Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Τα δεύτερα, δικά μου! 29.11.2015


Οι ήσυχες μέρες είναι ένας μεγάλος μύθος. Ένας έρωτας  θα έρθει στη ζωή σου. Μια κληρονομιά. Ένας θάνατος. Μια ελπίδα. Μια μετακόμιση, μιαν αναστάτωση, μια τρικυμία. 
Στον έρωτα και στον θάνατο αδύναμος
Στην κληρονομιά ανέτοιμος
Στην ελπίδα ανοικτός, στην μετακόμιση μόνος
Στην αναστάτωση ακμαίος
Στην τρικυμία στην στεριά. 
ΥΓ. Διαβάζουμε πάντα την Μαργαρίτα


Α.ΣΤΕΓΟΣ 29.11.2015

 
1. Ο Α. έρχεται από τα ερείπια. Δεν κατοικούσε πάντα εκεί, αλλά έμεινε μέσα τους πολλούς αιώνες. Παλιότερα, θαύμασε τους λόφους, καλλιεργούσε τη γη, την πότιζε ιδρώτα και αίμα, δεν καρπίζει διαφορετικά, ονειρευόταν μια γόνιμη γυναίκα να γεννήσει τα παιδιά τους. Ανέβαινε τακτικά στους λόφους. Άφηνε τα χωράφια, σκούπιζε το πρόσωπο, έπλυνε τα χέρια, το μονοπάτι έπαιρνε για τα ψηλά. Εκεί, τροφός η απόσταση, ηδονή, απόλαυση. Στη μοναξιά του σκεφτόταν, λιαζόταν, γαλήνευε. Στη μοναξιά του χανόταν, άδειασε και γέμιζε.Ήταν γεροδεμένος τότε. Η δουλειά ήταν σκληρή, η γη καπάτσα, γυναίκα απαιτητική. Η δυνάμη του στην τσάπα και το υνί έκανε θαύματα. Όργωνε, ίσιωνε και έσπερνε, κλάδευε και μάζευε καρπό, χάραζε δρόμους για τους λόφους. Πάντα περίμενε να την συναντήσει. Ήξερε και ήθελε πολύ να συμβεί έξω από την κοιλάδα, έξω από το επίπεδο του καθημερινού. Έφτιαχνε δρόμους, μικρά και μεγάλα μονοπάτια, ανηφορικούς παράδρομους με χαλίκι στρωμένους, όλοι να οδηγούν εκεί. Εκεί που τόσο την είχε ονειρευτεί.

2. Τα τελευταία χρόνια κατοικούσε στην ντροπή. Εκεί συντηρούσε τα λιγοστά υπάρχοντά του. Φωτογραφίες ηγετών που τον είχαν προδώσει, φωτογραφίες γυναικών που είχε αγαπήσει και αγαπηθεί. Μοναχικός, λιτός και αξιοπρεπής είχε πάντα τα μάτια χαμηλά. “Διψούσε μόνον για ουρανό”. Είχε στήσει μια παράγκα έξω από την πόλη. Λίγο χορτάρι να πατάει το πρωί, λίγη σκιά να ρίχνει στη ζωή του μια μουριά, που φύτεψε μόνος του. Βρέθηκε ξανά στην εξοχή. Τώρα, όπου και να στρέψει το βλέμμα του κτήρια ψηλά, πιάτα δορυφορικά, τροχοφόρες ψευδαισθήσεις μεγάλου κυβισμού. Διατηρεί μιαν απόσταση. Από την μητέρα του είχε μια μικρή κληρονομιά, την είχε μοιράσει σε μηνιάτικο, υπολογίζοντας ένα προσδόκιμο ζωής και πορευόταν. Έφτιαξε μια μικρή βιβλιοθήκη με σίδερα και ξύλα που βρήκε στα σκουπίδια των ανθρώπων. Τακτοποίησε όλα τα γράμματα που είχε λάβει στη ζωή του. Ταξινομημένα κατ`αποστολέα και χρονολογία. Και ένα βραβείο που είχε λάβει από την Οργάνωση για τον ιδιαίτερο ζήλο που είχε κάποτε επιδείξει.

3. Τρεις-τέσσερις οικογένειες αθιγγάνων ήρθαν και στήσαν τα τσαρδάκια τους δίπλα στην παράγκα. Τι πολύχρωμα σεντόνια, τι πατανίες, τι χαλιά... Καλοκαίρι ήταν ακόμα και έφεραν νάυλον σωρούς, άπλωσαν και κάλυψαν τις χαρτόκουτες τους. “Αμ, δεν είναι νομάδες αυτοί”, μονολόγησε. “Σχέδιο έχουν να ξεχειμωνιάσουν”... Έπιασαν μια καλημέρα. Τον κορόϊδευαν αυτοί για τις βροχές που θα `ρθουν, από τα διαβάσματά του τους έλεγε για τα μακρινά ταξείδια των προγόνων τους. “Θα σου φέρουμε και έσενα. Ένας άνθρωπος, μισή παράγκα, στην επόμενη βόλτα μας θα έχεις ό,τι χρειάζεσαι”, του αντιγύριζε...ο Πρίγκιπας. Ένοιωθε μια οικειότητα με ανθρώπους ξένους. Άφησε την απόσταση, εδώ δεν έχει λόφους, δεν ανοίχθηκε πολύ, μα αντάλλαξε δυό επισκέψεις μαζί τους. Έμεινε πολλή ώρα με τα παιδιά.Έπαιζαν μπάλα και κρυφτό, ξέθαψε κάτι χρώματα, ζωγράφισαν μαζί τις προσόψεις των σπιτιών τους.

4. Προσπάθησε να ζήσει μαζί τους. Στον αυτοσχέδιο καταυλισμό ο Πρίγκιπας κινούσε τα νήματα. Εξαφανιζόταν όλη την νύχτα, έκλεινε τις συμφωνίες, ερχόταν το ξημέρωμα, μοίραζε την πραγμάτεια στους άντρες των οικογενειών. Ήταν πάντα με το χαμόγελο. Ρούχα, παπούτσια, πορτοκάλια, παλιοσίδερα. Ότι είχε βρει αυτό πουλούσαν την επόμενη, τις επόμενες μέρες. ”Έλα να διαλέξεις, βρε ανεπρόκοπε, ένα ζευγάρι παπούτσια. Έλα, μοντέρνο πράγμα έχω... Να βγάλεις τούτα τα άρβυλα από τα πόδια σου”, φώναξε με περιπαιχτική διάθεση στον μπαλαμό γείτονά του. “Δώρο θα στα κάνω βρε, δώρο”. Ακίνητος στην πόρτα της παράγκας στεκόταν και ανταπέδιδε το χαιρετισμό. Σκούπιζε τα παπούτσια του με ένα μαύρο πανί. Τα αγαπούσε αυτά τα αρβυλάκια. Τον είχαν γλιτώσει από πολλές πτώσεις, στην νεανική του εποχή, τότε που έκανε πολλά ταξείδια σε ανθισμένους λόφους. 

5. Οι άνθρωποι δίπλα του γελούν, παίζουν, μαγειρεύουν, κάνουν έρωτα. Πήρε το μάτι του δυό νεαρές τσιγγάνες με φουσκωμένες κοιλίτσες. Τα παιδιά δεν σταματούν, φωνάζουν, τρέχουν, βρίζουν και βρίζονται, κτυπούν, πονούν, ματώνουν. Ζουν στο ίδιο, στο πιο ίδιο σημείο του πλανήτη. Εκείνος  βλέπει την κοιλάδα φυλακή, οι άλλοι, όλοι οι άλλοι αγκομαχούν να ανέβουν την ανηφόρα καθημερινότητα. Τώρα που πλησιάζει χειμώνας, που σταματούν τα πάρε -δώσε με τους ντόπιους, τώρα που η γη είναι πιο φειδωλή, οι άνθρωποι κλεισμένοι στα σπίτια τους, τώρα η ανηφόρα γίνεται τραχιά και δύσκολη. Μένει πολλές ώρες στην παράγκα του. Ξεδιπλώνει χαρτιά και διαβάζει. Τα παιδιά σταματούν έξω από την πόρτα, χαζεύουν τους τοίχους, αποκόμματα εφημερίδων παντού, σταματούν πάντα εκεί. Νέα χαρτιά, κομμάτια, θρύψαλα, προσθέτει πάνω στα παλιά. Δεν κινδυνεύει από κανέναν. Οι φυσικοί αλλά και οι άλλοι πρωταγωνιστές των γεγονότων, των ειδήσεων, των πράξεων έχουν όλοι πεθάνει και οι γείτονες του, μικροί και μεγάλοι δεν γνωρίζουν ανάγνωση. Μόνος, για μια ακόμη φορά, απέναντι στο παρελθόν. Εκείνος που έζησε, έμαθε, γνώρισε, ξέρει σήμερα, δεν μπορεί και δεν θέλει να ξεφύγει. Θυμάται. “Δεν θέλω νάυλον εγώ”, φωνάζει κι ακούει την ηχώ του. Γεμίζει τις ρωγμές από μέσα. Κομμάτια, θρύψαλα, χαλίκι το χαλίκι, στρώνει το δικό του αδιέξοδο. Θυμάται πάντα τους λόφους. Καταργεί την απόσταση με το σώμα του.


υγ. Η Λευκοθέα κοιτάζει τον καθρέπτη της γιαγιάς. Από την παιδική μου γειτονιά στο σώμα σου μπαίνω.


Φωτογραφία της  Jordan Tiberio 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου