Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Η Γυναίκα [απόσπασμα]

[απόσπασμα]

Χώμα και βδέλλες ανακάτευε τώρα το νερό. Μια εικόνα στεριάς ήρθε και έμεινε στα μάτια της γυναίκας. Τα μάτια να κλείνουν, να τσούζουν, να πονούν. Στο γυμνό της κορμί χέρια να πίνουν, να τρυπούν και να τρυπώνουν, να γλεντούν. Απομίμηση είναι η ζωή. Μια περιπέτεια θαλάσσης. Χέρια ήτανε, βδέλλα είναι. Ροφούσε αίμα, ιδρώτα, κόπο. Την προκοπή, την ελπίδα ρουφούσε. Βδέλλα αδηφάγα, μοχθηρή. «Μη χάσω το ξύλο», φώναξε. «Μη χάσω το ξύλο», ούρλιαξε κάτω από ένα πελώριο κύμα. Βυθίζεται στις δίνες. Θυμάται τα υγρά σκαλιά, τα υγρά κελιά της ζωής της. Τώρα ένα ξύλο κρατά, τότε ένα βλέμμα ζητούσε. Να μη χαθεί. Να την κρατήσει. «Να μη χάσω εσένα, να μη χαθώ εγώ», χάραξε στη φυλακή της. Με τα νύχια της, όπλο μοναχικό στη στεριά της. Χάθηκαν πολλές φορές. Βρέθηκαν ξανά, λιγότεροι και πολλαπλά κτυπημένοι. Κάποιοι χάθηκαν στο ίδιο τους το σπίτι. Κάποιοι πέρασαν απέναντι. Δεν άντεξαν. Κάποιοι χάθηκαν στο βιός τους. Ένα τρύπιο σπίτι τους πλάκωσε. Καλύτερα στα κύματα. Πιάστηκε από ένα κατάρτι, που ξέβρασε η θάλασσα. Καρφώθηκε σε ένα καρφί. Μια μικρή κηλίδα αίμα έβαψε το μαύρο. Εκείνος είχε τρία, μα αναστήθηκε, όπως λένε οι γραφές. Και εκεί σταμάτησαν τα θαύματα.

Κασσάνοι Ηρακλείου,
Πρωτομαγιά 2015




πρώτη δημοσίευση στη σελίδα του λογοτεχνικού ιστολογίου Στο Λάκκο ιστορίες γραφής, 01.10.2015

 

2 σχόλια: