Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Σελιδοδείκτης 08.12.2014



Ο σελιδοδείκτης -μια νέα στήλη- κάνει τα πρώτα της βήματα. Κάθε Δευτέρα θα συναντάει βιβλία και θα μεταφέρει μια πρόταση ανάγνωσης. Βιβλία που διαβάσαμε ή και εκείνα που μας περιμένουν υπομονετικά. Έτσι, για να αποφύγουμε τον υποκειμενισμό της δικής μας ανάγνωσης, καταξιωμένες πένες  οδηγούν την παρουσίαση.


Σελιδοδείκτης 25ος:
Μένης Κουμανταρέας Θάνατος στο Βαλπαραΐζο εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013

γράφει ο Δημήτρης Αθηνάκης

 

Βαλπαραΐζο όπως Αθήνα, όπως οι βεβαιότητες που διαψεύδονται


Μένης Κουμανταρέας: το καινούριο του μυθιστόρημα
που έρχεται από το παρελθόν σχολιάζει τη δυναμική
των πολιτικών οραμάτων και των ιδεολογιών


Πέτα την Αθήνα απ’ το τρένο. Για πρώτη φορά, ο Μένης Κουμανταρέας πέταξε την Αθήνα από τα βιβλία του, παρότι όχι ολοκληρωτικά, από την ευθύγραμμη πολύχρονη πορεία του, πέταξε Ώς και την ίδια την Ελλάδα, αν και πάλι όχι εντελώς, και πέταξε κι ο ίδιος μακριά, στη Χιλή· και πίσω στον χρόνο. Πέταξε όμως από πάνω του και την καθαρόαιμη ηθογραφία, ενώ δεν μας είχε συνηθίσει ώς τώρα στην πολιτική παρέμβαση, έστω και με εμφανή υπονοούμενα κι όχι μανιφεστάροντας – άλλωστε, κάτι τέτοιο δεν θα του ταίριαζε. Πρωθύστερα σχόλια, για να βρούμε έναν μπούσουλα παρακάτω. Αν βρούμε.

Οι τελευταίες μέρες ενός κομμουνιστή ηγέτη, εξόριστου, απομονωμένου από την τρέχουσα Ιστορία, αλλά όχι από εκείνη που είναι να γραφτεί. Geschichte zu schreiben, θα έλεγαν οι Γερμανοί, κι ο Κουμανταρέας αυτό ξέρει να το χειρίζεται καλά. Κι όχι μόνον αυτό· όταν ο ήρωάς του, ο τελευταίος ηγέτης της Ανατολικής Γερμανίας Έριχ Χόνεκερ, βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα πλέον και γύρω του στροβιλίζεται ο κόσμος που κάνει ένα βήμα μπροστά, έρχονται οι περιβάλλοντες ήρωες ν’ απομυθοποιήσουν πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις και μαρτυρίες, καλές, κακές, έσωθεν και έξωθεν. Σαν να καταδικάζεται η μυθοποίηση απ’ όπου κι αν προέρχεται. Όπου κι αν κατευθύνεται όμως; Η Ευρώπη, που είναι και ο τελικός στόχος του απομονωμένου Χόνεκερ και προς την οποία απευθύνονται τα τελευταία λόγια του, δεν είναι έτοιμη, δεν είναι πρόσφορη, δεν είναι διαθέσιμη. Γιατί; Ας δούμε την αλήθεια κατάματα: η μοναξιά επισκίασε την έννοια της ατομικότητας και μπερδεύτηκαν οι κοινωνίες (αν υπάρχουν, με τη μαρξική ή όποια άλλη έννοια του όρου).
Ωστόσο, ο Έλληνας γιατρός που τον κουράρει κουβαλά μαζί του τις συνήθειες του «αγνού κομμουνιστή» με πασοκικές –του ’80– πινελιές. Η συνεργασία του με τον Χόνεκερ, η διαρκής επιφύλαξη για τα λεγόμενά του, η πρόσληψη της δικής του οπτικής και η μετέπειτα μεταφορά των μηνυμάτων του σε μια Ευρώπη και σε μια Ελλάδα που πλήττει θανάσιμα και που ασχολείται με σκάνδαλα και τρυπημένες σημαίες από νάιλον, …όταν σταματά σιγά σιγά να σπάει πιάτα γιατί πια δεν είναι σικ, δημιουργούν την αίσθηση ότι η Ιστορία δεν γράφεται όταν θες· η Ιστορία γράφεται όταν αποφασίσει ο κόσμος (ουδέτερη λέξη) ότι τα μέχρι τώρα δεν του κάνουν πια. Η απομυθοποίηση που λέγαμε.

Ο συγγραφέας κατέχει καλά την τέχνη της αφήγησης, ειδικά εκείνη που εντάσσει τον απολογισμό μιας ολόκληρης, ενδιαφέρουσας ή όχι, ζωής – κι ας παρουσιάζει μια μανιέρα στον ρου της λογοτεχνικής πορείας του, της εξέλιξής του. Το γνώριμο στιλ εξάλλου δεν είναι από μόνο του καταδικαστέο, σε καμιά περίπτωση. Έτσι, ο Κουμανταρέας επιλέγει τον γιατρό του Χόνεκερ για το όχημα της αφήγησης, περιπλέκει τα πράγματα με την οπτική μιας γυναίκας λαϊκής έστω κατά τα φαινόμενα, αλλά πάντως γυναίκας-ατσίδας και φτάνει στο απόγειο της ιστορίας του βάζοντας έναν αμφιλεγόμενο τύπο, που έχει προβληματικό παρελθόν και πιθανώς παράδοξες επαφές με τους ναζί, ν’ αποτελέσει τη γέφυρα, ως φιλόξενος οικοδεσπότης του πρώην ηγέτη, ανάμεσα στην επιστήμη και τη λογική (τον γιατρό) και στο βασικό ένστικτο (τη γυναίκα). Αποφεύγοντας τα οριακά αντιθετικά σχήματα, ο Κουμανταρέας επιλέγει τη σίγουρη οδό του χιούμορ, τον πετυχημένο σαρκασμό και την ισορροπημένη πολιτικολογία.

Γυρνάμε γύρω γύρω από την αξιολόγηση του μυθιστορήματος, αλλά δεν έχουμε πει κάτι για την ίδια την πλοκή. Ο Θάνατος στο Βαλπαραΐζο είναι ένα μυθιστόρημα όπου η πλοκή κάνει ένα βήμα πίσω και αφήνει τα τσιτάτα στο φωτεινό προσκήνιο. Κι ενώ αυτό το βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2013 αποτελεί μια παλιά υπόθεση για τον 82χρονο σήμερα συγγραφέα, μοιάζει να δημιουργήθηκε θέλοντας να σταθεί απέναντι στα πρόσφατα μυθιστορήματά του. Και δικαίως. Η μοναξιά των τελευταίων ημερών ενός ανθρώπου που έβαλε το χεράκι του στη σύγχρονη Ιστορία της Ευρώπης, όχι δίχως προσωπικές ή διαπροσωπικές απώλειες, πρέπει ίσως να ιδωθεί υπό το πρίσμα της αδυναμίας της ευρωπαϊκής, τουλάχιστον, ανθρωπότητας να ξεπεράσει τον μεγαλειώδη θάνατο. Ο θάνατος είναι ένας και χρειάζεται την ησυχία του. Κι ας έχουν προηγηθεί θόρυβοι και μεγαλεία, κι ας έχουν καταγραφεί πελώριες ιστορικές συγκυρίες και λάθη, μεγάλα λάθη.


Η περιγραφή του Βαλπαραΐζο μας μεταφέρει, εκόντες άκοντες, στην Αθήνα. Η ρυμοτομία του είναι ίδια με την Κυψέλη του Κουμανταρέα και οι ρυθμοί του (ανθρώπων και ζωής) ίδιοι με της Αθήνας που ο συγγραφέας μας έχει συνηθίσει. Καλά όλα αυτά, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα αληθινό, ιστορικό, πρόσωπο, παρότι μυθιστορηματικά πλασμένο, και όχι με μυθοπλαστικό, για παράδειγμα, κουρέα (πρωταγωνιστή στο βιβλίο Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω), αληθοφανώς δοσμένο. Ποια είναι η διαφορά; Στην πραγματικότητα, καμία. Εξάλλου, ο συγγραφέας επιλέγει Έλληνα αφηγητή, για να είναι σίγουρος. Αν όμως εμμείνουμε στην αφηγηματική τεχνική, πετάγεται μπροστά μας η διαφορά ή, καλύτερα, η διαφοροποίηση: το συχνά πυκνά πομπώδες ύφος που υιοθετεί, αναγκαστικά μάλλον, ο συγγραφέας, δηλαδή ο αφηγητής, δηλαδή ο Χόνεκερ, δίνει το όραμα ενός άλλου κόσμου, εφικτού ή μη. Ίσως για πρώτη φορά σε έργο του Μένη Κουμανταρέα το όραμα, παρότι δίνεται με την εξάντληση των τελευταίων ημερών ενός οραματιστή, είναι παρόν και τα πάντα πληρούν. Ενώ στα προηγούμενα βιβλία του ένας λαβωμένος συμβιβασμός διαχεόταν παντού, στον Θάνατο στο Βαλπαραΐζο έχουμε έναν λαβωμένο αγώνα ώς την τελευταία στιγμή.

Αποτελεί άραγε ο αγώνας για το καινούριο, το οραματικό, αυταξία; Ο αφηγητής, και πόσο μάλλον ο ήρωας, είναι γεμάτοι αυταξίες δίχως κανέναν συνδυασμό αυτών των αξιών μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα: ένας σαρκαστικός κυνισμός. Και η συνέπειά του; Δεν φτάνουν μήπως η μοναξιά και η απομόνωση του εκπεσόντος ηγέτη; Η πτώση του Τείχους; Η καταστροφή και η παταγώδης αποτυχία του Σιδηρού Παραπετάσματος δεν φτάνουν; (Ώς και ο γιατρός μόνος επιστρέφει στην Ελλάδα· η μοναξιά είναι παντού.) Πιθανόν, δεν φτάνουν. Στους οραματιστές και στους πούρους ιδεολόγους, σ’ αυτούς που θεωρούν εαυτούς τέτοιους, όλα τα παραπάνω δημιουργούν περισσότερη εμμονή για επιτυχία. And then you die, λένε. Ο αδυσώπητος θάνατος, ο μόνος μη ρατσιστής, ο αδιάκριτος. Αυτός.

Οι ιδεολογίες όμως επιβιώνουν ανεξάρτητα από κείνους που τις κουβαλούν. Κι αυτό ο Κουμανταρέας το δείχνει ξεκάθαρα: όσο κι αν οι άνθρωποι χαρακτηρίζουν μια ιδεολογία χρωματίζοντάς τη με το στίγμα τους, εκείνη θα υπάρχει και ύστερα απ’ αυτούς. Καλώς ή κακώς, οι ιδέες έχουν μεγαλύτερη ισχύ, ή τουλάχιστον διάρκεια, από τις πράξεις που προέρχονται από αυτές. Ίσως επειδή οι πράξεις παλεύουν ν’ αποδείξουν ότι οι ιδέες δεν είναι καταρχήν λανθασμένες αλλά κατά παράδοση. Σ’ αυτό το μυθιστόρημα, μια άλλη ιδέα που διαπερνά τις λέξεις είναι και αυτή: η κατά παράδοση και κατά κανόνα αποτυχία των πράξεων απ’ όπου κι αν προέρχονται. Μιλήσαμε για τον θάνατο νωρίτερα· παίζουν και τα στενά χρονικά όρια τον ρόλο τους, έτσι δεν είναι;

Τα στενά χρονικά όρια είναι σαν μια εμμονή που καλύπτει το βιβλίο απ’ άκρη σ’ άκρη. Σαν ένας φόβος, μια αμηχανία μπροστά στο επερχόμενο τέλος. Και αυτός είναι και ο λόγος που τα διαμειβόμενα στο μυθιστόρημα του Κουμανταρέα έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Είναι από τις περιπτώσεις όπου η ιδέα τραβάει το βλέμμα του αναγνώστη. Η μεγάλη επιτυχία αυτού του βιβλίου του Μένη Κουμανταρέα είναι ακριβώς αυτό: η αφήγηση που αποζητά να μιλήσεις γι’ αυτήν, αλλά να μην την πεις, όχι για να μην την αποκαλύψεις επειδή θα χαλάσεις το, ούτως ειπείν, σασπένς, αλλά επειδή το παραμύθι, όταν γίνεται ζωή, χάνει τη μαγεία του, δημιουργώντας μια καινούρια μαγεία: τη μαγεία της θεωρίας· έστω και με συνέπεια τις λανθασμένες πράξεις. Έστω.

 Πηγή: ΧΡΟΝΟΣ  online περιοδικό με αφετηρία την Ελλάδα

Ο Δημήτρης Αθηνάκης γεννήθηκε στη Δράμα το 1981· σπούδασε διάφορα, εδώ και έξω· τα μισά τα ’χει μετανιώσει· ασχολείται, επαγγελματικά και μη, με τα social media και το ίντερνετ, τη μετάφραση, την επιμέλεια, την κριτική, τη φωτογραφία, τη μουσική· πιο πολύ, με τη medianeras.gr· έχει βγάλει και δύο βιβλία ποίησης, αλλά ποιητής δεν είναι· δεν έχει κανέναν τίτλο που να του αρέσει, αλλά χρησιμοποιεί διάφορους για να συνεννοείται· μένει στο κέντρο της Αθήνας και εδώ θα ήθελε να μένει· είναι ο κατάλληλος άνθρωπος την πιο ακατάλληλη στιγμή· και είναι πάντοτε βράδυ· ή νωρίς το πρωί (που δεν θα ’χει πάει ακόμα για ύπνο)· ζει με την ελπίδα να σταματήσει να ελπίζει· και με το μότο: nulla ethica sine aesthetica ―

1 σχόλιο:

  1. ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει ΚΑΙ ΒΑΡΙΕΣ ΟΙ ΤΥΨΕΙΣ ΤΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ

    ΑπάντησηΔιαγραφή