Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Το παλτό [απόσπασμα]

[...] στην παρακμή της συλλογικής ζωής των απορριμμάτων/
 μόνος/ 
φέρνω στη μνήμη τη δύναμη των πρώτων ημερών/ 
φέρνω στη μνήμη το άρωμα των πρώτων ιδεών//

Α.ΣΤΕΓΟΣ


[...] Ήρθε στον κόσμο, αργά το βράδυ. Μια μέρα που δεν θα ξεχάσει κανείς. Ο σταθμός του Βουκουρεστίου μετέδιδε την είδηση. Η διάσπαση του κόμματος ήταν γεγονός. Μέσα σε συνθήκες σκληρής δικτατορίας, νέα τραγωδία.  Ο πατέρας του, Δημήτρης Γρηγοριάδης, καπνεργάτης στο επάγγελμα, πρόεδρος στο σωματείο,  ήταν πολύ στεναχωρημένος. Μέλος του Κόμματος από το `55, ήξερε πολύ καλά τι θα ακολουθήσει. Η χαρά για τον ερχομό του πρώτου του παιδιού μετρίασε τον καημό των κομματικών εξελίξεων. « Ένα παιδί συντροφιά για την θυγατέρα μας…», έλεγε και φίλεψε όλους, συντρόφους, φίλους και συγγενείς, που του ευχήθηκαν. «Να δεις, κερά, που κάποιοι, δεν θα μας μιλούν από αύριο», είπε και φίλησε τη γυναίκα του, που έλαμπε από χαρά! «Μη βάζεις κακό με το νου σου», ήταν τα δικά της λόγια. Μα, το δίκιο ήταν με το μέρος του. Όλοι θυμόταν την γενέθλια ημέρα του Πέτρου, μα οι μισοί δεν του ευχήθηκαν ποτέ. Η διάσπαση του Κόμματος είχε πολλά ποδάρια.

Μεγάλωνε μέσα στα καπνοχώραφα. Η δουλειά σκληρή, κοπιαστική, η μάνα του το πιο δυνατό στήριγμα του Δημήτρη. Μαζί του στο χωράφι και στο εργοστάσιο. Η κόρη τους στο δημοτικό και ο Πέτρος στην αγκαλιά της. Ακόμα και σήμερα -46 χρόνια αργότερα – υπάρχουν στιγμές που μυρίζει ολόκληρος καπνό.

Κι όταν ο πατέρας του πέρασε στην παρανομία και από εκεί στην Γερμανία και στην εκτελεστική επιτροπή του Πατριωτικού Μετώπου  ήξερε ήδη να ξεχωρίζει το μαξούλι του καπνού και να πετά, τα σκληρά και άγευστα κάτω φύλλα. Τα Σέρτικα της Καβάλας ήταν τα πιο γλυκόπιοτα τσιγάρα της εποχής.

Καλός στα γράμματα. Νεράκι είχε και τους αριθμούς. Ψήλωνε και μέστωνε όμορφα. Όλοι είχαν να το λένε στην συνοικία των Εργατικών Κατοικιών. Με ένα παράπονο είναι αλήθεια: «Α, βρε και να τον έβλεπε κι ο πατέρας του, τι όμορφα που μεγαλώνει». Στέλεχος του Κόμματος στην Δ. Ευρώπη, άλλες φουρτούνες είχε να παλέψει. Κόντρα οι καιροί, σκληροί οι δογματικοί, σκεφτόταν τη γυναίκα του και τα παιδιά του, μα η δέσμευσή του ήταν ιερή. «Να στηθούμε στα πόδια μας και οι ιδέες μας θα λάμψουν… Τότε θα γυρίσω στην Ελλάδα».

Το καλοκαίρι του `80 τους κάλεσε. Μικρό το διαμέρισμά του μα θα βολευτούν. Η ελληνική κοινότητα τους περιμένει. Πρώτο ταξίδι στην Ευρώπη –τότε δεν μπορούσε να φανταστεί πόσα θα ακολουθήσουν- και η συνάντηση με τον πατέρα του επτά χρόνια μετά… [τρέχει τώρα η δική μου γραφή –ένα μικρό άλμα κάνει-  σε κάποια από τα χαρτιά του Πέτρου υπάρχει μια φράση ζωής: «Έζησα δύο δικτατορίες. Μια μαζί με όλο τον ελληνικό λαό, την απουσία της Ελευθερίας. Και μια μόνος μου, την απουσία του πατέρα μου. Η κάθε μια κράτησε επτά δυσαναπλήρωτα χρόνια».]

Οι διακοπές στο Βερολίνο ένας άλλος κόσμος. Δεν υπάρχει κάτι που να μην του τραβάει την προσοχή… Μένει με το στόμα ανοικτό όταν μαθαίνει ότι η πόλη είναι χωρισμένη στα δυό.. Εκείνος με θέα την παραλία της Καβάλας δεν μπορεί να πιστέψει ότι υπάρχουν παιδιά που ξυπνούν και αντικρίζουν ένα… τείχος… Δεν ξεκολλάει από τον πατέρα του, έχει απορίες, απαιτεί εξηγήσεις, είναι γεμάτος  ερωτήσεις.  Γίνεται πιεστικός, θέλει μια απάντηση: «πότε θα γυρίσεις;» Τελειώνουν όμως οι μέρες της χαράς, μαζεύουν πράγματα, ο Πέτρος τις εμπειρίες του και γυρίζουν εκείνοι. Ο πατέρας του κάνει ένα μικρό σημείωμα προς την ηγεσία του Κόμματος και πρώτη φορά ζητά την επιστροφή του στην Ελλάδα. Να αναλάβει ένα πόστο στο εσωτερικό.

Με τον αέρα της Ευρώπης μπήκε στο γυμνάσιο. Τον βοηθούσε και η κοψιά του. Ένα όμορφο ψιλόλιγνο αγόρι τραβούσε τα βλέμματα. καθηγητών και μαθητών. Τα θηλυκά κάνανε πως δεν βλέπανε…μα ήτανε κρυφός καημός για μια δική του ματιά. Ποια δεν θα ήθελε να είναι το κορίτσι του καλύτερου μαθητή του σχολείου. 

[...]

Το `98 χειμώνας καθόμουν στο ΑΥΓΟ. Μόλις είχα επιστρέψει στην γενέθλια πόλη. Άφησα την Σαλονίκη και κατέβηκα. Χαμένος στο Ηράκλειο. Το ποτό δεν είναι καλός σύντροφος σε αυτές τις περιπτώσεις αλλά και τι να κάνεις μόνος σου σε ένα άδειο μπαρ… Θυμήθηκα, μαθητής ακόμα τον κόσμο που μάζευε και τις ωραίες παρέες που κάναμε… «Μα που χάθηκαν οι φίλοι, που χάθηκαν οι σύντροφοι», ψέλλισα μέσα από τα δόντια μου. Η νεαρή μπαργούμαν δεν μου έφταιγε σε τίποτα. Πήρα να σιγοτραγουδώ σε πειραγμένους στίχους ένα γνωστό σκοπό:

«Χωρίσαμε το `68 με δάκρυα
Στα μάτια
Το Κόμμα μας ήταν γραφτό
Να γίνει δυό κομμάτια…»

Μια καθαρή φωνή με επανάφερε στην πραγματικότητα. «Το ξέρεις ότι γεννήθηκα εκείνη τη μέρα» … Τότε, τον είδα για πρώτη φορά. Μια φιλία που κρατάει 15 χρόνια τώρα. 

[...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου