Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Τα δεύτερα, δικά μου! [04.10.2015]

 
Κλείνω τα μάτια 
Βλέπω στα δικά σου
Ψάχνω τα χέρια
Σε αγγίζω.

Εδώ, μακριά που βρίσκομαι μοιραζόμαστε χρώματα.
 
Τα μάτια μου, σύννεφα φορτωμένα.
Τα χέρια σου γεμάτα ουρανούς.
  
ΥΓ. Διαβάζουμε πάντα την Μαργαρίτα

Α.ΣΤΕΓΟΣ 04.10.2015
 
 
1. Η λάμπα
Καπνίζω πολύ. Ο καπνός γεμίζει το κενό και την απόσταση. Είναι μια ψευδαίσθηση λύση της μοναξιάς. Της απόλυτης μοναξιάς, της ολοκληρωτικής απουσίας, της απόλυτης έλλειψης. Του θανάτου ή του έρωτα. Στριφογυρίζω στα παρελθόντα, αφήνω σημάδια, μικρά σημειώματα, αγαπημένα αντικείμενα, σε θέσεις ξένες. Καμία παρατήρηση από τον απόντα Άλλον. Μόνος συμμαζεύω  τα κομμάτια. Τα τακτοποιώ. Αποσύρομαι. Καμία ενόχληση από τον απόντα Άλλον. Η σπείρα διευρύνεται. Η καθημερινή εικόνα  αντανακλάται στον σπασμένο καθρέπτη του απόντα Άλλου. Στον θάνατο και στον έρωτα. Και η δική μου η γιαγιά έλεγε για τους καθρέπτες, να μένουν σκεπασμένοι, να μη λυπάται η ψυχή καθώς γυρνάει στο σπίτι. Μα καθώς ήταν η πρώτη που βιάστηκε να φύγει  δεν βρέθηκε κανείς να μας το θυμίσει σαν ακολούθησε ο πατέρας βιαστικά κι αυτός, μέρες μακρινού καλοκαιριού. Αδυνατώ να κρατήσω την μορφή. Μόνο τις αντανακλάσεις της στο σήμερα. Όσοι μένουν αλλοιώνονται από τον χρόνο,  από την έλλειψη του ανταμώματος,  από την απουσία. Όσοι μένουν είναι λειψοί την κάθε στιγμή που ζουν δίχως την παρουσία, του απόντα Άλλου.
 
 
2. Μεταίχμιο
[...] Είχε εξασκηθεί σε μια δυσπρόσιτη διαδρομή. Από εδώ ως τα μάτια της. Με δυσκολία ανηφόριζε, έχανε συχνά τα παλιά πατήματα, μα ίσως να μην μπορούσαν να τον βοηθήσουν στο ελάχιστο. Η διαδρομή ήταν -είναι- εκεί. Μια εικόνα, μια λέξη, ένα βήμα  άμετρο μπροστά του. Άφηνε τις μέρες να κυλούν,  τις νύκτες έμενε μόνος και κάπου εκεί σε ένα τρυφερό ενδιάμεσο ξεκίναγε στιγμή τη στιγμή.  Ξεκίναγε χωρίς αποσκευές ταξίδι στα μάτια της. Έμπλεκε σε κλαδιά, χανόταν στις φυλλωσιές της και αρώματα τον αποπροσανατόλιζαν. Χωρίς πυξίδα ...ψηλαφώντας άγνωστα περάσματα γύρναγε πάλι και πάλι πίσω.
Φορά τη φορά άλλαζε η διαδρομή. Όλα τα στοιχεία της - έδαφος , κλίση, ανάγλυφο, έκθεση, - από την αρχή απροσδιόριστα. Τον καλούσαν πάλι και πάλι να χαθεί, την κάθε στιγμή που επιχειρούσε να τα ανακαλύψει. Το έκανε ξανά και ξανά, μεταξύ ημέρας και νύκτας υπήρχαν τρυφερά ενδιάμεσα. Άφηνε πίσω του γνώση, προχωρούσε με την αίσθηση να σμίξει το άνοιγμα της. Να διατρέξει το μονοπάτι. Άφηνε πίσω του λογική, προχωρούσε με πάθος να μπει μέσα της. Να γευτεί τους χυμούς της. Άφηνε πίσω του παλιά ταξίδια, προχωρούσε, προχωρούσε. Στα πιο υγρά της μέρη δεινοπαθούσε σαν τα στάχια σε θερινή καταιγίδα. Στις ξηρασίες της επιστράτευε εμπυρεύματα να φουντώσει τις στάχτες ξανά και ξανά. Επιζητούσε τη φλόγα να χαθεί μια ακόμα φορά  μαζί της.
Την επόμενη μέρα ξυπνούσε γαλήνιος. Στα πρώτα τσιγάρα ο μύθος έσβηνε.  Η πινακίδα παρέμενε λευκή - κανένα στοιχείο - είχε πάλι γυρίσει πίσω χωρίς να προσδιοριστεί η πορεία του. Κρατούσε αρχείο για κάθε του απόπειρα σχεδιασμού, καταγεγραμμένες όλες οι αφετηρίες,  οι σκέψεις, οι ιδέες, οι επιθυμίες. 'Όμως κανένα στοιχείο. Δεν είχε καταφέρει ακόμα να  «αγγίξει»  τη διαδρομή. Στο πρώτο φως της μέρας ανακάλυπτε - με κόπο πάντα - λεπτές γρατζουνιές στο σώμα. Μα αίμα πουθενά. Η πινακίδα πάντοτε λευκή, απρόσωπη με τα μικρά της τετραγωνάκια τακτικά και ακίνητα!
Η διαδρομή είναι εδώ! Απαιτητικό θηλυκό ζητά την ολοκλήρωση. Στο μεταίχμιο της μέρας με  την νύχτα - στο αποψινό τρυφερό ενδιάμεσο - ενυπάρχει  η πιθανότητα του οργασμού[...] 


3. Πεθαίνω μια Κυριακή πρωί
Τι έχω να δηλώσω; Τα στοιχεία ενός πλήρους βιογραφικού. Μικρές παύσεις. Βαριές ανάσες. Καπνό. Βιβλία και αποκόμματα. Μια διαγραφή, ένα διαζύγιο και μια συνέχεια. Μικρά κείμενα. Είσαι η πρώτη, κάθε φορά, αναγνώστρια. Καθημερινά σημειώματα… Θυμάσαι; Για τα «επείγοντα » της  ημέρας, για τη σχολή, την βραδινή έξοδο, που με αγχώνει πάντοτε, για τη δουλειά στο κόμμα, για το γραφείο,  για τους κοινούς μας φίλους. Εκείνο το σημείωμα στο δωμάτιο. Η εβδομάδα που μόλις πέρασε! Εσύ ξέρεις πόσο καιρό έχω να γράψω. Μόνο εσύ ξέρεις το άγχος μου. Μόνο εσύ ξέρεις τα λάθη μου.  Φοβάμαι. Φοβάσαι;  Πιάσε ένα όνειρο. Να ξυπνήσουμε μαζύ. Να ακουμπήσω στον ώμο σου. Εκεί, στο μυστικό σου κρυψώνα, να βρεθώ.

Απόψε, βράδυ φθινοπώρου. Επιχειρούμε να ζήσουμε./ Σε καθρέπτες θρυμματισμένους συνομιλούν τα πολλαπλά μας εγώ./ Μέγιστη η δυσκολία του εμείς» Πάντοτε, έπαιζα ένα παιγνίδι: "Αγαπημένη μου αναγνώστρια",  ήταν η αρχή. Ξεκίναγα να γράφω για μένα. Με την εικόνα του Άλλου κρυμμένη. Να προβάλλει αργά μέσα από την εσωτερική αναζήτηση. Όπως στα χρόνια των συνελεύσεων, ακουμπούσα το βλέμμα μου σε ένα πρόσωπο, να χάνεται ο κόσμος, να λύνεται ο κόμπος από το στομάχι.

Οι συναντήσεις και οι συναναστροφές έγιναν πιο εσωτερικές,  συνομιλούμε με τον εαυτό μας, ο κόμπος είναι δεσμός, δεν λύνεται,  δεν κόβεται. Κυοφορείς την απάντηση. Δεν τη περιμένεις πια. Μα η λύση αδύνατη. Οι πόνοι αφόρητοι. Ζεις σε ένα διαρκές μεταίχμιο. Ζεις;
 
 
4. Ναι
Έβλεπε τώρα καθαρά τις λαθεμένες επιλογές του πρόσφατου παρελθόντος. Ακάλυπτες επιταγές, οικονομικά ανοίγματα χωρίς υπόβαθρο, πεπαλαιωμένα τεχνικά μέσα, ανίκανα στελέχη. Μια υπερεκτιμημένη επιχείρηση.Είχε, και δεν το αρνήθηκε κανείς, καλές προθέσεις. Δυνατές και δύσκολες σπουδές σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, μια κάποια εμπειρία σε μεγάλες επιχειρήσεις της αλλοδαπής. Ίσως το πρώτο, το κύριο λάθος του, που μπορεί όμως να εξηγήσει την πλήρη αποτυχία του, ήταν η επιλογή ενός κορεσμένου αντικειμένου. Στον λαϊκισμό, στην πατριδοκαπηλία, στον εθνικισμό, άλλοι είχαν ήδη μεγαλουργήσει. Έβλεπε τώρα μικρούς να αντρώνονται και πρώην να επιστρέφουν. Θυμόταν έντονα τις λέξεις ενός επαναστάτη περί συγκεκριμένης ανάλυσης την συγκεκριμένη στιγμή. Θυμόταν τις λέξεις. Με το νόημά τους είχε σαφώς οξύτερο πρόβλημα.


5. Σύμφωνα
Αρχινισμένα γκράφιτι
Μισοτελειωμένα κολάζ
Ανυπόγραφοι καμβάδες
Κάναβοι χωρίς συνέχεια.

Ανεπίδοτα γράμματα
Σύμφωνα
Άηχες λέξεις. 

Α, και ένας αναστεναγμός.  


υγ. Δεν είναι λέξεις είναι πληγές

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου