Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Σελιδοδείκτης 16.03.2015


Σελιδοδείκτης 39ος
Knut Hamsun  Η Πείνα
εισαγωγή Paul Auster
μτφρ.-επίμετρο: Δ. Παπαγρηγοράκης
εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2014


γράφει η Νίκη Κώτσιου

Ο σελιδοδείκτης -μια νέα στήλη- κάνει τα πρώτα της βήματα. Κάθε Δευτέρα θα συναντάει βιβλία και θα μεταφέρει μια πρόταση ανάγνωσης. Βιβλία που διαβάσαμε ή και εκείνα που μας περιμένουν υπομονετικά. Έτσι, για να αποφύγουμε τον υποκειμενισμό της δικής μας ανάγνωσης, καταξιωμένες πένες  οδηγούν την παρουσίαση.

Ένα κλασικό έργο στο οποίο δεν συμβαίνει τίποτα

Κλονισμένος κι εξαντλημένος  από τη διαρκή  κακουχία, ο ανώνυμος αφηγητής της «Πείνας» τριγυρίζει άσκοπα στους δρόμους της Χριστιανίας (Όσλο,1890) και διασταυρώνεται, περίπου σαν υπνοβάτης, με μια πραγματικότητα, που μοιάζει να μη συνειδητοποιεί. Ήδη από την αρχή του βιβλίου,(«Η Πείνα», σε ωραία μετάφραση του Δ.Παπαγρηγοράκη από τα νορβηγικά, εκδ. Μεταίχμιο) ο ήρωας του τιμημένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας  Κνουτ Χάμσουν(1859-1952) είναι ηττημένος κατά κράτος. Ανέστιος και πένης, αναζητεί ερείσματα σε μια πόλη που αρνείται να του τα παράσχει. Η «πείνα» του δε συνίσταται μόνο στην έλλειψη τροφής αλλά και στην έλλειψη αγάπης, εργασίας, αναγνώρισης. Στερείται όλα όσα  μπορούν να κρατήσουν έναν άνθρωπο ζωντανό, σωματικά και ψυχικά.  Δεν έχει πρόσβαση στο  φαγητό, τον έρωτα, την καταξίωση, δε λαμβάνει κανενός είδους τροφή. Παρά ταύτα, είναι εμμονικά προσηλωμένος σε μια υπερτροφική αλαζονεία κι ένα αίσθημα «αξιοπρέπειας», που υποσκάπτουν ακόμη περισσότερο τον αγώνα του για επιβίωση.

Πρόκειται για ένα νέο άντρα τραγικά καταπονημένο από τη φτώχια, που οι αντοχές του, βιολογικές και πνευματικές, δοκιμάζονται καθημερινά από την πείνα αλλά κατορθώνει να ισοφαρίζει χάρη στην ονειροπόληση και τη φιλοδοξία του να γίνει συγγραφέας. Τον παρακολουθούμε να τριγυρνά άσκοπα  στην πόλη προσπαθώντας να ξορκίσει την πείνα του, με μια δανεική κουβέρτα υπό μάλης, ένα κομμάτι μολύβι στην τσέπη  και  όλα του  τα υπάρχοντα στο ενεχυροδανειστήριο. Παρά την απελπιστική του κατάσταση, ο ήρωας του Κνουτ  Χάμσουν επιμένει να βοηθάει τους αναξιοπαθούντες που συναντά στο δρόμο του όχι τόσο από φιλανθρωπία αλλά  μάλλον για να απομακρύνει από τη σκέψη του  τη μισητή και απωθητική  ιδέα ότι και αυτός με τη σειρά του ανήκει στην ίδια  κατηγορία των έσχατων και των απελπισμένων.

Εξαιτίας της πείνας, η συνείδησή του είναι συνήθως ασταθής και θολωμένη ενώ και η διάθεσή του παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση καθώς ταλαντεύεται μεταξύ αδικαιολόγητης ευφορίας και ανίσχυρης οργής. Η ανταπόκρισή του στα διάφορα  ερεθίσματα  ποικίλλει, άλλοτε κωμική κι άλλοτε παρανοϊκή, ενώ η μόνιμη υπερ-ένταση τον καταβάλλει και τον τσακίζει. Λιμασμένος και καταρρακωμένος καθώς είναι, προσλαμβάνει τη γύρω του πραγματικότητα στρεβλά και παραμορφωμένα, βυθίζεται στην εσωστρέφεια και φθάνει κοντά στην παράκρουση, όταν αφήνεται να απορροφηθεί από  την ταραγμένη, φαντασιακή του ζωή. Η πείνα τον εξουθενώνει γιατί, εκτός από την ασιτία, σηματοδοτεί όλα εκείνα τα χαμένα και μη εκπληρωμένα ιδανικά, που δεν μπόρεσε να κατακτήσει. Μάλιστα, όταν η ανημπόρια  κορυφώνεται, τότε και το μεγαλομανιακό του παραλήρημα επιτείνεται, οι φαντασιώσεις του οξύνονται.

Αποσυνδεμένος από την πραγματικότητα, χαμένος στις ονειροφαντασίες του, αμφιθυμικός ή σχεδόν μανιακός, τα βάζει με την κοινωνία που τον έχει κάνει παρία αλλά και με το θεό, που αδιαλείπτως τον βασανίζει. Είναι φορές, ωστόσο, που μοιάζει αυτός  ο ίδιος να θέλει να  παρατείνει τις συνθήκες του μαρτυρίου του, ενώ ανοίγονται μπροστά του εναλλακτικές. Πάντως, αυτό που τον «θρέφει» και τον κρατά όρθιο είναι η αγάπη του για το γράψιμο και η ανυποχώρητη φιλοδοξία του να γίνει συγγραφέας.  Φιλοδοξία  που και αυτή υπονομεύεται αγρίως από την αναμενόμενη βιολογική και ψυχολογική εξάντληση που  προκαλεί η  πείνα. Ωστόσο, τα κείμενά του  δημοσιεύονται πότε-πότε στην τοπική εφημερίδα και με  μικρές περιστασιακές αμοιβές κάπως καταφέρνει να φυτοζωεί αλλά κυρίως τονώνεται   ηθικά .

Η «Πείνα» είναι ο μακρύς εσωτερικός μονόλογος αυτού του αμφιλεγόμενου, ίσως  ανισόρροπου, ήρωα που φλερτάρει αδιάκοπα με την τρέλα και βρίσκεται πάντα σ’ ένα οδυνηρό μεταίχμιο. Αυτός ο εκτροχιασμένος περιπατητής, που παλεύει να βρει κέντρο και λόγο μέσα στο λαβύρινθο του αστικού τοπίου, είναι   πλασμένος  κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσι του ίδιου του Κνουτ  Χάμσουν, που θέλησε στο έργο του αυτό να αποτυπώσει δικές του παρόμοιες επώδυνες διαδρομές  την εποχή της νιότης του. Πείνα πραγματική λοιπόν  αλλά και «πείνα» συμβολική για την κατάκτηση  όλων  εκείνων των δύσκολων και δυσεπίτευκτων   στόχων, που θα μπορέσουν να  εξευγενίσουν  και να ανυψώσουν  μια ταπεινή και αξιοθρήνητη  ζωή. Λαχτάρα να αρθεί πάνω από την υλική πλευρά του βίου και να διεκδικήσει κάτι περισσότερο.

Σκοπός του Χάμσουν δεν φαίνεται να  είναι  η κοινωνική καταγγελία μέσα από την ανάδειξη  του άνδρα που λιμοκτονεί. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η γραφή του θα ήταν ακραιφνώς νατουραλιστική, ενώ εδώ βρισκόμαστε ακριβώς  στους αντίποδες, σε μια ολοσχερή άρνηση του νατουραλισμού. Η «Πείνα» χαρτογραφεί οριακές εμπειρίες ψυχής και σώματος, κυρίως  για να διερευνήσει  την υπαρξιακή τους διάσταση. Πρόκειται για ένα πρώιμα μοντερνιστικό έργο, που δε διαθέτει πλοκή και δράση με τη συμβατική έννοια, δε διαθέτει καν πρωταγωνιστή, αν εξαιρέσουμε τον αφηγητή. «Με τις προδιαγραφές του 19ου αιώνα, είναι ένα έργο στο οποίο δεν συμβαίνει τίποτα», σημειώνει ο Πολ  Όστερ. Μέσα σε μια μακροσκελή ροή συνείδησης ενσωματώνονται μια σειρά από επιθυμίες, όνειρα, φιλοδοξίες αλλά κυρίως  ματαιώσεις, που δείχνουν πόσο δραματικά  προσκρούει πάνω στην πραγματικότητα μια ύπαρξη, που παλεύει να την υπερβεί  για  να αρθεί πάνω από την αναγκαιότητα.

O Πολ Όστερ έχει αναγνωρίσει πάνω στην «Πείνα» του Χάμσουν   ένα κομμάτι  της έμπνευσής του για την περίφημη «Τριλογία της Νέας Υόρκης». Και πράγματι οι ομοιότητες είναι, τηρουμένων των αναλογιών, πολλές: κρίση ταυτότητας του πρωταγωνιστή σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής του, αδιέξοδη και μάταιη  περιπλάνηση μέσα σε μια πόλη που μοιάζει δυσανάγνωστο κείμενο, αντικατοπτρισμοί του εαυτού πάνω σε ανεξιχνίαστους άλλους, ονειροπολήσεις και φαντασιοκοπίες που μπερδεύονται με την πραγματικότητα και την παραμορφώνουν θολώνοντας  την κρίση και τη συνείδηση. Η Νέα Υόρκη του Όστερ αντλεί την καταγωγή της από την Χριστιανία  του Χάμσουν, εκεί όπου περιδιάβαζε ο νεαρός, φέρελπις αλλά πένης  ήρωας της «Πείνας» προσπαθώντας να  επανασυγκολλήσει και  νοηματοδοτήσει  τα κομμάτια του αποδιοργανωμένου του εαυτού έτσι ώστε να φτιάχνουν μία συνεκτική αφήγηση.

πηγή ο αναγνώστης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου