Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Ευκαιρία για τον τόπο τα γεωπάρκα

Ο γεωλόγος του ΜΦΙΚ, επιστημονικός υπεύθυνος του γεωπάρκου Ψηλορείτη 
και συντονιστής του Ελληνικού Φόρουμ Γεωπάρκων, 
Χαράλαμπος Φασουλάς, 
σε μια συνέντευξη του στην καλή εφημερίδα ΠΑΤΡΙΔΑ 
και στην δημοσιογράφο Λίλιαν Δαφερμάκη.

Το "τετράδιο" την διάβασε με μεγάλο ενδιαφέρον...


Η ένταξη του φυσικού γεωπάρκου του Ψηλορείτη και της Σητείας στα παγκόσμια γεωπάρκα της Unesco είναι μια σπουδαία κατάκτηση σε διεθνές επίπεδο που αποτελεί εφαλτήριο για την Κρήτη να αναδείξει και να αξιοποιήσει τον ιδιαίτερο φυσικό της πλούτο που εναρμονίζεται με τη σπουδαία πολιτιστική της κληρονομιά.  

Η κατάκτηση αυτή είναι αποτέλεσμα μιας μακράς διαδρομής που προηγήθηκε και μιας συντονισμένης προσπάθειας, για την οποία μιλά σήμερα στην “Π” ο γεωλόγος του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, επιστημονικός υπεύθυνος Γεωπάρκου Ψηλορείτη, συντονιστής Ελληνικού Φόρουμ Γεωπάρκων Δρ. Χαράλαμπος Φασουλάς.

Όπως προκύπτει, οι προοπτικές από τη διεθνή αυτή διάκριση, σηματοδοτούν μια μεγάλη πρόκληση για την Κρήτη σε ό,τι αφορά την τοπική ανάπτυξη. Μέσα από τη συνδυαστική ανάδειξη του σπουδαίου φυσικού μας περιβάλλοντος και του πολιτιστικού μας πλούτου, ανοίγουν νέες διαδρομές για την ενίσχυση του εναλλακτικού τουρισμού, ή την προβολή των τοπικών μας προιόντων, που ειδικά στις μέρες μας αποτελούν κορυφαίο ζητούμενο. 

Πώς και από ποιους άνοιξε ο δρόμος για την ένταξη του φυσικού γεωπάρκου του Ψηλορείτη και της Σητείας στα Παγκόσμια Γεωπάρκα της Unesco;

Η ιδέα της δημιουργίας περιοχών με το όνομα «Γεωπάρκα» ξεκίνησε το 2000 από τέσσερις ευρωπαϊκές περιοχές οι οποίες μέσα από ένα έργο LEADER προσπάθησαν να παράξουν ένα νέο εργαλείο για βιώσιμη ανάπτυξη αγροτικών περιοχών. Έτσι το 2001 στήθηκε το δίκτυο των Ευρωπαϊκών Γεωπάρκων από το Απολιθωμένο Δάσος Λέσβου, το Maestrazgo Ισπανίας, το Vulkaneifel Γερμανίας και το Reserve Geologique Haute Provence της Γαλλίας. Το ΑΚΟΜΜ Ψηλορείτης Αναπτυξιακή ΑΕ ΟΤΑ, διέβλεψε από την αρχή τις δυνατότητες του δικτύου αυτού και το 2001 δημιούργησε με τη βοήθεια του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης το Φυσικό Πάρκο του Ψηλορείτη κατορθώνοντας από την ίδια χρονιά την ένταξή του στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Γεωπάρκων. Ο Ψηλορείτης αποτέλεσε την έκτη περιοχή της Ευρώπης που εντάχθηκε στο δίκτυο αυτό και από τότε συνεχίζει με τη βοήθεια του ΑΚΟΜΜ και την επιστημονική καθοδήγηση του ΜΦΙΚ να μετέχει ενεργά σε όλες του τις δραστηριότητες.

Από το 2004 η UNESCO άρχισε να παρακολουθεί στενά τις προσπάθειες του Ευρωπαϊκού Δικτύου Γεωπάρκων και με αυτό ως μοντέλο βοήθησε στη δημιουργία και στις υπόλοιπες ηπείρους του Παγκόσμιου Δικτύου των Γεωπάρκων, που ήταν στην ουσία ο προπομπός της φετινής δημιουργίας του τρίτου επιστημονικού της προγράμματος, των Παγκόσμιων Γεωπάρκων της UNESCO.

Η εμπειρία και η τεχνογνωσία που συγκεντρώθηκε όλα αυτά τα χρόνια από το γεωπάρκο του Ψηλορείτη μεταφέρθηκε στην περιοχή της Σητείας, αλλά και του Τροόδους της Κύπρου. Μέσα από ένα διακρατικό έργο INTERREG «Ελλάδα – Κύπρος» δημιουργήθηκαν οι υποδομές και προετοιμάστηκαν οι φάκελοι υποψηφιοτήτων, που ήταν τελικά επιτυχείς και για τις δύο περιοχές, οι οποίες και εντάχθηκαν φέτος στα Παγκόσμια Γεωπάρκα της UNESCO.

Πώς προσδιορίζεται η έννοια του γεωπάρκου και πόσο δύσκολο είναι για μια περιοχή να αναγνωριστεί σε διεθνές επίπεδο με την ένταξη της στο Δίκτυο Παγκόσμιων Γεωπάρκων; 

Τα γεωπάρκα είναι καλά οριοθετημένες αγροτικές κυρίως περιοχές στις οποίες τα στοιχεία του αβιοτικού περιβάλλοντος, τοπίο, ανάγλυφο, πετρώματα, γεωλογική ιστορία και πλούτος, συνδυάζονται αρμονικά με το φιλοξενούμενο σε αυτήν βιοτικό περιβάλλον και την πολιτισμική κληρονομιά των κατοίκων με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτή είναι και η βασική διαφορά των γεωπάρκων από όλες τις υπόλοιπες προστατευόμενες περιοχές, ότι δηλαδή η βασική στόχευση είναι η ευημερία των κατοίκων τους σε αρμονία με το φυσικό τους περιβάλλον. Γι’ αυτό και τα γεωπάρκα πρέπει να φιλοξενούν ανθρώπους με τις παραδοσιακές τους δραστηριότητες. Για να το επιτύχουν αυτό τα γεωπάρκα θα πρέπει να σέβονται και να διατηρούν το φυσικό και πολιτισμικό τους πλούτο, να προβάλουν την αξία τους σε επισκέπτες και κατοίκους μέσα από την εκπαίδευση και την ενημέρωση και να στηρίζουν υπεύθυνες μορφές τουρισμού, όπως ο γεωτουρισμός, ο οίκο-τουρισμός και ο αγρο-τουρισμός. Τελική στόχευση είναι η, με αυτούς τους τρόπους, στήριξη της τοπικής παραγωγής και οικονομίας.

Η δυσκολία ένταξης και αναγνώρισης μιας περιοχής ως γεωπάρκο δεν έγκειται τόσο στην ύπαρξη ή όχι ενός ιδιαίτερα σημαντικού και εντυπωσιακού γεωλογικού περιβάλλοντος –που είναι βέβαια αναγκαίο – όσο στο να καταφέρουν οι τοπικές κοινωνίες να συμφωνήσουν σε ένα σχέδιο διαχείρισης των περιοχών τους και ανάπτυξης τους στη λογική και λειτουργία των Παγκόσμιων Γεωπάρκων. Αυτή η από τα κάτω προς τα πάνω προσέγγιση των γεωπάρκων είναι η αιτία που αγκαλιάστηκαν από τις 195 χώρες-μέλη της UNESCO και ιδιαίτερα από τον Τρίτο Κόσμο και τις αναπτυσσόμενες χώρες.

Απ’ τη στιγμή που υπάρχει αυτή η συμφωνία, θα πρέπει να συσταθεί ένας υγιής και εύρωστος φορέας διαχείρισης ο οποίος θα συντονίζει όλες τις προσπάθειες για τη δημιουργία των απαραίτητων για τους επισκέπτες, υποδομών, το σχέδιο προβολής και εκπαίδευσης, την ανάληψη δράσεων υποδοχής και φιλοξενίας τουριστών, καθώς και την προώθηση της τοπικής παραγωγής και των υπηρεσιών. Για την αναγνώριση μιας περιοχής ως Παγκόσμιο Γεωπάρκο πρέπει να ακολουθηθεί μια συγκεκριμένη διαδικασία σύνταξης του σχετικού φακέλου υποψηφιότητας, τεκμηρίωσης της αξίας της περιοχής και παρουσίασης των δράσεων, υποβολή του αιτήματος στην UNESCO και κατόπιν, επιτόπια αξιολόγηση από δύο αξιολογητές. Η τελική απόφαση λαμβάνεται από το σχετικό Γραφείο της UNESCO κατόπιν θετικής εισήγησης του Δικτύου των Ευρωπαϊκών Γεωπάρκων (όσον αφορά στην Ευρώπη). Η αναγνώριση είναι για τέσσερα χρόνια και μετά ακολουθεί μια αυστηρή διαδικασία αξιολόγησης των δράσεων και επιτευγμάτων του γεωπάρκου, παρόμοια με αυτήν της αρχικής αξιολόγησης, κατά την οποία υπάρχει και η περίπτωση αποβολής μιας περιοχής από τα Παγκόσμια Γεωπάρκα.

Σε κάθε περίπτωση η UNESCO έχει καταστήσει σαφές ότι για την αναγνώριση μιας περιοχής ως Παγκόσμιο Γεωπάρκο θα πρέπει αυτή να λειτουργεί ήδη ως τέτοιο, ώστε οι επισκέπτες των γεωπάρκων, σε όλο τον κόσμο, να βρίσκουν παντού την ίδια ποιότητα αγαθών και υπηρεσιών.

Τι προοπτικές ανοίγουν για την Κρήτη από αυτή τη διεθνή διάκριση και τι εξελίξεις μπορεί να σηματοδοτήσει σε τοπικό επίπεδο;

Η δημιουργία από την UNESCO του νέου προγράμματος των Παγκόσμιων Γεωπάρκων που είναι το τρίτο μετά τα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομίας και τα Βιοσφαιρικά Αποθέματα, και μάλιστα μετά από 46 χρόνια, είναι στην ουσία η μέγιστη επιβράβευση των προσπαθειών που κατέβαλαν εδώ και 15 χρόνια οι τοπικές κοινωνίες και των 120 Παγκόσμιων Γεωπάρκων.

Οι προσπάθειες αυτές αγκαλιάστηκαν ομόφωνα από όλα τα κράτη-μέλη του οργανισμού και επιβραβεύθηκαν με την αναγνώρισή τους ως ένα πρότυπο μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών με βάση τις αρχές του υπεύθυνου τουρισμού, της διατήρησης της φύσης, της προώθησης και προβολής των τοπικών χαρακτηριστικών και προϊόντων και της ανάδειξης της διαφορετικότητάς ως κυρίαρχο και διακριτό κεφάλαιο κάθε γεωπάρκου.

Η ύπαρξη στην Κρήτη δύο αναγνωρισμένων από την UNESCO περιοχών, μαζί με το ήδη αναγνωρισμένο σαν Βιοσφαιρικό Απόθεμα, φαράγγι της Σαμαριάς αναβαθμίζει σημαντικά το τουριστικό προϊόν του νησιού μας και του δίδει τη δυνατότητα επιπλέον προβολής μέσα από τα υπόλοιπα 118 Παγκόσμια Γεωπάρκα που μέχρι σήμερα υπάρχουν σε 33 χώρες σε όλο τον κόσμο, και τα οποία αναμένεται να αυξηθούν πλέον με ταχύτατους ρυθμούς. Παράλληλα, δημιουργεί δυνατότητες για την ανάπτυξη νέων μορφών εναλλακτικού τουρισμού σε όλη τη διάρκεια του χρόνου που μπορεί να στηρίξει έτσι την ενδοχώρα του νησιού και τα μοναδικά της τοπικά προϊόντα.

Προσφέρει παράλληλα στις τοπικές αρχές και κοινωνίες μια μοναδική ευκαιρία ώστε μέσα από την ύπαρξη των Παγκόσμιων Γεωπάρκων να αναλάβουν πρωτοβουλίες και δράσεις μαζί με την ιδιωτική πρωτοβουλία που θα στηρίξουν την τοπική παραγωγή, θα αναδείξουν τα τοπικά πλεονεκτήματα και θα δημιουργήσουν εργαλεία προβολής και υποστήριξης νέων μορφών θεματικού τουρισμού. Επιβάλλεται όμως από την άλλη μεριά η διατήρηση και προστασία αυτού του φυσικού και πολιτισμικού κεφαλαίου και η θεσμική κατοχύρωσή του για τις επόμενες γενεές.

Τα Παγκόσμια Γεωπάρκα είναι μια ακόμη ευκαιρία για τις τοπικές κοινωνίες σε όλο τον κόσμο να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο του φυσικού τους περιβάλλοντος που δημιουργήθηκε εδώ και 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια, για να επιτύχουν την επιβίωση και ευημερία τους μέσα από τη διατήρηση των τοπικών τους χαρακτηριστικών.

Δύο από τα πέντε Παγκόσμια Γεωπάρκα της Ελλάδας είναι στην Κρήτη.

Ποια είναι η γεωγραφική περιφέρεια που καλύπτουν τα δύο γεωπάρκα της Κρήτης και ποια είναι τα ειδικά χαρακτηριστικά τους;

Αυτή τη στιγμή η Κρήτη έχει την ευτυχία να φιλοξενεί δύο από τα πέντε παγκόσμια γεωπάρκα της Ελλάδας, το Γεωπάρκο του Ψηλορείτη και αυτό της Σητείας (τα υπόλοιπα είναι φυσικά το Γεωπάρκο της Λέσβου, του Βίκου-Αώου και του Χελμού-Βουραϊκού).

Το Γεωπάρκο του Ψηλορείτη έχει έκταση 1200 km2 και περιλαμβάνει τον κύριο ορεινό όγκο του ψηλότερου βουνού της Κρήτης από τις βόρειες παρυφές της Μεσαράς, τη λεκάνη του Αμαρίου, το Μαλεβύζι και όλη την προέκτασή του μέχρι τον Κουλούκωνα και τα βόρεια παράλια. Στην ουσία εκτείνεται σε πέντε καλλικρατικούς δήμους. Αντίθετα το Γεωπάρκο της Σητείας έχει έκταση 540 km2 και ανήκει εξολοκλήρου στο Δήμο Σητείας. Καλύπτει όλη την έκταση του παλαιού Δήμου Ιτάνου, τα όρη της Ζάκρου και όλη σχεδόν τη βόρεια παραλιακή ζώνη μέχρι και τα χωριά των Μουλιανών. Τα κρητικά γεωπάρκα θα έλεγε κανείς ότι μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά που είναι κυρίως η κοινή γεωλογική εξέλιξη, η παρουσία ασβεστολιθικών πετρωμάτων που συνετέλεσε στην ύπαρξη πολλών οροπεδίων, σπηλαίων και φαραγγιών, καθώς και ένα πλούσιο και μοναδικό φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Η περιοχή του Ψηλορείτη φιλοξενεί επιπρόσθετα το σύνολο των πετρωμάτων της Κρήτης, μερικά από τα βαθύτερα και μακρύτερα σπήλαια του νησιού, και δύο από τα περισσότερο επισκέψιμα, των Ζωνιανών και του Μελιδονίου, καθώς και εντυπωσιακούς σχηματισμούς και μορφές πετρωμάτων. Η Σητεία από την άλλη μεριά έχει να επιδείξει επιπλέον την πανέμορφη ακτογραμμή της, όμορφα οροπέδια και αρκετές θέσεις απολιθωμάτων.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου