Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

Τα δεύτερα, δικά μου! 01.05. 2015


Κλείνει η παρένθεση.

Ανοίγει τις μικρές φτερούγες του

πάνω απ` το πέλαγος.

Με μια κρυφή πληγή

στην λευκή κοιλιά του. [ Δ. Αργυράκης ]


υγ. διαβάζουμε πάντα την Μαργαρίτα

Α. ΣΤΕΓΟΣ [01.05.2016]

Σήμερα, ένα νέο μου διήγημα με τίτλο Η ΑΠΩΛΕΙΑ


Η Απώλεια
Στην Κατερίνα Β.

Έκλεισε τα μάτια  στο πυκνό σκοτάδι του λόφου.
Είδε χρώματα, φωτάκια, λαμπιόνια παιχνιδότοπου, πολλά κίτρινα, λιγότερα κόκκινα, ένα –δυό μαύρα, διέκρινε, ένα λευκό ήταν ήπιο, μακρινό. Άνοιξε τα μάτια, τα λαμπιόνια είχαν εξαφανισθεί. 

Οι γυναίκες, κάθε απόγευμα, στην γειτονιά, έβγαιναν ενωρίς. Η καθεμιά έφερνε κάτι... Άλλη τον καφέ –τούρκικος  πάντοτε – άλλη τα βουτήματα, μια τρίτη νοικοκυρά κομμάτια από την απογευματινή πίτα της. Ήταν μια κάποια πρόφαση, την κουβέντα ήθελαν και το σμίξιμο. Δεν είχαν και άλλη διαφυγή. Ακόμα και η κυρία Κ., δασκάλα σε μεγάλο σχολείο, αυτήν την στιγμή... Δυό κουβέντες να ανταλλάξουν, τα καθημερινά νέα, να κάνουν τη βεγγέρα τους. Να πουν τα δικά τους. Για το σπίτι, τον άντρα τους, τα παιδιά τους. Α, τα μικρά  τους εγγόνια... Μόνο η κύρια Μ. ερχόταν σπάνια. Με γιό στην εξορία δεν είχε τι να πει όταν άρχισε αυτή η συζήτηση.

Έκλεισε τα μάτια. Την είδε τώρα στα σκοτεινά, έτσι ήταν πάντοτε. Η γειτονιά δεν είχε άλλα φώτα, πάρεξ το μεγάλο ηλεκτρικό της ΔΕΗ, στην κάτω μεριά του δρόμου – εκεί φυτοζωούσε μια λεμονιά. Τα δικά του λαμπιόνια, περισσότερα κίτρινα αυτή τη φορά, είχαν πάει πιο πίσω...

Μα και η πόλη δεν είχε πολύ φως. Δεν την είχε βέβαια περπατήσει ακόμη, μα είχε ανεβεί τα έξι σκαλάκια, που τον χώρισαν από την άλλη γειτονιά. Είχε συναντήσει την μικρή  μαύρη Ελένη, είχε παίξει ξύλο  -είχε δώσει κι φάει- με τα παιδιά της άλλης πόλης. Πάντα στα σκοτεινά γίνονται αυτές οι δουλειές. Όπως τα ενύπνια όνειρα παιδιών και ενήλικων, την νύχτα. 

Είχε βραδιάζει για τα καλά. Άνοιξε και έκλεισε τα μάτια.  Τα φωτάκια ήταν όλα εκεί. Είχαν προστεθεί περισσότερα μωβ λαμπιόνια, συναγωνιζόταν τα κίτρινα. Εκείνη δεν είχε φανεί στη γειτονιά. Ήταν μεγάλη βέβαια, μα δεν συνήθιζε να αργεί... Πάντα τον καληνυκτούσε...τον προλάβαινε ξύπνιο, εκείνος έπαιρνε την κουβέντα της μέχρι το πρωϊνό. 

Άργησε εκείνο το βράδυ. 

Οι άντρες γύρισαν από το καφενείο. Μάζεψαν τις γυναίκες , κλείστηκαν στο σπίτι τους, στα πολύ δικά τους προβλήματα. Μόνο η κ. Μαρία, μόνη από χρόνια, έμεινε στην σκάλα του δίπατου σπιτιού. Με άντρα σκοτωμένο σε εμφύλιο σπαραγμό, έμεινε πικροδάφνη σε μεγάλο κήπο,  μόνη της. 

Έκλεισε τα μάτια. Τα μωβ λαμπιόνια τροφοδοτούσαν όλο το χώρο. Άγνωστος, γεμάτος μυστήριο, απόκοσμος, μαγευτικός. Τα κίτρινα αναχωρούσαν  το έβλεπε τώρα καθαρά.  Είχε ακούσει για τα καράβια και το μεγάλο ταξείδι ήταν μέχρι την πρωτεύουσα.
 
Ήταν στο λιμάνι της πόλης.

Τα μωβ λαμπιόνια κυριαρχούσαν, τα κίτρινα ταξίδευαν ήδη μεσοπέλαγα. 

Εκείνη είχε αργήσει εκείνο το βράδυ. 

Ακόμα, έχει να ακούσει την καληνύκτα της. 

Ηράκλειο, Απρίλιος  2016

2 σχόλια: