Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Σπείρα




Αναλώθηκα στην ανάγνωση, για μια φορά που φάνταζε η τελευταία, ενός παλιού βιβλίου. Ποτισμένου με αρώματα παροδικών αντιφάσεων, δακρύων, περαστικών κοριτσιών, γενικότερα με παρελθόντα περιστατικά μιας ασήμαντης ζωής. Ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο, χωμένος στη μικρή σοφίτα. Με άλυτες απορίες και αναπάντητα ερωτήματα, που και ο ίδιος είχα ξεχάσει το πότε και το πώς, ιδίως αυτό, είχαν τεθεί. Θέλησα να μετρήσω τις δυνάμεις μου,  κόντρα στις αναμνήσεις. Ίσια με το παρελθόν μου. Να το βρω μπροστά μου.

Αναλώθηκα στην απόγνωση του τότε. Το ήξερα καλά, βρέθηκα σε πεθαμένες συντροφιές. Σε μέρες χαμένες, αδειανές. Ή σε κείνες που με γέμιζαν θλίψη και ντροπή. Σε μέρες που προκαλούν πόνο. Κλείστηκα στη μοναξιά. Σε μακρινές διηγήσεις του μυαλού. Σε θολές φωτογραφίες. Ακούμπησα στο παράθυρο το άρωμα του απογευματινού καφέ, παρατηρώντας τη γαζία να ανθίζει. Ανταμώνω και χάνω τη λήθη. Αναρωτιέμαι  για τον κύκλο του χρόνου, γυρίζει και χάνεται,  μετρά και αποτραβιέται, ικανός και αυτάρκης στη δική του πορεία.

Ταυτόχρονα, ξεγραμμένοι φίλοι με καλούν σε μια γιορτή αποχαιρετισμού.  Ξαναπήγα, έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, τόσα χρόνια εναπόθεσαν μια θλιμμένη πραγματικότητα,  πάνω στα πρόσωπα μας.  Μια γαλήνια όψη ή μια κυνική αδιαφορία; Δεν θα ξαναπάω.  Έδωσα όρκο, σε ποιον θεό, να πετάξω το βιβλίο στις φωτιές του αύριο. Να θάψω την ασήμαντη ζωή μας νεκροθάφτης εγώ μιας ολόκληρης εποχής.

Κράτησα τον όρκο. Τον υπηρετώ πιστά.

Κράτησα,  βέβαια και σημεία αναφοράς. Δύο από τα γράμματα σου, τη μελαγχολία του Στάθη, το κόκκινο πουλόβερ, τα όνειρα του φθινοπώρου. Για τις πορείες του σήμερα.

Ηράκλειο, 11.10.2000

2 σχόλια: