Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Αστροπαλιά


διήγημα της Κατερίνας Επιτροπάκη

Όπως έσπρωξε την γυάλινη στριφογυριστή πόρτα, βρίζοντας μέσα από τα δόντια του για να βγει έξω απ’ το υποκατάστημα της Τράπεζας, δεν πρόσεξε πως παραλίγο να χτυπήσει μια γυναίκα που στεκόταν ακριβώς απέξω. Η όψη του πρέπει να ήταν τόσο αλαφιασμένη, που κι εκείνη, όπως επιχείρησε να διαμαρτυρηθεί για την αγένεια σταμάτησαν τα λόγια της βλέποντάς τον. Έβλεπε έναν άνθρωπο εκτός ελέγχου, εκτός εαυτού.

“Χρειάζονται, λέει, φορολογική ενημερότητα! Άει στο διάολο άνθρωπέ μου. Πού να τη βρω; Άμα δεν είχα χρέη στην Εφορία, και όχι μόνο εκεί, δεν θα ζητούσα τη βοήθειά σας για δάνειο! Σιχαμένοι…..”

Παραμιλούσε μόνος του. Ευτυχώς το συνειδητοποίησε νωρίς, γιατί έπεσε το μάτι του σε δυο-τρεις περαστικούς που τον παρατηρούσαν απορημένοι. Κάποιος κουνούσε και το κεφάλι του συγκαταβατικά. Κάτι σαν να ‘λεγε «…εμ, δεν πάει στα βουνά». Ένοιωσε έντονη την ανάγκη να ηρεμήσει. Συνειδητοποίησε πως του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Γύρισε στο γραφείο του.  Ξεκλειδώνοντας την πόρτα, κατέβασε την πινακίδα που είχε απ’ το πρωί κρεμάσει:
ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΣΕ ΛΙΓΟ. ΓΙΑ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΚΑΛΕΣΤΕ ΣΤΟ 697……..

Είχε ήδη πάει μεσημέρι. Οι ουρές στην τράπεζα του είχαν ροκανίσει όλο τον εργάσιμο χρόνο. Όχι ότι είχε και σημασία. Ο τελευταίος πελάτης που είχε μπει στο ασφαλιστικό γραφείο του, που διατηρεί εδώ και περίπου τριάντα χρόνια, ήταν στο τέλος της περασμένης εβδομάδας. Σωρός από ασφαλιστικά συμβόλαια που κανείς δεν έρχεται να πάρει, παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές οχλήσεις που ο ίδιος κάνει στους πελάτες του, συμπληρώνουν το χάος που επικρατεί πάνω στο γραφείο από τα άδεια πλαστικά ποτήρια με υπολείμματα καφέ και το ξεχειλισμένο από αποτσίγαρα τασάκι.

“Πρέπει να βάλω μια τάξη εδώ μέσα”, σκέφτηκε. Προσποιούμενος πως το πραγματοποιεί, άδειασε απλώς το τασάκι και παραμέρισε στην άκρη του γραφείου τα χρησιμοποιημένα πλαστικά ποτήρια. Κάθισε εξουθενωμένος και άναψε τσιγάρο. Αναζήτησε την ηρεμία μέσα του.  Ο θόρυβος των αυτοκινήτων από το δρόμο σιγά-σιγά έσβηνε από την ακοή του. Επικεντρώθηκε στο να ακούει τους χτύπους της καρδιάς του. Ένοιωθε πως ηχούσαν μέχρι τα μηνίγγια του. Αισθανόταν σαν να κάνουν μεγάλες παύσεις. Και μετά ξανά, να συνεχίζουν πιο δυνατά…

“Να σου βάλω λίγη σαλάτα ακόμα;” Η Ελένη χρειάστηκε να ρωτήσει τρεις φορές για να πάρει απάντηση από τον άντρα της.

Μπα, όχι”. Της απάντησε χωρίς να την κοιτάξει καν. Έτρωγε μηχανικά, με το βλέμμα καρφωμένο στο πιάτο του, χωρίς να κάνει το παραμικρό σχόλιο για το φαγητό ή για οτιδήποτε άλλο. Η Ελένη δεν του μιλούσε καθόλου. Αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι η κατάστασή του ήταν έκρυθμη. Είκοσι χρόνια σχεδόν μαζί. Ήξερε πια να διαβάζει τις διαθέσεις του, τους φόβους του, κάποτε και τις σκέψεις του. Τον τελευταίο καιρό εκείνος είχε βυθιστεί πολύ στα προβλήματά του. Η δουλειά του κινδύνευε σοβαρά. Στο σπίτι η ίδια κατάφερνε προς το παρόν να τα φέρνει βόλτα και να υπάρχει η στοιχειώδης λειτουργία, ώστε να καθησυχάζει όσο μπορεί τον άντρα της. Φρόντισε να μηδενίσει όσο γίνεται τα προσωπικά της έξοδα, ώστε ο πενιχρός πλην σταθερός μισθός της να μπορεί να καλύπτει τις καθημερινές ανάγκες.

Το χειρότερο για την Ελένη, ήταν πως εκείνος, από χαρακτήρος, δεν της έδινε χώρο σε όλο αυτό που περνούσε. Τα προβλήματά του τον έκαναν να κλείνεται στον εαυτό του. Έκανε πολλές προσπάθειες κατά καιρούς να του επισημαίνει ότι είναι εδώ, ότι στέκεται δίπλα του, ότι η στεναχώρια θα είναι λιγότερο οδυνηρή εάν την μοιραστούνε. Μάταια. Όταν είχε προβλήματα να τον απασχολούν, έμοιαζε σαν να βρισκόταν πίσω από ένα χοντρό, ηχομονωμένο τζάμι. Όσο κι αν εκείνη χτυπούσε, το τζάμι δεν έσπαγε κι εκείνος δεν την άκουγε. Παρέμενε απαθής. Έβλεπε αυτό το τζάμι στον τρόπο που την κοιτούσε. Ήταν σαν να εξαφανιζόταν το βάθος από το βλέμμα του. Την πλήγωνε πολύ αυτό. Δυσκολευόταν να αποδεχτεί πως είναι κάτι που δεν θα πάψει να συμβαίνει.  Το βίωνε σαν δική της απόρριψη και δεν ήταν παράλογο. Προσπαθούσε να συμβιβαστεί  με αυτή την κατάσταση. Δεν έπαυε όμως ποτέ ούτε να την πληγώνει, ούτε να την απασχολεί το εάν και πώς θα μπορούσε η ίδια να κάνει κάτι.

Δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα. Τα πρώτα χρόνια είχαν μια σχέση απόλυτα εξομολογητική. Αισθάνονταν και οι δύο ότι ο μεταξύ τους έρωτας έχει τέτοια δυναμική, που κανένα πρόβλημα δεν μπορούσε να μείνει άλυτο. Κατέφευγαν ο ένας στον άλλο σαν μικρά παιδιά που ψάχνουν τον γονιό να του πουν την παραμικρή τους δυσκολία για να τα βοηθήσει. Άλλαζαν με μεγάλη ευκολία ρόλους μεταξύ τους μεταξύ προστάτη και προστατευόμενου. Ήταν κάτι σαν λιμάνι ο ένας για τον άλλο, ενώ το συναισθηματικό τους δέσιμο ήταν τόσο ισχυρό που δεν δημιουργούσε καμία αναστολή από φόβο τυχόν υπερέκθεσης του ενός απέναντι στον άλλο. Με τον καιρό αυτό μεταβλήθηκε. Λιγόστεψε, μίκρυνε, χάθηκε. Κυρίως από τη δική του πλευρά. Η Ελένη ποτέ δεν μπόρεσε να διαχωρίσει, εάν επρόκειτο για έναν καταπιεσμένο από τα προηγούμενα χρόνια ανδρικό εγωισμό, ή εάν συνδεόταν και με κάποιον εκφυλισμό στα συναισθήματά του για εκείνη. Αισθανόταν πως ίσως την αποκαθήλωνε σιγά-σιγά από το ψηλό σημείο που την είχε τοποθετήσει μέσα του. Ίσως ο χρόνος που περνούσε να προκαλούσε σταδιακά μια ισοπέδωση, καλά κρυμμένη μέσα στη ρουτίνα, στην επανάληψη, στην μονοτονία.

Δεν ένοιωθε έτσι η ίδια. Ένοιωθε όμως κάποιες ενοχές, πως ίσως να μην είχε παλέψει αρκετά όλο αυτό  το διάστημα για να διατηρήσει την επικοινωνία τους. Μ’ έναν τρόπο, ίσως την είχε καταπιεί κι εκείνη η δύναμη της φθοράς. Ένοιωθε πάντα τα ίδια δυνατά συναισθήματα, η δική του θέση δεν είχε αποκαθηλωθεί μέσα της, όμως, άραγε, εκείνος το εισέπραττε; Δεν υπήρξε ποτέ στιγμή που θα μπορούσαν τα προβλήματα, όσο σοβαρά και να ‘ταν, να μεταβάλλουν μέσα της τη σταθερά που λέγεται αγάπη. Όμως δεν ήξερε πόσο αυτό γινόταν αντιληπτό σ’ αυτόν. Κι αν δεν γινόταν, τότε έπαυε να ‘χει και αξία.

Μάζεψε τα πιάτα από το τραπέζι. Τα τοποθέτησε ακουμπώντας τα απαλά στον νεροχύτη. Θα τα έπλενε αργότερα. Εκείνος είχε ήδη ξαπλώσει να ξεκουραστεί, δεν ήθελε να τον ξυπνήσει με τον θόρυβο της βρύσης. Θα σηκωνόταν σε λιγότερο από μία ώρα, να επιστρέψει στο γραφείο του. Το κρατούσε πάντα ανοιχτό και κάποιες ώρες τ’ απογεύματα, αν και η Ελένη είχε αντιληφθεί ότι εδώ και καιρό μάλλον ματαιοπονεί, περιμένοντας να δουλέψει. Ξάπλωσε στο πλάι του, χωρίς να έχει η ίδια διάθεση να κοιμηθεί. Ήθελε μόνο να τον αγκαλιάσει, ακουμπώντας απαλά τα χέρια της στα πλευρά του, έτσι όπως κοιμόταν με γυρισμένη την πλάτη. Άκουγε τον θόρυβο από το ελαφρύ ροχαλητό του, τη βαριά ανάσα του. Ακόμα και σ’ αυτόν τον ήχο, μπορούσε να αναγνωρίσει το άγχος του, το άγος του, τη στεναχώρια του. Έμεινε σχεδόν ακίνητη για αρκετή ώρα. Από το μυαλό της, πέρασε σαν κινηματογραφική ταινία όλη τους η κοινή ζωή. Όχι, δεν μπορούσε να αφήσει τα πράγματα έτσι. Έπρεπε να κάνει ό,τι μπορεί. Έπρεπε να ξεβαλτώσουν, έπρεπε να αφήσουν πίσω τους αυτή την κατάσταση. Ένοιωσε να την κυριεύει μια δυναμική. Μια αίσθηση ότι κάπως θα τα καταφέρει. Σηκώθηκε από το κρεβάτι πέντε λεπτά πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι στο κινητό του, ώστε να έχει τον χρόνο να ετοιμάσει την καφετιέρα. Θα έπινε βιαστικά τον καφέ του και θα έπρεπε να φύγει για το γραφείο.

“Πρέπει να είναι κάπου δύο χιλιάδες ευρώ”, είπε η Ελένη στην ταμία της τράπεζας, πριν εκείνη πατήσει στον υπολογιστή της τα στοιχεία του βιβλιαρίου που είχε στα χέρια της.

“Δύο χιλιάδες εβδομηνταπέντε και εξήντα” της απάντησε με ακρίβεια. “Τι ανάληψη θέλετε να κάνετε;”

Εεε… όλο το ποσόν”, απάντησε η Ελένη.

Αυτόν τον λογαριασμό, τον είχε ανοίξει εδώ και τρία χρόνια μόνη της. Προσπαθούσε να μαζέψει χρήματα, υπολογίζοντας κάποια στιγμή να αλλάξει τα ντουλάπια της κουζίνας της που ήταν πια πολύ παλιά και δεν την εξυπηρετούσαν. Αντιλαμβανόμενη ότι ήταν ένα κονδύλι που αδύνατον πια να βγει από το τακτικό οικογενειακό τους εισόδημα, είχε σκεφτεί να μαζέψει το ποσό λίγο λίγο με αιματηρές οικονομίες. Όμως, αποφάσισε ν’ αλλάξει σχέδια. Σκέφτηκε πως κάποτε, εμφανίζονται μπροστά μας καθαρά οι ουσιαστικές προτεραιότητες.

Ήταν περασμένες τρεις, όπως κάθε μέρα, εκείνος επέστρεψε στο σπίτι για το μεσημεριανό φαγητό. Η Ελένη τον περίμενε. Τον αγκάλιασε και του έδωσε ένα φιλί. Στιγμιαία ξαφνιάστηκε. Η αλήθεια είναι πως η γυναίκα του είχε καιρό να τον υποδεχτεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Χαμογέλασε με αμηχανία. Δεν είπε τίποτα. Έπλυνε τα χέρια του και κατευθύνθηκε, όπως πάντα, προς το τραπέζι της κουζίνας. Μπροστά στη συνηθισμένη θέση του, είδε κάτι ασυνήθιστο. Στην αρχή δεν το αναγνώρισε. Χρειάστηκε να το ξεφυλλίσει…

“Πώς… πώς βρέθηκε αυτό; Πού το θυμήθηκες; Που το είχαμε;” Μπροστά του είχε ένα παλιό άλμπουμ με φωτογραφίες. Φωτογραφίες που, όταν άρχισε να γυρίζει τις σελίδες του, τις θυμήθηκε μία προς μία.

“Θυμάσαι; 1987. Καλοκαίρι στην Αστυπάλαια”. Στάθηκε πάνω από το κεφάλι του, έτσι όπως ήταν καθισμένος στην καρέκλα της κουζίνας. Του χάιδευε τα μαλλιά, ενώ με το άλλο της χέρι άρχισε να γυρίζει εκείνη τις σελίδες:

“Θυμάσαι τη σκηνή μας; Εδώ σ’ αυτήν φαίνεται η άκρη της τέντας της. Η άλλη φωτογραφία δίπλα είναι στη Μαλτεζάνα. Τη θυμάσαι την ταβέρνα; Αυτό εδώ το ηλιοβασίλεμα, στο Κάστρο, εσύ το είχες τραβήξει…”

Είχε κι εκείνος απορροφηθεί. Είχε πάνω από εικοσαετία να ξαναδεί αυτές τις φωτογραφίες. “Πω, πω, κοίτα βρε Ελένη ένα μαλλί που είχα” της είπε μ’ ένα ελαφρύ παράπονο στη φωνή. Εκείνη έσκυψε και φίλησε το γυμνό στην κορυφή κεφάλι του. “Εμένα μ’ αρέσεις πιο πολύ τώρα”, του είπε τρυφερά.

“Εδώ σ’ αυτήν την ολόσωμη είσαι κούκλα!”. H φωνή του είχε αλλάξει . Σαν να είχε φύγει το βάρος από πάνω της. Σαν να τον είχαν συνεπάρει οι αναμνήσεις από τις φωτογραφίες τόσο, που απάλυναν το ηχόχρωμά του και το έκαναν τόσο τρυφερό, σχεδόν τραγουδιστό.  “Είσαι κοπελίτσα”…

Έφυγε από πίσω του και στάθηκε μπροστά του. Τον κοίταξε στα μάτια. Του κράτησε με τις δυο της παλάμες το χέρι του, που ήταν έτοιμο να γυρίσει στην παρακάτω σελίδα. “Η ίδια κοπελίτσα είμαι, καλέ μου. Εκείνη που είχες γνωρίσει. Έχω λίγα κιλά παραπάνω και κάποια σημάδια του χρόνου, στο κορμί και στο πρόσωπό μου. Δεν έχω όμως αλλάξει. Δεν έχουμε αλλάξει. Είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι. Κι είμαστε μαζί. Και τίποτα δεν πρέπει να μας κάνει να το ξεχνάμε”.

Σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε. Του μιλούσε με μια φλόγα στο βλέμμα. Μια φλόγα που την αναγνώρισε να έρχεται από παλιά. Είχε καιρό να την δει. Είχε ξεχάσει τον υπέροχο δυναμισμό που είχαν τα πράσινα μάτια της γυναίκας του, όταν μίλαγε με ενθουσιασμό για κάτι. Συνειδητοποίησε τότε, ότι κι εκείνη μάλλον για καιρό είχε χάσει τον ενθουσιασμό της. Γι αυτό είχε καιρό να τον διακρίνει στο βλέμμα της. Ένοιωσε όμορφα που επέστρεψε και φώτιζε ολόκληρο το πρόσωπό της.

“Την άλλη βδομάδα μπαίνει Αύγουστος. Παραδοσιακά, το κλείνεις το γραφείο. Ξέρω πως δεν έχεις και πολύ δουλειά. Εγώ κανόνισα ήδη την άδεια μου. Μπορούμε να φύγουμε απ’ το ερχόμενο Σαββατοκύριακο. Έκανα ήδη προκράτηση σε μια υπέροχη πανσιόν, στο Λειβάδι. Βλέπεις, δεν υπάρχει πια η δυνατότητα ελεύθερου κάμπινγκ, άσε που θα μας πιάσει και κανένα λουμπάγκο και θάχουμε άλλα”. Γελάσανε και οι δυο.

“Μα, πώς βρε Ελένη μου, αφού δεν έχουμε…”

“Μη σε νοιάζει. Σήκωσα τα λεφτά απ’ την Τράπεζα που είχα. Φτάνουν και περισσεύουν”.

“Και τα ντουλάπια της κουζίνας που χρειάζεσαι; Αφού ξέρεις πως εγώ δεν…”

“Τι να τα κάνω μάτια μου τα ντουλάπια; Βολευόμαστε και μ’ αυτά. Δεν θα άλλαζα μ’ όλα τα έπιπλα του κόσμου την ιδέα ενός καλοκαιρινού ταξιδιού μαζί σου, στο αγαπημένο μας νησί”.

“Θα ‘ναι άραγε η Αστροπαλιά όπως τη θυμόμαστε;” είπε εκείνος με κάπως σπασμένη τη φωνή.

“Θα ‘χει αλλάξει κι αυτή. Όπως κι εμείς άλλωστε. Όμως το ηλιοβασίλεμα από το Κάστρο θα παραμένει το ίδιο”.

Σηκώθηκε από την καρέκλα του. Την κοίταξε βαθειά στα μάτια, μ’ ένα χαμόγελο στις άκρες των χειλιών του. Στάθηκε κοιτώντας την σαν αμήχανος νεαρός, που διστάζει  να αγκαλιάσει την κοπέλα του. Το έκανε εκείνη πρώτη. Έχωσε το κεφάλι του στην γωνία του λαιμού της. Όπως την κρατούσε από τη μέση, άρχισε να την λικνίζει ελαφρά, σαν να την οδηγούσε σ’ έναν αργό χορό, ενώ σιγοτραγούδαγε: Το κάστρο της Αστροπαλιάς, κλειδί έχει κλειδώνει…

Άρχισαν κι οι δυο να γελάνε, έτσι όπως προσπαθούσαν άτσαλα να χορέψουν αγκαλιασμένοι και να τραγουδήσουν, χωρίς να θυμούνται και πολλά από το στίχο.

Αύριο πάω για εισιτήρια. Σαββάτο πρωί, φ ε ύ γ ο υ μ ε ! είπε η Ελένη ενθουσιασμένη.

«Ναι. Ναι γλυκιά μου. Αυτό είναι. Να πα’ να γαμηθούν όλα. ΦΕΥΓΟΥΜΕ!,  επανέλαβε κι εκείνος, φωνάζοντας δυνατά την τελευταία λέξη, κυρίως για να την ακούσουν τα δικά του αυτιά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου