Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Σελιδοδείκτης 02.03.2015

Σελιδοδείκτης 37ος
Κατερίνα Γώγου

Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε
Ποιήματα 1978-2002
Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2013

γράφει η κ. Τιτίκα Δημητρούλια

 [ ο σημερινός σελιδοδείκτης είναι αφιερωμένος στην τακτική αναγνώστρια του "τετραδίου", Μαρία Β.  ]

Ο σελιδοδείκτης -μια νέα στήλη- κάνει τα πρώτα της βήματα. Κάθε Δευτέρα θα συναντάει βιβλία και θα μεταφέρει μια πρόταση ανάγνωσης. Βιβλία που διαβάσαμε ή και εκείνα που μας περιμένουν υπομονετικά. Έτσι, για να αποφύγουμε τον υποκειμενισμό της δικής μας ανάγνωσης, καταξιωμένες πένες  οδηγούν την παρουσίαση.




Τη δεκαετία του 1980, το «Τρία κλικ αριστερά», έγινε μέσα σε μια νύχτα η βίβλος των εξεγερμένων εφήβων, που πρωτογνώριζαν τη Γώγου μέσα από τα ποιήματά της και την εμβληματική «Παραγγελιά» του άντρα και πατέρα της κόρης της, του Παύλου Τάσιου, την ίδια περίοδο. Η συλλογή εκδόθηκε στην Αμερική από τον Τζακ Χίρσμαν κι έγινε κι εκεί ανάρπαστη. Ελάχιστα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, στα προεόρτια της εισόδου της Ελλάδας στην κανιβαλιστική παγκοσμιοποίηση, η υπερευαίσθητη Γώγου (1940-1993) περιέγραφε το ανελέητο παρόν και προαισθανόταν τη χειρότερη βαρβαρότητα που ερχόταν και θα τσάκιζε αυτήν και τους φίλους τους, όπως λέει στα τελευταία της πια «φύλλα σαν ημερολογίου», ουρλιάζοντας μαζί με τον Γκίνσμπεργκ: «Ναι. Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου να καταστρέφονται.»

Ακολούθησε το «Ιδιώνυμο» και άλλα, σύνολο επτά. Αν όπως λέει ο μελετητής της αγγλικής λογοτεχνίας Ρίτσαρντ Γκιλ «γράφω ένα ποίημα σημαίνει δημιουργώ μια φωνή και δημιουργώ μια φωνή σημαίνει δημιουργώ έναν εαυτό», η Γώγου ήξερε πολύ καλά τι έλεγε για την ποίηση: «Τι θα γινόμουν άραγε Θεέ μου / αν δεν μου ’χες δώσει δώρο θυσίας / την ποίηση;» Μετά το σινεμά, όπου βγήκε παιδάκι ακόμη, μετά το θέατρο, εκεί γύρω στα σαράντα της, ήξερε ήδη καλά πως ένα πρωί θ’ ανοίξει την πόρτα και θα χαθεί μες στην απέραντη μοναξιά των δρόμων που θα καίγονται. Και προειδοποιούσε: «θα χαθείς όπως κι εγώ / “έτσι”, “αόριστα” / σπασμένη σε κομματάκια / από θάλασσα, χρόνια παιδικά / και κόκκινα λάβαρα.». Στους «Απόντες», που ξεκινούν με την προμετωπίδα «Εν αρχή ην ο πόνος», ήδη ο Καρυωτάκης έσκυβε πάνω της να δει αν ανασαίνει. Αυτή, μια «στάλα σταλαγμίτης» που χωράει στο μπουκάλι των φίλων της. «Αλλοι μακρινοί καιροί / που θα ξαναγυρίσουν / το ύστατο της Αλληλεγγύης Σ.Ο.Σ. / να αποκρυπτογραφήσουν.», έγραφε προφητικά στο τελευταίο ποίημα. Καιροί που ήρθαν και έρχονται, πλησίστιοι, σε μια χώρα όπου το όνομα του πατέρα βαραίνει πάντα πολύ.

Η ποίηση λειτουργεί συγκολλητικά για τα θραύσματα της εξεγερμένης, πάσχουσας, φλεγόμενης υποκειμενικότητάς της. Η ποίηση είναι η συνέχεια της πόλης και των δρόμων της, των αληθινών και των χάρτινων οδοφραγμάτων, του πόνου από τις σουγιαδιές που ματώνουν περισσότερο όταν δεν φαίνονται, της αγάπης για τους άλλους και της αυτοκαταστροφής. Βιωματικός λόγος μιας χίπστερ με αγγελικό κεφάλι, μιας εμβληματικής περσόνας των Εξαρχείων, πλάι στον Ασιμο και τον Σιδηρόπουλο, λυρισμός ορμητικός, ανεπεξέργαστος, σφραγισμένος από το όνειρο της επανάστασης, τον Μπωντλαίρ και τον Λωτρεαμόν, τον Καββαδία και όλους τους καταραμένους ποιητές όλων των εποχών. «Οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, τρελαίνονται να μιλήσουν, τρελαίνονται να σωθούν, που ποθούν τα πάντα ταυτόχρονα [...…] που σκάνε σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στα αστέρια κι από μέσα τους ξεπηδά το μπλε φως της καρδιάς τους, κι όσοι τους βλέπουν κάνουν: Αααα!!!!», λέει ο Κέρουακ κι αυτό ακριβώς υπήρξε και συνεχίζει μέσα από τα ποιήματά της να είναι η Γώγου. Εξάντλησε όλα τα περιθώρια της αγάπης της για τους άλλους και την αληθινή ζωή και κάηκε στην ίδια της τη φλόγα. «Εδώ τελειώνει η ιστορία. / Οπως άρχισε. / Ο,τι αγάπησα. Αγαπώ.»

Ο Θανάσης Καστανιώτης στον οποίο προέτρεπε να δοθούν τα ποιήματά της, πιστός στη φιλία τους, τα εξέδωσε είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό της. Οι φίλοι της τη θυμούνται και την τιμούν, σε βιβλία, ταινίες και έργα, σαν την έκδοση «Πάνω κάτω η Πατησίων», το ντοκιμαντέρ «Για την αποκατάσταση του μαύρου», το θεατρικό «Πέρασα με κόκκινο». Κι εκείνη, «ελεύθερα επικίνδυνη και ωραία», επιμένει με τα ποιήματά της να μας θυμίζει ότι ζωή δεν είναι επιβίωση. Χαρούμενη σίγουρα που συνεχίζει να μην ανήκει σε κανέναν κανόνα.


σημείωση: Οι παραπομπές της τελευταίας παραγράφου προστέθηκαν από το "τετράδιο". Ελπίζουμε να μην αλλοιώνουν το ύφος του κειμένου της κ. Δημητρούλια. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου