρυφους κάκτους. «Σε στύση μες στο κατακαλόκαιρο», διαπίστωσε και τους χαμογέλασε. Την είδε κάποιος μάγκας και της έκανε νόημα. Εκείνη, αδιάφορη.» Ο αφηγητής μας δίνει αμέσως και την θεώρηση που έχει για τη ζωή: «Κάθε καινούργιος εραστής γιορτή και δράμα. Πως ν` αφήσεις όλους τους άλλους γι` αυτόν μονάχα; Ευχή, μακάρι να ήταν, και φόβος, μήπως μείνει, ο μόνος.» Το σκηνικό εδώ περιορίζεται, στενεύει, οριοθετείται – από την «Αθήνα, η πιο ανοικτή πόλη του κόσμου!», σε ένα μπαρ, μέσα στην Αθήνα, στη γωνία Βουκουρεστίου και Πανεπιστημίου. Η Φλώρα ζει μια στατική, εξωτερικά καθημερινότητα. Σέρνει τα βήματά της όπου υπάρχει αλκοόλ και αναζητά τον οργασμό παντού. Ακόμα και σε μια «Βρώμικη ζωή…». 
Την μοναδική νύχτα που πέρασαν μαζύ τη διαβάζουμε από την μεριά της Φλώρας. Αυτή δέχεται δύο σοκ. Την ερωτική πληρότητα από το κορμί και την πολιτική σαγήνη από τον λόγο του Ανδρέα. Η Φλώρα έρχεται αντιμέτωπη με τον μεγάλο της φόβο. [σελ. 49-50]
Τα κεφάλαια κυλάνε εναλλάξ στο Ι μιλάει ο Αντρέας, στο ΙΙ «μιλάει » η Φλώρα. Η ομαλή αυτή συνέχεια ΙΙΙ/Α, ΙV/Φ , V/A, VI/Φ [η μοναδική βραδιά με τον Α.] «διακόπτεται» και στο VII μιλάει ξανά η Φλώρα, για να δούμε αμέσως τον επόμενο ρόλο της προσωπικότητας που επιλέγει να παίξει. Αλλά και για να μάθουμε μέσα από τον νέο εραστή της –τα νέα κακά μαντάτα, τις σκοτεινές μηχανορραφίες του Παλατιού, των Αποστατών, του παρακράτους και των Αμερικάνων. Η Φλώρα διασταυρώνεται με όλους τους άνδρες της ιστορίας ερωτικά και πολιτικά με τον Αντρέα, βίαια και υλικά με αυτούς που υπόγεια κινούν τα νήματα της Ιστορίας, Τέλος συνευρίσκεται ακόμα και με εκείνους που κινούνται στο περιθώριό της.
Η τρίτη ηρωίδα εισάγεται από τον ίδιο τον Αντρέα. «Στο πλαϊνό δυάρι, έμενε μια φοιτήτρια: «Μόνη της», με πληροφόρησε η θυρωρός…» Ο ίδιος έχει αντιληφθεί την παρουσία της –«…έβαζε συνέχεια τον Επιτάφιο του Ρίτσου σε μουσική Θεοδωράκη» και την περιγράφει: «Όταν γύριζα, εμπρός στην πόρτα του ασανσέρ στεκόταν μια λιγνή, με μαύρα χυτά μαλλιά και μαύρες κάλτσες. Κορίτσαρος, αλλά ύφος κλειστό, κομψή κι αδιάφορη». Μια σημαντική σκηνή- αυτή της γνωριμίας- αλλά η Ματθίλδη δεν συστήνεται η ίδια. [σελ.97]
Στο δεύτερο μέρος και στα κεφαλαία της Φλώρας, η ηρωίδα μιλάει στο δεύτερο πρόσωπο. Είναι ένας εσωτερικός μονόλογος ή η διαλογική λειτουργία του δεύτερου προσώπου. Η Φ. αντιμετωπίζει τον εαυτό της σαν κάποιον «άλλον». Εδώ αρχίζει να βλέπει τον εαυτό της σε σχέση με τους άλλους, τον υπόλοιπο κόσμο, τα βάσανά του, τις ιστορικές στιγμές, που ζει η χώρα «της». Βγαίνει δειλά από την απομόνωσή της, νιώθοντας μέρος ενός ευρύτερου συνόλου – μιας συλλογικότητας, επιδιώκει μια προσωπική συγκρότηση. 
Μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο:
«Ά μπα ξέρει πως ποτέ εσύ δεν έδινες πεντάρα για τα πολιτικά. Αυτός πάντα σου τόνιζε πως ο νους σου λειτουργούσε στο επίπεδο του γεννητικού σου ακριβώς» [σελ. 145]
Μα το έβαλες γινάτι όχι δα και σήμερα όταν ακόμα πριν από λίγο κόσμος στο Σύνταγμα χτυπιόταν και μάτωνε. [σελ. 155]
«Φώναζες κι εσύ κι ας ήταν ο πατέρας Δανός κι μάνα Ελβετίδα κι είχες παντρευτεί Αμερικάνο χωρισμένη τώρα μ`εραστές απ` όλες τις φυλές της γης κι όλα τα χρώματα…» [σελ. 168]
Αποχωρούν οι ήρωες αλλά δεν αλλάζουν
«Φεύγει» η Φλώρα χωρίς να μιλήσει στο α’ πρόσωπο. Η επιθυμία της είναι να επιστρέψει στο σπίτι της. Επιστροφή στην αρχική εσωστρέφεια. «Που τον είδες Αρίστο πες μου σε παρακαλώ. Κι αλήθεια φύλαγε αλυσίδα και ποια βαστούσε απ` το χεράκι φυσικά την κοκαλιάρα με τα βαμμένα μάτια και φρένιασες απ` το θυμό σου και σιχάθηκες τα πάντα κι είπες Μπιλ μόλις μπορέσεις να με κατεβάσεις. Κρο. Σκέφτηκες πως αν έκοβες μέσα από τα Εξάρχεια θα έφτανες κάποτε σπιτάκι σου να ησυχάσεις πια κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Κρο.» [σελ.227] Η Φλώρα διατηρεί εννιά χρόνια τώρα, την ίδια πρώτη αίσθηση πως μπήκε, όταν ήρθε στην Ελλάδα, «όπως η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων». [σελ.42] Κινείται παράλληλα με την Ιστορία: από το εγώ στο εμείς, από την εσωστρέφεια στην κοινωνική ενεργοποίηση και τέλος ο αδύναμος κόσμος της κάτω από το βάρος ενός ανολοκλήρωτου έρωτα την οδηγεί ξανά στην αποκοπή από το συλλογικό σώμα. Γύρω από το δίπολο αρσενικό/θηλυκό στήνονται όλα τα άλλα δίπολα του μυθιστορήματος: ενεργητικό/παθητικό, εξουσιαστής/εξουσιαζόμενος,λογικό/συναισθηματικό,αυτοκυριαρχούμενος/παράφορος. Η Φλώρα είναι το πρίσμα μέσα από το οποίο διοχετεύονται οι πληροφορίες που αφορούν την εξωτερική πραγματικότητα [πρώτο μέρος - γ’πρόσωπο] ενώ υπόκειται σε μια διαδικασία εσωτερικής μεταβολής, που είναι μετέωρη αρχικά και τελικά παραμένει ανολοκλήρωτη [δεύτερο μέρος - β’πρόσωπο]
Ο Αντρέας αποχαιρετά την Φλώρα με την εξής φράση: «Τι να του πω; Ήταν σαν να μου κουβέντιαζε για κάποιο παλιό μου συμμαθητή, χαμένο από χρόνια. Φαντάστηκα τη Φ., τυφλωμένη απ` τ` αέρια, μ`αναστατωμένα τα μαλλιά, να παραδέρνει έξαλλη από σοκάκι σε σοκάκι, σέρνοντας τις παντούφλες της, ολομόναχη και ξένη μέσα στην αγριεμένη πολιτεία, που την τιμωρούσαν αλύπητα με κλοπς και αέρια για λίγη λευτεριά.» [σελ. 235]
Η Ματθίλδη μεταφέρει στον Αντρέα τη ζώσα ιστορία. Είναι δίπλα του, στη μεγάλη διαδήλωση, του κρατάει το χέρι, στην κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα. [σελ.256] «Αποχωρεί» και μένει. Η Ματθίλδη αντιπροσωπεύει τη γενιά των Λαμπράκηδων. «Μια γενιά που στάθηκε όρθια, δεν ηττήθηκε αλλά δεν νίκησε», όπως εύστοχα σημειώνει ο κ. Θανάσης Καλαφάτης στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ εκείνης της εποχής.
Ο Αντρέας κλείνει το βιβλίο στις 23 Ιουλίου 1965 Κλείνει με τη φράση: «Κι αν χάθηκε μια άνοιξη, στο χέρι τους είναι να την ξαναφέρουν ακόμη πιο μεγάλη και λαμπρή.» Ακολούθησε η διακτατορία των Απριλιανών. 21.Απριλίου.1967 Ο ήρωας δηλώνει κουρασμένος.
Το βιβλίο προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις. Κατ' αρχάς, αποτελεί το ψυχογράφημα του ήρωα-άντρα, ο οποίος έχει βιώσει τις συνέπειες της πολιτικής του τοποθέτησης με την εξορία του και η επιστροφή του στην Ελλάδα τον έχει καταστήσει διστακτικό. Τα γεγονότα του Ιουλίου του '65 τον βρίσκουν να καταγράφει τις εντυπώσεις του από τη σκοπιά του παρατηρητή, παρόλο που τα ένστικτά του τον ωθούν στο αντίθετο. Η συνεχής εμπλοκή του Κ.Κ.Ε., το οποίο δεν κατονομάζεται από το συγγραφέα αλλά η παρουσία και ο ρόλος του εμφαίνεται κάθε στιγμή, στιγματίζεται από τον πρωταγωνιστή, ο οποίος όντας πολιτικός πρόσφυγας θυμάται καλά το ρόλο και τα σφάλματα του εν λόγω κόμματος. Και όλ' αυτά καθιστούν τον Ανδρέα επιφυλακτικό απέναντι σε αυτά, που βλέπει και ακούει.
Παράλληλα, το βιβλίο αποτυπώνει την ιστορία των ημερών εκείνων, με τις συνεχείς και ολέθριες, όπως απεδείχθη, παρεμβάσεις του Παλατιού. Χωρίς να χαρίζεται στον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, ο συγγραφέας στηλιτεύει τη σύμπραξη του Παλατιού με παρακρατικές δυνάμεις αλλά και τον αυταρχισμό, με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η αντίδραση του κόσμου στις ενέργειες του βασιλιά και της κυβέρνησης των αποστατών, ενώ κάπου στο βάθος κάποιος στρατιωτικός, ονόματι Γεώργιος Παπαδόπουλος, προλειαίνει το έδαφος για την άνοδό του στην εξουσία, ενώ οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου σπαράσσονται από ευτελείς διαμάχες και μικροπολιτικά συμφέροντα.

Ακόμα, ο συγγραφέας επιλέγει, πιστεύω, να περάσει, μέσα από τις αντιθέσεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου, τα μηνύματά του. Από τη μια ο έμπειρος πολιτικά αλλά επιφυλακτικός σε βαθμό ουσιαστικής αδράνειας Ανδρέας συγκρίνεται με τη νεαρή, άπειρη αλλά ενθουσιώδη Ματθίλδη. Ο μαθημένος στην άκαμπτη κομματική πειθαρχία και τον αυστηρό έλεγχο της γενιάς του, όπως σφυρηλατήθηκε μέσα από τη θητεία του στο Κ.Κ.Ε. και τους αγώνες του, Ανδρέας είναι το αντίθετο από τη Ματθίλδη, η οποία επιθυμεί λιγότερο έλεγχο από τον κεντρικό κομματικό μηχανισμό, θέλει να ανοίξει τους ορίζοντές της και σπεύδει να ενώσει τις δυνάμεις της με τη δραστήρια νεολαία των Λαμπράκηδων. Από την άλλη, η παθιασμένη με την πολιτική και τα κοινά Ματθίλδη αποζητεί περισσότερη ελευθερία και να παύσουν οι παρεμβάσεις του Παλατιού στην πολιτική ζωή της Ελλάδος, ενώ στην άλλη άκρη η Φλώρα ζει μια επιφανειακά ερωτική ζωή με πολλούς ευκαιριακούς εραστές, αδιαφορώντας για όσα συμβαίνουν γύρω της και αρνούμενη, πέρα από ορισμένες σπασμωδικές κινήσεις, να ασχοληθεί με αυτά, παρά την επαφή της με τις πολιτικές αντιλήψεις της εποχής της, όπως αυτές εκφράζονται από τους εραστές της.
Με τον υπέρτιτλο "Δίσεχτα χρόνια" ο Τσίρκας υποσχόταν μια νέα τριλογία στο πρότυπο των "Ακυβέρνητων πολιτειών", που θα κάλυπτε ιστορικά και την περίοδο της δικτατορίας. "Η χαμένη άνοιξη", όμως, που θα ήταν ο πρώτος τόμος, έμελλε να είναι και το κύκνειο άσμα του συγγραφέα. Σε όλες τις ανατυπώσεις μετά το θάνατό του διατηρήθηκε αυτός ο υπέρτιτλος όχι μόνο για να μην αλλοιωθεί αυθαίρετα η ταυτότητα του έργου, αλλά και γιατί αυτή η διάταξη του εξωφύλλου σηματοδοτεί την ιδεατή προέκταση των γνωστών γεγονότων. Δηλαδή, το φιλόδοξο σχέδιο του συγγραφέα, ύστερα από την περιπέτεια της Μέσης Ανατολής, να ιστορήσει πάλι με τα μέσα της τέχνης τη ζοφερή ελλαδική εμπειρία που βίωσε επίσης οδυνηρά. [Από την παρουσίαση της έκδοσης]
Ο ίδιος ο Τσίρκας είχε πει για τις συγγραφικές δυσκολίες που αντιμετώπισε στη σύνθεσή της: «Στη Χαμένη Άνοιξη, δυσκολεύτηκα πολύ περισσότερο. Και δυσκολεύτηκα γιατί ήτανε πολύ κοντά τα γεγονότα. Είναι φοβερός ο φόβος, που καταλαμβάνει τον γράφοντα, της κριτικής των παρόντων, των ανθρώπων που έχουνε ζήσει το ίδιο γεγονός. Φοβερός ο πανικός. Πάει! θα μου πει εδώ ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα... Η κηδεία του Πέτρουλα π.χ. Είναι φοβερό, προσπαθώ όσο μπορώ να είμαι μέσα στην καλλιτεχνική αλήθεια και ταυτοχρόνως να είμαι και στην αλήθεια της πραγματικότητας, δηλαδή να μην διαστρεβλώσω γεγονότα, ή πρόσωπα ή χαραχτήρες. Λοιπόν στη Χαμένη Άνοιξη ήτανε πιο δύσκολο το προχώρημα, ίσως αυτό να είναι και ζήτημα ηλικίας. Γέρασα, και δεν γράφω όπως άλλοτε, ξέρω γω;».
Ο αγώνας του Σίφυφου που περιφρονεί τους θεούς, αγαπά τη ζωή και μισεί το θάνατο γίνεται το σύμβολο της ανθρώπινης μοίρας.


2 σχόλια:

  1. Πολύ καλή προσπάθεια Αντώνη, συγχαρητήρια.Η Χαμένη Άνοιξη μπορεί να μη φτάνει την τελειότητα και τη συνθετότητα, τη διαχρονική αξία της τριλογίας αλλά παρ'όλα αυτά διαβάζεται απνευστί έχει ρυθμό και αποτελεί μια καταγραφή ιδιαίτερη για την κρίσιμη αυτή περίοδο και για τη χώρα και για την Αριστερά. Γιώργος Μπακιρτζής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλώς όρισες στο "τετράδιο", Γιώργο! Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Δεν ξέρουμε και δεν θα μάθουμε ποτέ τι ακόμα ήθελε να γράψει ο Τσίρκας στην νέα του τριλογία. Η Χαμένη Άνοιξη ήταν το τελευταίο του βιβλίο. Ετοίμαζε τα "Δίσεκτα Χρόνια"... Τώρα που τα χρόνια αυτά είναι παρόντα, η επιστροφή στις ρίζες μας είναι απαραίτητη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή