Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Ο Καβγατζής είναι ένας ναυαγός...

Ο ναύτης Κερέλ [καβγατζής] ξεμπαρκάρει στο λιμάνι της Βρέστης, όπου ο αδελφός του είναι ερωμένος της Λιζιάν, πατρόνας ενός μπορντέλου. Γίνεται εραστής του άνδρα της, σκοτώνει χωρίς λόγο έναν ναύτη και παίρνει υπό την προστασία του ένα φυγοδικό, που είναι σωσίας του αδελφού του. 

Το κύκνειο άσμα του R.V. Fassbinder αποτελεί μια μπαρόκ απόδοση του μικρόκοσμου του Jean Genet.

Είχαμε την τύχη -μέσα από τις επιλογές του Θερινού Δημοτικού Κινηματογράφου "ΒΗΘΛΕΕΜ", να δούμε ξανά την ταινία, να "μεταφερθούμε σε ένα μαγικό σινεμά", στο σινεμά των μύθων και των μεγάλων αφηγήσεων ...

Αναδημοσιεύουμε εδώ ένα κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη, από την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ του  μακρινού 1984...

"Είμαστε ασυνεχή όντα, άτομα που πεθαίνουν μόνα σε μια ακατανόητη περιπέτεια, αλλά έχουμε τη νοσταλγία της χαμένης συνέχειας», λέει ο Ζορζ Μπατάιγ (Ο ερωτισμός). Εμείς  ασυνεχή «άτομα», ωστόσο, παρά την υπαρξιακή μας αυτάρκεια αποτελούμε συνέχεια του ζώου, αλλά και των ανθρώπων που έζησαν πριν από μας.
Ο άνθρωπος είναι, επίσης, μια συνέχεια της ανόργανης ύλης: τα «δομικά υλικά» που αποτελούν το «ασυνεχές» άτομο μας, το ξεκομμένο από τη μεγάλη συνέχεια του σύμπαντος κόσμου, μας τα δανείζει η φύση και εν καιρώ μας τα παίρνει για να φτιάξει μ’ αυτά καινούργια ασυνεχή όντα. Όπως λέει ο Μποσουέ, «η φύση σχεδόν φθονεί το καλό που μας κάνει, συχνά μάς δηλώνει και μας δίνει να καταλάβουμε ότι δεν μπορεί να μας αφήσει για πολύ χρόνο τη λίγη ύλη που μας δανείζει, που δεν πρέπει να μείνει στα ίδια χέρια αλλά να μπαίνει αιώνια στο εμπόριο: τη χρειάζεται για άλλες δημιουργίες, την ξαναζητάει για άλλα έργα».

Κάθε ζωντανό πλάσμα είναι μια ολοκληρωμένη «κλειστή δομή», όπως θα λέγαμε με όρους στρουκτουραλιστικούς, ένα «τέλειο ον» όπως θα λέγαμε με όρους θεολογικούς. Αλλά τούτο το κλείσιμο και τούτη η τελειότητα είναι που μπαίνουν εμπόδιο στον πόθο για συνέχεια, δηλαδή στον πόθο για την ένωση μας με τα άλλα όντα και με την ίδια ρύση, με το Σύμπαν ή με τον Θεό, πράγμα που είναι το ίδιο σ’ ένα άλλο σύστημα αναφοράς, εμφανέστερα μεταφυσικό από εκείνο των ποιητών, δηλαδή αυτών που σοφίστηκαν τούτη τη συνέχεια που παρηγορεί στη μοναξιά την επιβεβλημένη απ’ το κλείσιμο στο κέλυφος της ατομικότητας μας, που ούτε μοναδική ούτε ανεπανάληπτη είναι. (Άλλωστε, ο νόμος των πιθανοτήτων λέει πως μέσα στον ατέρμονα χρόνο τα μόρια της ύλης που αποτελούν το άτομο μπορούν να συνδυαστούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και να δημιουργήσουν τον ίδιο άνθρωπο. Η «αιώνια ζωή» είναι πρόβλημα αναδόμησης των ίδιων δομικών υλικών, που παραμένουν σταθερά στη φύση.)

Για να αναδομηθεί μια κλειστή και «τελειωμένη» δομή — το σώμα που είναι μια τέτοια δομή —, πρέπει πρώτα να αποδομηθεί, να κατεδαφιστεί. Ο θάνατος είναι, βέβαια, ο ριζικός τρόπος αποδόμησης: κατεδαφιζόμεθα στην κυριολεξία. Η δομή —το σώμα μας— αποδίδει στη φύση τα δομικά της υλικά για να ξαναφτιαχτούν μ’ αυτά καινούργιες δομές, ίσως πιο καλές, όπως θα έλεγε ο Μποσουέ.
Αποδομητικές, κατεδαφιστικές λειτουργίες επιτελεί και ο έρωτας. Ο πόθος για «ένωση των δύο κορμιών σε ένα» δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια επιθυμία για διάλυση των δύο δομών (των δύο κορμιών των δύο εραστών), ώστε να φτιαχτεί ένα καινούργιο σώμα.

Ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο λέει, χρησιμοποιώντας άλλους όρους, αυτά που λέει κι ο Φρόιντ και που επαναλαμβάνει ποιητικά ο Μπατάιγ στον περίφημο Ερωτισμό, έργο οριακό για τη μελέτη της σχέσης του έρωτα και του θανάτου: «Πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τον έρωτα και το θάνατο σαν μια συνέχεια και μια προέκταση του ενός στο άλλο, και τούτο μέσα σ’ έναν κύκλο που επαναλαμβάνεται αιώνια, με την αμοιβαία μετατρεψιμότητα της ζωής σε θάνατο και του θανάτου σε ζωή».
Η φύση φτιάχνει ζωή απ’ το θάνατο διά του έρωτα. Περίπου τα ίδια λεν κι όλες οι θρησκείες και κυρίως ο χριστιανισμός: ο θάνατος είναι «ζωή αιώνια», και η ζωή είναι προετοιμασία «εις θάνατον», δηλαδή προετοιμασία για την «αιώνια ζωή».
Μόνο που, κατά τον Μπατάιγ, τούτον τον ιδιοφυή «θρησκευόμενο ειδωλολάτρη» που δεν ικανοποιείται με τις απλοϊκές σχηματοποιήσεις των θρησκειών πλατιάς κατανάλωσης, ο χριστιανισμός είναι αντιθρησκευτικός στη βάση του γιατί δεν αποδέχεται την αξία και τη σημασία της άρνησης και της «αμαρτίας». Δηλαδή, το χριστιανικό μεταφυσικό σύστημα δεν είναι διαλεκτικό, είναι οντολογικό, κι ο Γάλλος στοχαστής πιστεύει σε μια διαλεκτική μεταφυσική, που κατάγεται ολοφάνερα από τον Χέγκελ.


 Ο Άγιος Αυγουστίνος δεν είχε καθόλου καλή γνώμη για τον ατελέστατο άνθρωπο. Και για να εκδηλώσει τούτη την απέχθεια του για τον εκπεσμό του ανθρώπου ύστερα από το «προπατορικό αμάρτημα», έλεγε και ξανάλεγε πως «γεννιόμαστε ανάμεσα στην κοπριά και τα ούρα». Αντίθετα, η διαλεκτική μεταφυσική του Μπατάιγ, λέει πως δεν υπάρχει καλύτερο μέσο εξοικείωσης με το θάνατο απ’ το να τον συνδέεις με μια ακόλαστη ιδέα. Προφανώς γιατί ο θάνατος είναι η κατ’ εξοχήν τιμωρία για την κατ’ εξοχήν «αμαρτία» του να είσαι ζωντανός, δηλαδή του να ανήκεις στην εντελώς ασήμαντη μειοψηφία των ζωντανών, που σε σχέση με τον αριθμό όσων έχουν πεθάνει από υπάρξεως ζωής μέχρι τώρα, είναι μια εντελώς αμελητέα ποσότητα. Η ζωή είναι μια ρωγμή στη συνέχεια του θανάτου.
Μπορεί όλα τα παραπάνω να είναι νοητικές-ποιητικές κατασκευές ανθρώπων που δεν ικανοποιούνται με τα απλοποιημένα μεταφυσικά σχήματα, που στηρίζονται στο μανιχαϊστικό διαχωρισμό του Καλού και του Κακού. Αλλά δεν είναι λιγότερο νοητικές — ποιητικές κατασκευές και τα άλλα, τα «παραδοσιακά» μεταφορικά σχήματα, που έχουν το μειονέκτημα ότι πετούν στο περιθώριο το Κακό, ενώ δε χρειάζεται παρά κοινός νους για να καταλάβει κανείς πως το Kαλό χωρίς το Κακό θα έχανε το νόημα του. Το Καλό ορίζεται ως τέτοιο γιατί υπάρχει δίπλα του το Κακό. Στη διαλεκτική σκέψη το Κακό Είναι μια αναγκαιότητα και ένα παραπλήρωμα. Οι προσηλωμένοι στην «αμαρτία» ποιητές είναι κυρίως ο Πόε, ο Ρεμπό, ο Μποντλέρ, ο Λοτρεαμόν και ο Μπλέικ. Και στις μέρες μας, α Ζαν Ζενέ, τούτος ο «μάρτυρας και άγιος» όπως τον χαρακτήρισε ο Σαρτρ. (Ο υπαρξισμός δε θα ήταν δυνατόν να παραγνωρίσει την αξία και τη σημασία του Κακού, αφου αυτό αποτελεί μέρος της ύπαρξης μας.)

Ο καβγατζής της Βρέστης του Ζαν Ζενέ είναι ένα ποιητικό μυθιστόρημα όπου στην «τρύπα» που δημιουργεί το Κακό έρχονται και πέφτουν όλες οι «καλές ποιότητες» του ανθρώπου, για να εξαφανιστούν εκεί μέσα και στη συνέχεια να δημιουργήσουν ένα σύμφυρμα που βρίσκεται «πέραν του κάλου και του κακού», με τη νιτσεϊκή έννοια, δηλαδή πέραν της ηθικής και κοντά στην αισθητική, που για τον Γκόρκι είναι η «ηθική του μέλλοντος». Βέβαια, στον Καβγατζή της Βρέστης έχουμε να κάνουμε ακόμα με μια «ηθική του παρόντος» που μας υποχρεώνει να χρησιμοποιούμε τους ηθικούς όρους «καλό» και «κακό» και όχι τους αντίστοιχους αισθητικούς «όμορφο» και «άσχημο».
Ωστόσο, το Κακό στον Ζενέ είναι όμορφο όπως σε όλους τους «καταραμένους». Έχε: γίνει, δηλαδή, μια ποιότητα αισθητική όπου όπως λέει ο Μπατάιγ, «η ουσία της ζωής είναι μια υπερβολή, είναι η ασωτία της ζωής

Έχουμε, λοιπόν, στον Καβγατζή της Βρέστης ένα ναύτη (Μπραντ Ντέιβις) που, καθώς αράζει στο λιμάνι της Βρέστης, αποσπάται από την αηθική αγνότητα της μάνας θάλασσας και πετιέται στη «θάλασσα» των ανθρώπων, την περιχαρακωμένη για τις ανάγκες του δράματος στους τέσσερις τοίχους ενός μπαρ.
Ο Καβγατζής είναι ένας ναυαγός, κατά κάποιον τρόπο. Γιατί ναυαγός, στο μπαταϊγικό σύστημα, είναι ο καθένας που αποσπάστηκε απ’ τη συνέχεια της ολότητας, τη θάλασσα στην προκείμενη περίπτωση, που είναι η κοινή μήτρα των πάντων, και ξέπεσε στο λιμάνι, τον παραδοσιακό χώρο της «αμαρτίας». Συνεπώς, ο Καβγατζής είναι ένας εκ-πεσμένος Άγγελος, που δεν παύει να είναι αγγελικός για το λόγο και μόνο πως ξέπεσε. (Ο Σατανάς είναι ένας εκπεσμένος Άγγελος, που, όμως, δεν παύει να διατηρεί τις αρχικές αγγελικές του ικανότητες από πρακτική τουλάχιστον άποψη: έχει δυνάμεις «υπερφυσικές».)
Ένας εκπεσμένος Άγγελος είναι και ο Ζενέ πάντα σύμφωνα με τον Σαρτρ. Φαίνεται, μάλιστα, πως ο Ζενέ σε τούτη την «πνευματική» του «αυτοβιογραφία», αυτό ακριβώς προσπαθεί να πει: πως είναι ένας Άγγελος με κομμένα φτερά, ένας χθόνιος Άγγελος, που, μια και δεν μπορεί πια να ανυψωθεί στα ουράνια, βουλιάζει ολοένα και περισσότερο στα Τάρταρα.

Αυτό κάνει και ο Καβγατζής. Από «υποδειγματικός άντρας», που τον ερωτεύεται ένας άλλος «υποδειγματικός άντρας», ο υποπλοίαρχος (λέει πολλά το γεγονός πως τούτος ο ρόλος δόθηκε από τον Φασμπίντερ στον αρρενωπό Φράνκο Νέρο) εκπίπτει σιγά σιγά και σχεδόν χωρίς να το πάρει είδηση, σε «μισό άνδρα»: γίνεται ομοφυλόφιλος, στην αρχή από βεβαιότητα για τον ανδρισμό του και μετά από… καθίζηση στο τέλμα του λιμανιού, δηλαδή στη Γη των Ανθρώπων, των ξεκομμένων από τη συμπαντική συνέχεια των ανθρώπων που προσπαθούν να κολλήσουν τα κομμάτια τους με κάθε μέσο και με κάθε τρόπο, ακόμα και με το αίμα.
Η ομοφυλοφιλία, μοιάζει να λέει ο ομοφυλόφιλος Ζενέ και να επαναλαμβάνει ο ομοφυλόφιλος Φασμπίντερ, δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη προσπάθεια επανένταξης στη συνέχεια του σύμπαντος, που διακόπτεται με την ασυνέχεια αρσενικό-θηλυκό.

Εδώ ο καταλύτης για την «επιστροφή στη θάλασσα» δεν είναι η γυναίκα (Ζαν Μορό), που υπάρχει στο μύθο μόνο και μόνο για να ορίζει με την απούσα παρουσία της το κενό, την τρύπα στην οποία θα βουλιάξει ο Άγγελος που πάτησε στη Γη απερίσκεπτα. Τούτος ο αποκλεισμός της γυναίκας απ’ τη διαδικασία της επανένταξης στο Σύμπαν, μέσα απ’ την «πτώση», είναι και η αχίλλειος πτέρνα τόσο του μυθιστορήματος του Ζενέ όσο και της ταινίας του Φασμπίντερ, ο οποίος, σ’ αυτό το κύκνειο άσμα του, περιορίζεται στο να αποτίσει «φόρο τιμής» στον μεγάλο Ζενέ.


Όμως, πέρα απ’ την προβληματική, που ήδη περιγράψαμε και που γίνεται εύκολα νοητή, η δραματουργία του Καβγατζή τού Φασμπίντερ χωλαίνει μέσα στα «ποιητικά» μπαρόκ ντεκόρ και τις ρευστές καταστάσεις που περιγράφει ο Ζενέ με τα μέσα της λογοτεχνίας. Σίγουρα, δεν ήταν στις προθέσεις του Ζενέ η «φωτογένεια της αθλιότητας». Αλλά πώς να την κάνει ποίηση την αθλιότητα, όπως συμβαίνει σε όλους τους μεγάλους «καταραμένους» ποιητές ένας κινηματογραφιστής, χωρίς να προστρέξει στο εικαστικό ρετούς;

Ο καβγατζής του Φασμπίντερ είναι ο ρετουσαρισμένος Καβγατζής της Βρέστης τού Ζενέ. Τα σκοτάδια, όμως, δε φωτογραφίζονται. Το σκότος λάμπει μόνο στη (γραπτή) ποίηση, που θα παραμείνει στον αιώνα τον άπαντα ο προνομιακός χώρος της.


σημείωση: το κείμενο του Β.Ραφαηλίδη το διαβάσαμε στο fb, στη σελίδα του Θερινού Δημοτικού Κινηματογράφου "ΒΗΘΛΕΕΜ".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου