Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Στον Παρατατικό




 Διήγημα της Κατερίνας Επιτροπάκη

«Πώς σου φαίνεται λοιπόν το πατρικό μου;» Ο Αργύρης στεκόταν στην πόρτα της παιδικής του κρεβατοκάμαρας και με ρώτησε με φωνή ψιθυριστή, σχεδόν συνωμοτικά.

Είχαμε φτάσει πριν από λίγη ώρα, μετά από ένα, ιδιαίτερα κουραστικό είναι αλήθεια, ταξίδι με το ΚΤΕΛ. Προσπαθούσα να τακτοποιήσω τα λιγοστά πράγματα της βαλίτσας μου μέσα στη ντουλάπα. Διέθετε αρκετό χώρο, για την ακρίβεια, ήταν σχεδόν άδεια. Τα περισσότερα ρούχα του ο Αργύρης τα έχει, όπως είναι φυσικό, στο σπίτι της Αθήνας. Τέσσερα χρόνια τώρα λείπει, από τότε δηλαδή που πέρασε στο Πανεπιστήμιο και εγκατέλειψε αυτό το χωριό που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα έξω από  την Κατερίνη, τους γονείς του, τις αδελφές του. Το πατρικό του σπίτι έγινε, από τα πράγματα, η “δεύτερη κατοικία”, εκείνη δηλαδή που καταφεύγει τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και ένα μικρό, όσο γίνεται μικρότερο, μέρος του καλοκαιριού. Φέτος αποφασίσαμε πως μετά από δυο χρόνια σχέσης είναι λογικό να περάσουμε το Πάσχα μαζί. Ο Αργύρης επέμενε να έρθουμε μαζί στο χωριό, να γνωρίσω  τους γονείς και την υπόλοιπη οικογένειά του. Ένοιωθε πάντα κάπως μειονεκτικά που μέχρι τώρα μόνο εκείνος γνώριζε τους δικούς μου. Η δική μου οικογένεια μένει στην Αθήνα. Συμπαθούν τον Αργύρη και δεν αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα με το γεγονός ότι η κόρη τους συγκατοικεί με το φίλο της.


Η αλήθεια είναι πως ένοιωθα κάπως αμήχανα για τη γνωριμία αυτή. Δεν ήξερα πώς θα ήταν η εικόνα μου μέσα από  τη συντηρητική ματιά μιας οικογένειας που ζει σε μια μικρή επαρχία. Ξέρουν ότι ο γιος τους συζεί εδώ και αρκετό καιρό με μια κοπέλα, αλλά τι μπορεί να σημαίνει αυτό για μένα; Δέχτηκαν βέβαια με ενθουσιασμό την είδηση του ερχομού μου εδώ, απ’ ότι έμαθα. Ωστόσο, στα είκοσι δύο μου χρόνια με τρομάζει η ενδεχόμενη εικόνα της “μέλλουσας νύφης” που μπορεί να σκοπεύουν να σχηματίσουν για μένα. Είναι πράγματα που τα θεωρώ πολύ μακρινά.

Οφείλω ωστόσο να ομολογήσω, ότι η πρώτη εντύπωση ήταν πέρα από τις προσδοκίες μου θετική. Οι άνθρωποι όχι απλά με καλωσόρισαν εγκάρδια, αλλά κατάφεραν σε λίγα λεπτά να άρουν τις επιφυλάξεις και τους φόβους μου. Με έκαναν να καταλάβω ότι μάλλον εγώ ήμουν που κουβαλούσα κάποια προκατάληψη. «Μια χαρά είναι, ζουζούνι μου. Το λάτρεψα ήδη. Και οι γονείς σου εξαιρετικοί. Με συγκίνησαν με την εγκαρδιότητά τους. Τελειώνω σε λίγα λεπτά. Κατέβα κάτω να μην τους αφήνεις μόνους τους. Θα κάνω ένα ντουζάκι και θα κατέβω κι εγώ αμέσως».

«Μην βιάζεσαι, μωρό μου. Έτσι κι αλλιώς, σήμερα το τραπέζι, που είναι βεβαίως προς τιμήν μας, θα αργήσει να στρωθεί. Έχουν ειδοποιηθεί και θα έρθουν όλοι. Εκτός από την μεγάλη αδερφή μου, τον άντρα και τα παιδιά της, θα έρθει ο θείος ο Κώστας ο αδερφός του μπαμπά με τη θεία Μαρίκα τη γυναίκα του,  ο ξάδελφός μου ο Μπάμπης ο φαντάρος που είναι με άδεια, η θεία η Άννα, η αδελφή της μάνας μου, ο άντρας της ο θείος Στέλιος, ο θείος Σωτήρης ο μικρός αδελφός της μάνας μου με τη θεία Σοφία τη γυναίκα του. Και θα έρθει κι εκείνη η ξαδέλφη του πατέρα μου, η θεία Σμαρώ που σου έλεγα.
«Εκείνη η θειa σου που χώρισε πριν λίγο καιρό;  Σμαρώ την είπες;»
«Ναι μωρέ, αυτή. Αυτή πρώτη φορά θα είναι μαζί μας Πάσχα. Ξέρεις μωρέ, μόνη, δεν είχε πού να πάει, τη λυπήθηκε η μάνα μου και την κάλεσε, μαλακίες τώρα. Καλή είναι όμως δεν είναι καμιά σπασαρχίδω. Ήσυχη γυναίκα».
«Έλα ρε, εντάξει. Δεν τρέχει μία. Κούλαρε. Δεν έχω πρόβλημα με κανέναν. Αλήθεια, γιατί χώρισε;»
«Ξέρω κι εγώ μωρέ. Την άφησε ο άντρας της, ξεμυαλίστηκε με μια μπαρόβια στον Πλαταμώνα, έφυγε, κάτι τέτοιο. Η μάνα μου κι η μικρή αδελφή μου είναι καλές στα κουτσομπολιά. Εγώ όταν τις πετύχω να μιλάνε βάζω τ’ ακουστικά κι ακούω ΜP3. Μου τα ζαλίζουν. Άμα θες λεπτομέρειες, ρώτα τις».
«Ελα ρε, ξεκόλλα. Πλάκα κάνω. Σιγά μη ρωτήσω. Σκασίλα μου. Λοιπόν, κατέβα κάτω και σε πέντε θάρθω κι εγώ, ΟΚ;»

Το μπάνιο στάθηκε όντως αναζωογονητικό για μένα. Το γεγονός ότι η μάνα του Αργύρη διέθετε τέσσερα-πέντε διαφορετικά αρώματα αφροντούζ, επιβεβαίωσε μέσα μου ακόμη μια φορά την προκατάληψη που κουβαλάω για το επίπεδο ζωής των ανθρώπων της επαρχίας και κατέστησε παντελώς άχρηστο το αντίστοιχο μπουκαλάκι  που συμπεριέλαβα προληπτικά στις αποσκευές μου. Προφανώς το ίδιο ίσχυσε και για το πιστολάκι μαλλιών…

Επαρκώς ανανεωμένη, κατέβηκα τις σκάλες και ξαναβρέθηκα στον ισόγειο χώρο του σπιτιού, στο φιλόξενο μακρόστενο δωμάτιο που εκτός από τραπεζαρία χρησιμοποιείται και ως  καθιστικό, καθημερινό δωμάτιο, αλλά είναι και ο βασικός χώρος υποδοχής όποιου έρθει στο σπίτι, το οποίο έτσι κι αλλιώς θυμίζει “κέντρο διερχομένων”. Ήταν ήδη γεμάτο από κόσμο. Εκτός από όλους αυτούς για τους οποίους με είχε προετοιμάσει ο Αργύρης, είχαν έρθει και διάφοροι γείτονες από τα διπλανά σπίτια. Η είδηση της άφιξής μου αποτελούσε γαργαλιστικό γεγονός απ’ ότι φαίνεται για την ήσυχη ζωή του μικρού αυτού χωριού και κανείς δεν ήθελε να λείπει από το “πάρτι”. Η αλήθεια είναι πως μου φάνηκαν όλοι εξόχως συμπαθητικοί. Όταν καθίσαμε στο τραπέζι, το κλίμα ήταν τόσο ζεστό που και οι τελευταίοι μου δισταγμοί είχαν εξαφανιστεί. Ένοιωθα πραγματικά πολύ άνετα.

Θα ‘χαμε μαζευτεί κοντά στα εικοσιπέντε με τριάντα άτομα. Τρία από τα παιδιά, τα πιο μικρά, στριφογύριζαν ασταμάτητα γύρω από το μεγάλο τραπέζι, κυνηγιόντουσαν, γαργαλιόντουσαν, γελάγανε, τσιρίζανε, χωρίς ωστόσο να δείχνει κανένας μας ενοχλημένος από τη φασαρία τους. Ο Αργύρης κι εγώ, καθισμένοι κάπου στο κέντρο του τραπεζιού, προσπαθούσαμε φιλότιμα να απαντάμε συγχρόνως στις διάφορες ερωτήσεις, κουβέντες, σχόλια, που ταυτόχρονα μας απεύθυναν   με φανερό ενθουσιασμό οι συνδαιτυμόνες μας. Η μητέρα του, πηγαινοερχόταν στην κουζίνα φέρνοντας συνεχώς γαστριμαργικούς ανεφοδιασμούς. Αυτό όμως που μου έκανε τρομερή εντύπωση ήταν πως είχε την ικανότητα, κάθε φορά που ξαναεμφανιζόταν στο τραπέζι, να σχολιάζει εύστοχα το ένα ή το άλλο που είχε ειπωθεί στο μεταξύ διάστημα. «΄Εχει αυτιά και στον κώλο, σου λέω», μου ψιθύρισε περιπαιχτικά στο αυτί ο Αργύρης, που μάλλον κατάλαβε την απορία μου.

Ευτυχώς, μετά από λίγη ώρα, πάψαμε να μονοπωλούμε το ενδιαφέρον τους, ως θέμα συζήτησης. Τα είχαν άλλωστε ρωτήσει σχεδόν όλα. Για τη σχολή μας, για τους γονείς μου, για όλο μου το σόι,  για τα σχέδιά μας, για τις παρέες μας, τα πάντα. Η κουβέντα συνεχίστηκε σε θέματα άλλα, δικά τους. Ένοιωσα ευγνωμοσύνη γι’ αυτό, πρώτον γιατί απαλλάχτηκα από το ρόλο του –περίπου– ανακρινόμενου και δεύτερον γιατί είχα την ευκαιρία να μείνω σιωπηλή να τους παρακολουθώ. Οι συζητήσεις τους με βοηθούσαν να μαθαίνω με τη σειρά μου πράγματα γι’ αυτούς, να αποτυπώνω καλύτερα τα ονόματά τους και τις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και να ανιχνεύω στοιχεία που αφοράν τη ζωή τους και τις δικές τους συνήθειες.

Σκόρπιοι παρατατικοί χρόνοι
Όλοι είχαν πράγματα τα πουν. Ωστόσο, την προσοχή μου τράβηξε η φιγούρα εκείνης της θείας, της μακρινής ξαδέρφης του πατέρα του, όπως μου είχε πει ο Αργύρης. Σμαρώ. Θυμήθηκα το όνομά της, αν και δεν της είχε απευθυνθεί κανείς μ’ αυτό. Ήταν η πιο ήσυχη φιγούρα στο τραπέζι. Κάποιες στιγμές, οι υπόλοιποι, όπως μιλούσαν, γυρνούσαν προς το μέρος της, σαν να προσπαθούσαν να την εντάξουν στην κουβέντα. Εκείνη παρακολουθούσε μεν όποια χείλη μιλούσαν, ωστόσο μου φάνηκε πως το έκανε αφηρημένη, μ’ έναν τρόπο μάλλον μηχανικό. Μου έδινε την εντύπωση πως απλώς είχε εναποθέσει το σώμα της σ’ εκείνη την καρέκλα, μη έχοντας κάπου αλλού να το πάει σήμερα. Το μυαλό κι η σκέψη της όμως δεν πρέπει να ήταν εκεί και αισθάνθηκα ότι μάλλον κατέβαλε αρκετή προσπάθεια να παρακολουθεί.

Αυτό όμως που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, ήταν όταν έπαιρνε κι εκείνη το λόγο. Πέταγε αραιά κάποια φράση, ανάμεσα στις μακρηγορίες των υπολοίπων, προσπαθώντας να πει κάτι κι αυτή. Χρησιμοποιούσε πάντα χρόνο Παρατατικό. «Κι εμείς πηγαίναμε παλιά συχνά στη Λάρισα», «Αγοράζαμε λάδι από τον Γιώργο», «Μαζεύαμε τα χειμωνιάτικα χαλιά των Βαΐων», «Τρώγαμε σουβλάκια στην πλατεία, στης Άσπας»,  «Πηγαίναμε στη γιορτή του Γιώργη του Κόντακα κάθε χρόνο, τη Δευτέρα του Πάσχα»…..

Σκόρπιοι Παρατατικοί χρόνοι, ανάμεσα στις αναφορές που έκαναν οι άλλοι. Και πάντα στο πρώτο πληθυντικό. Εμείς. Για πράγματα που αφορούσαν  απλές συνήθειες, απλών ανθρώπων. Για πράγματα που αφορούσαν λεπτομέρειες μιας συνηθισμένης ζωής. «Ξέρω κι εγώ μωρέ. Την άφησε ο άντρας της, ξεμυαλίστηκε με μια μπαρόβια στον Πλαταμώνα, έφυγε, κάτι τέτοιο»,  μου είχε πει νωρίτερα, κάπως αδιάφορα, ο Αργύρης.

Μπροστά μου ξετυλιγόταν το σκηνικό μιας συνηθισμένης τραγωδίας, από αυτές που συμβαίνουν καθημερινά γύρω  μας και σε τέτοια συχνότητα, που μάλλον δεν δίνουμε σημασία. Μια γυναίκα, -γύρω στα πενηνταπέντε την κόβω- σε μια μικρή επαρχία. Ένας σύζυγος να συμπληρώνει τη ζωή της ολοκληρωτικά.  Μια ζωή κοινότυπη, συνηθισμένη για οποιονδήποτε, πολύτιμη ωστόσο για την ίδια. Μια ζωή που την έκανε να νοιώθει ευτυχισμένη, να νοιώθει καλά. Η εγκατάλειψη. Το γκρέμισμα όλων αυτών των μικρών εμείς που συνόδευαν την κάθε μικρή και μεγάλη δραστηριότητα. Το γκρέμισμα τελικά όλης της ζωής της; Και τώρα; Πρέπει να ξαναπιάσει ένα νήμα από την αρχή, αλλά πώς; Δεν ήξερε άλλο τρόπο μέχρι τώρα από αυτό,  το εμείς. Περίγυρος συγγενών και φίλων να προσπαθεί να της σταθεί, να την κάνει να νοιώσει μέρος ενός συνόλου, κομμάτι μιας συλλογικότητας που δεν είναι βέβαια εκείνη η δυαδική πάνω στην οποία είχε χτίσει τη ζωή της. Εκείνη έχει μείνει πίσω. Συνυφασμένη με όλο της το παρελθόν. Όλο της το χθες, στη συνέχειά του προς τα πίσω. Ένα χθες με διάρκεια. Όπως ο Παρατατικός.

Την συμπόνεσα πολύ αυτή τη γυναίκα. Σκέφτηκα στο πρόσωπό της πολλές γυναίκες σαν κι αυτήν. Προσπάθησα φευγαλέα να φέρω στη μνήμη μου τέτοιες φιγούρες που έχω συναντήσει. Στην ευρύτερη οικογένειά μου, στον κοινωνικό περίγυρο των γονιών μου, στη γειτονιά που μεγάλωσα, στη γειτονιά που ζω, στην πολυκατοικία μου, στην εταιρεία που δουλεύει ο μπαμπάς μου, παντού. Φιγούρες που δεν είναι φανταχτερές, που μάλλον αφήνουν τους περισσότερους από μας αδιάφορους. Ιδιαίτερα για ανθρώπους στην ηλικία μου, φαντάζουν πολύ ξένες, πολύ μακρινές από τις προοπτικές  και τα ενδεχόμενα της δικής μας ζωής.

«Άντε να βλέπω τσουγκρίσματα. Σας έβαλα τώρα από το δικό μου το κρασί, που είναι το καλύτερο όλων, όχι σαν τα ξίδια του ξάδερφου που πίνατε, χαχαχα!»
Ο επιτακτικός βρόντος της φωνής του θείου –πώς τον είπαμε; με έβγαλε από τη νιρβάνα των σκέψεών μου απότομα. Όπως συνήλθα φευγαλέα, σαν να επέστρεψα από κάπου αλλού, διαπίστωσα πως όλα τα ποτήρια ήταν υψωμένα και όλα τα μάτια κοιτούσαν  ξανά προς το μέρος που καθόμασταν ο Αργύρης κι εγώ. Κατάλαβα ότι περίμεναν από μας κάτι σαν πρόποση:
Σήκωσα το ποτήρι μου, ενώ με κάποια επισημότητα για την περίσταση , σηκώθηκα (για πρώτη φορά από την ώρα που κάθισα) και από την καρέκλα μου:
«Τα καλύτερα σε χρόνο Μέλλοντα»! είπα δυνατά, ενώ προσπαθούσα να κοιτάξω κατάματα τη θεία Σμαρώ, περιμένοντας με λαχτάρα κάποια αντίδρασή της στην ευχή μου.

1 σχόλιο: