Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

1968 - 2008: Τετελεσμένη και παρούσα ιστορία της ανανεωτικής Αριστεράς


Στις 5 - 15 Φεβρουαρίου 1968 συνήλθε στη Βουδαπέστη η 12η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ για να εξετάσει την πολιτική κατάσταση της Ελλάδας με τη δικτατορία και εσωκομματικά ζητήματα. Στη λήξη των εργασίων της η διάσπαση του Κόμματος είναι ένα πραγματικό γεγονός.


Το "τετράδιο εξόδου" δημοσιεύει ένα κείμενο του φίλου Βασίλη Ζουναλή. Πιστεύουμε -πέρα από τα ιστορικά στοιχεία που παραθέτει - ότι διατηρεί την επικαιρότητά του. 

1968 - 2008: Τετελεσμένη και παρούσα ιστορία της ανανεωτικής Αριστεράς [1]

γράφει ο Βασίλης Ζουναλής



Η εγχώρια ανανεωτική Αριστερά είναι γόνος της διάσπασης του ΚΚΕ το 1968.  Κύρια προϊόντα εκείνης της διάσπασης ήταν το σοβιετόφιλο ΚΚΕ, το ΚΚΕ εσωτερικού και μια σημαντική μερίδα ανένταχτων αριστερών. Οι περισσότεροι από τους τελευταίους παρακολούθησαν την πορεία του ΚΚΕ εσωτερικού, στη συνέχεια της ΕΑΡ και του ΚΚΕ εσωτερικού - ανανεωτική αριστερά (μετέπειτα ΑΚΟΑ) και αργότερα του Συνασπισμού, χωρίς να οργανωθούν, πλην εξαιρέσεων. Το αμάλγαμα των οργανωμένων στα παραπάνω κόμματα και των ανέντακτων που παρακολουθούσαν την πορεία τους βαφτίστηκε ανανεωτική Αριστερά.

Αφετηρία του ΚΚΕ εσωτερικού υπήρξε η ανάγκη ανάδειξης μιας ηγεσίας για το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα, η οποία θα προέκυπτε από τις δυνάμεις του κόμματος στην Ελλάδα βάσει δημοκρατικών διαδικασιών. Η δυναμική του εγχειρήματος ανέδειξε προοδευτικά και την ανάγκη ιδεολογικής και οργανωτικής χειραφέτησης από την ΕΣΣΔ και το ΚΚΣΕ, μέχρις απορρίψεως του υπαρκτού σοσιαλισμού (καθυστερημένα, με παλινωδίες και όχι πάντοτε με ριζικό και επαρκή τρόπο). Στην πορεία, το ΚΚΕ εσωτερικού ταυτίστηκε, κατά κάποιο τρόπο, με το γενικότερο ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα του Ευρωκομμουνισμού.

Ο νεολογισμός Ευρωκομμουνισμός (δημιούργημα του Ε. Λέβι, εφημερίδα Λα Στάμπα, 1975) προφέρθηκε για πρώτη φορά δημόσια από τον Ενρίκο Μπεριγκουέρ στις 3 Ιουνίου 1976 (στη συνάντηση που οργανώθηκε από το ΚΚΓ στο Πορτ ντε Παντέν). Σε πείσμα του ελάχιστα επιστημονικού χαρακτήρα του και του ευρωκεντρισμού του, ο όρος έγινε δεκτός με μεγαλύτερο ή μικρότερο ενθουσιασμό εκτός από τα Κ.Κ. Ιταλίας, Γαλλίας, Ισπανίας και από άλλα δυτικοευρωπαϊκά Κ.Κ. μεταξύ των οποίων και το ΚΚΕ εσωτερικού (αλλά και από το Κ.Κ. Ιαπωνίας καθώς και από μία ισχυρή μειοψηφία του Κ.Κ. Μεξικού).

Ο Ευρωκομμουνισμός ήταν γόνος της διπλής κρίσης του 1968:
α) Κρίση του σταλινισμού (Άνοιξη της Πράγας με επακόλουθο τη σοβιετική επέμβαση)
β) Κρίση του καπιταλισμού (Γαλλικός Μάης, Ιταλικός «Μάης», αναλαμπή των εργατικών αγώνων και νέα δημοκρατικά υποκείμενα, όπως νεολαία, φεμινισμός, οικολογία και λοιπά).
Αυτή η διπλή κρίση εγκαλούσε σε μία αποφασιστική αλλαγή των κομμουνιστικών πολιτικών, σε μια επαναθεμελίωση των στρατηγικών, εγγράφοντας στην ημερήσια διάταξη την ανάγκη αναδιατύπωσης της σοσιαλιστικής προοπτικής, εκτός και πέραν κάθε σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης και κάθε μορφής σοβιετισμού. Ο Ευρωκομμουνισμός φάνταζε, μεταξύ 1975-1977, ως η κεντρική ιδέα που συμπύκνωνε ένα καινούργιο ιστορικό ρεύμα στο κομμουνιστικό κίνημα, ικανό να καλύψει αυτήν την ανάγκη. Φάνταζε ως ο «τρίτος δρόμος» (ιταλική ορολογία) που απέρριπτε τη λογική των υπαρχόντων συνασπισμών και των μοντέλων τους. Απ' αυτή τη σκοπιά, εγγράφονταν (με σημαντική καθυστέρηση) αφενός στο τολιατικό πολυκεντρισμό και στη γκραμσιανή ηγεμονία και αφετέρου στη διάσπαση του κομμουνιστικού κινήματος (περιπτώσεις Τίτο και Μάο). Σ' αυτές τις συνθήκες και από την εμφάνισή του, ο Ευρωκομμουνισμός κληρονόμησε μία αντιφατική ιστορική διαδικασία, της οποίας τα θεωρητικά και πολιτικά όρια, πρόβαλλαν αργότερα (1977-1981, κρίση του Ευρωκομμουνισμού).

Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι ο Ευρωκομμουνισμός εμφανίστηκε ταυτόχρονα:
α) ως μία δημοκρατική - κυβερνητική στρατηγική ανάληψης της εξουσίας βασισμένη στις ειδικές συνθήκες των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών (κοινοβουλευτισμός, πλουραλισμός κομμάτων και συνδικαλιστικών δυνάμεων, υψηλός βαθμός ανάπτυξης και λοιπά), και
β) ως μία δύναμη κριτικής ανανέωσης του κομμουνισμού.

Διεκδίκησε, πράγματι, αυξημένη ανεξαρτησία των Κ.Κ. από τη Μόσχα που είχε ήδη πάρει σάρκα και οστά με την αποδοκιμασία της εισβολής στην Τσεχοσλοβακία και την εντεινόμενη κριτική για την απουσία ελευθεριών και πολιτικής δημοκρατίας στον υπαρκτό σοσιαλισμό. Στο κύριο, όμως, ζήτημα του σοσιαλιστικού ή μη χαρακτήρα των καθεστώτων του «υπαρκτού», ο κυρίαρχος Ευρωκομμουνισμός παρέμενε κατά κανόνα προσεκτικός και καθόλου συνεπής με τις παραπάνω κριτικές τοποθετήσεις του. Άμεσα ή έμμεσα, ομολογημένα ή ανομολόγητα, δεν ξεπέρασε τη θεωρία της «παραμόρφωσης»: η οικονομική βάση είναι εκεί σοσιαλιστική, αλλά το εποικοδόμημα δεν είναι (ακόμη) δημοκρατικό (βλέπε και το 22ο Συνέδριο του ΚΚΓ όπου ξαναγύρισε η παλιά θέση «ενός συνολικά θετικού ισοζυγίου» του υπαρκτού σοσιαλισμού, καθώς και την περίπτωση τέτοιων αντιλήψεων στην ηγεσία του ΚΚΕ εσωτερικού). Υπήρξαν, βέβαια, και σημαντικές εξαιρέσεις που αρνούνταν το σοσιαλιστικό χαρακτήρα του «υπαρκτού». Άλλωστε, αυτό δεν συνεπάγεται η θέση «ο σοσιαλισμός θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει»;

Αν και υπήρχε συμφωνία ότι η διαλεκτική δημοκρατίας / σοσιαλισμού ήταν το θεμέλιο της Ευρωκομμουνιστικής στρατηγικής, οι συγκεκριμένες επεξεργασίες αφενός διέφεραν σημαντικά μεταξύ τους και αφετέρου παρέμεναν γενικόλογες και ανολοκλήρωτες. Στη «φιλελεύθερη - κυβερνητική» εκδοχή του Ευρωκομμουνισμού η δημοκρατία θεωρήθηκε, κυρίως, ως κοινοβουλευτικός δρόμος για την εξουσία. Όθεν η επιμονή στον πλουραλισμό, στην εναλλαγή, στις εκλογικές συμμαχίες. Στην «αριστερή» εκδοχή του (Τρεντίν, Ινγκράο, Πουλαντζάς, Λακλάου και λοιποί) ο τόνος δόθηκε στην επίτευξη μιας «μαζικής δημοκρατίας» που τροποποιεί τις σχέσεις μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, μεταξύ μαζών και εξουσίας, ώστε να οδηγηθούμε σε μία μη κρατικιστική μετάβαση. Όθεν η επιμονή στην άρθρωση ανάμεσα στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τη δημοκρατία στη βάση, στην παραγωγή, στην κοινωνία (συμβούλια, αυτοδιαχείριση). Όθεν ο κύριος ρόλος των ανανεωμένων συνδικάτων και η σημασία των κοινωνικών κινημάτων καθώς και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επιστροφή σ' έναν ορισμένο Γκράμσι.

Ενδεχομένως, η ανομοιογένεια των ανωτέρω εκδοχών θα μπορούσε να αποδειχθεί,  γόνιμη. Αυτή η ανομοιογένεια φανέρωνε πως η γενικόλογη επαγγελία του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό δεν αρκούσε από μόνη της για την επιτυχή έκβαση της κομμουνιστικής ανανέωσης. Τουναντίον, τόνιζε την ανάγκη ν' αρχίσουν όλα από την αρχή (όχι από το μηδέν). Τόνιζε την ανάγκη περαιτέρω διαβούλευσης και εμβάθυνσης στη διαλεκτική δημοκρατίας / σοσιαλισμού. Δυστυχώς, οι ηγεσίες των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων ακολούθησαν τον εύκολο και αδιέξοδο δρόμο της παράκαμψης των ανοικτών ζητημάτων. Εγκατέλειψαν βιαστικά, χωρίς ουσιαστικό διάλογο, τη «δικτατορία του προλεταριάτου», το «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό», τις θέσεις για την «ταξική φύση» του κράτους και του κομμουνιστικού κόμματος, χωρίς να έχουν δοθεί στο μεταξύ οι κατάλληλες απαντήσεις στις ενστάσεις για «καμουφλαρισμένο ρεφορμισμό» ή / και για το αδύνατον του εκσυγχρονισμού ενός κομμουνισμού που θέλει να αποσταλινοποιηθεί εθνικοποιούμενος. Χωρίς στο μεταξύ να έχει πάρει σάρκα και οστά μία δημοκρατική - αυτοδιαχειριστική στρατηγική, παρα μόνον ένας τυφλός τακτικισμός, ο Ευρωκομμουνισμός περιέπεσε σε βαθειά και μοιραία γι' αυτόν κρίση ταυτότητας. Κοντολογίς, αυτή η μοιραία κρίση οφείλεται μάλλον στον τακτικισμό που αντικατέστησε βιαστικά τον σταλινικό «μαρξισμό - λενινισμό», οφείλεται στις ασυμβατότητες λόγων και πράξεων, στην ολιγωρία απέναντι στις επερχόμενες καπιταλιστικές αλλαγές, στις αντιφάσεις της κυβερνητικής πολιτικής του Ευρωκομμουνισμού, παρά στην προϊούσα αφερεγγυότητα και τελική κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Η συγκυρία της δεκαετίας του '70 (κρίση του σταλινισμού, κρίση του καπιταλισμού και ειδικότερα κρίση του Κράτους Προνοίας) φούσκωσε, αρχικά, τα πανιά του Ευρωκομμουνισμού πριμοδοτώντας τις ψευδαισθήσεις του. Τελικά, όμως, αυτές οι κρίσεις ευνόησαν τον νεοφιλελευθερισμό (Ρήγκαν, Θάτσερ), τη σοσιαλδημοκρατία και τον λαϊκισμό (στη χώρα μας ευνοήθηκε το ΠΑΣΟΚ). Ακόμη και στο προνομιακό για τον Ευρωκομμουνισμό πεδίο της Δημοκρατίας και του εκδημοκρατισμού, η κυρίαρχη αντίληψή του παρέμενε μάλλον γραμμική, παρωχημένη και αμυντική (εναντίον των κινδύνων πραξικοπήματος στην Ισπανία, της τρομοκρατίας στην Ιταλία, της επανόδου της δικτατορίας στην Ελλάδα - ΕΑΔΕ).

Ας επιστρέψουμε, όμως, στη δική μας ανανεωτική Αριστερά. Παρ' όλες τις αδυναμίες, τις ασάφειες και τις αντιφάσεις της, οι ιδέες της για το κόμμα, τη δημοκρατία, την Ευρώπη, τις σχέσεις με τις μάζες, την αυτονομία του συνδικαλισμού και των κινημάτων, για τα εθνικά θέματα, την ελληνική κοινωνία και ιστορία, και πάνω απ' όλα για το δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό («ο σοσιαλισμός θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει», Νίκος Παλαντζάς), είχαν σημαντική απήχηση και παραμένουν επίκαιρες, πλην πολιτικά περιθωριοποιημένες. Ακόμη και στον κληρονόμο της ιστορικής ανανέωσης, στον Συνασπισμό, είναι πολιτικά μειοψηφικές. Αυτή είναι η μοίρα των ιδεών που παραμένουν απλώς ιδέες· χάνουν την ηγεμονία τους.

Όπως γράφει και ο Άγγελος Ελεφάντης, μετά το συνέδριο του 2004, για την πλειοψηφία του Συνασπισμού επικράτησε η άποψη «ανανέωση τέρμα» (Πολίτης, τεύχος 138, Νοέμβριος 2005). Το επίθετο «ανανεωτική» έχει αντικατασταθεί από το «ριζοσπαστική» (ΣΥΡΙΖΑ - Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς). Πόσο, όμως, ριζοσπαστική είναι μία Αριστερά που περιορίζει τη δράση της σ' έναν αντισυστημικό αρνητισμό, σ' έναν ακούσιο καταγγελτισμό της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού; Πόσο ριζοσπαστική είναι μία Αριστερά χωρίς ριζοσπαστικές προτάσεις, η οποία περιορίζει τα οράματα και τις επαγγελίες της σ' ένα κράτος - πατέρα, ιατρό κάθε καπιταλιστικής νόσου; Με ποιους αδιευκρίνιστους πόρους θα εξασφαλίζει αυτό το κράτος την ευημερία όλων, ανεξαρτήτως προσπαθειών και μεταρρυθμίσεων, χωρίς μάλιστα να θιγούν οι όποιες «κεκτημένες» ανισότητες; [Πρόσφατο παράδειγμα η στάση του Συνασπισμού / ΣΥΡΙΖΑ για το ασφαλιστικό]

Ο αντισυστημικός χαρακτήρας της Αριστεράς είναι αυτονόητος. Η Αριστερά που πασχίζει για τη σοσιαλιστική αλλαγή αντιμάχεται, προφανώς, το υπάρχον σύστημα. Αντιμάχεται τα συγκεκριμένα υποσυστήματα και τους θεσμούς τους που φαλκιδεύουν τη δημοκρατία περιορίζοντάς την στα τυπικά πλαίσια του κοινοβουλευτισμού και εμποδίζουν τον οικονομικό και γενικότερο εκδημοκρατισμό. Αντιμάχεται την καπιταλιστική πρακτική του ενός και μοναδικού κριτηρίου (οικονομική αποτελεσματικότητα) στη λήψη των αποφάσεων. Αντιμάχεται την ατομική «ορθολογικότητα» που καταλήγει σε συλλογική ανορθολογικότητα με βλαβερές, μεταξύ άλλων, οικολογικές συνέπειες. Πράγματα γνωστά, χιλιοειπωμένα.

Το μεγάλο ζητούμενο, πάντως, είναι το πώς αντιμάχεται η Αριστερά την υπάρχουσα κατάσταση. Η Αριστερά του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό δεν γυρίζει την πλάτη της, ούτε αμελεί για τη θετική συμβολή της, στην αντιμετώπιση των παθογενειών του παρόντος. Χωρίς ριζοσπαστικές, συγκεκριμένες και ταυτόχρονα εφικτές προτάσεις θεραπείας ή/και χωρίς τη δημιουργία «σοσιαλιστικών νησίδων» στο καπιταλιστικό αρχιπέλαγος, το μεγάλο στοίχημα του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό, το στοίχημα της ηγεμονίας των ιδεών του, είναι χαμένο από χέρι. Οι ηγέτες του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ αποστρέφονται μία τέτοια πολιτική όπως ο διάβολος το λιβάνι. Γιατί; Θεωρούν, έτσι κι αλλιώς, χαμένο αυτό το στοίχημα; Πιστεύοντας ότι η προϊούσα δημοσκοπική και η αναμενόμενη εκλογική ενδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ οφείλονται αποκλειστικά στον αντισυστημικό κινηματικό αρνητισμό, αφήνοντας τα δύσκολα γι' αργότερα; Σε κάθε περίπτωση λαθεύουν. Κρίμα!

Εξηγούμαι. Είναι κρίμα να χαθεί αυτή η μοναδική ευκαιρία για τον Συνασπισμό (και τον ΣΥΡΙΖΑ) να απευθυνθεί στο 15% των δημοσκοπήσεων και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία με θετικό προγραμματικό λόγο. Να συνδεθεί έτσι, ουσιαστικά και να εμπνεύσει, ένα τόσο σημαντικό ακροατήριο, παραμερίζοντάς τους τη λοιδωρία (δίκην νεόπλουτου), τους λεονταρισμούς και τις ανούσιες κορώνες. Αργότερα τα πράγματα θα είναι μάλλον χειρότερα: τα «άνθη του κακού» που άρχισαν να ευδοκιμούν στο θερμοκήπιο του αντισυστημικού αρνητισμού θα έχουν στο μεταξύ εκμηδενίσει κάθε ανανεωτικό ριζοσπαστισμό.

Η παρούσα ιστορία της ανανεωτικής Αριστεράς, όπως και κάθε παρούσα ιστορία, είναι προσδιορισμένη μόνον εν μέρει από το τετελεσμένο παρελθόν της, καθόσον η παρούσα, η ζώσα ιστορία, είναι ανοικτή σε ένα μη τετελεσμένο και επομένως αστάθμητο μέλλον. Αυτή η ζώσα ιστορία δεν υπακούει σε νόμους παρά σε κάποιες σταθερές. Θα δικαιούμαστε να αισιοδοξούμε για το μέλλον της ανανεωτικής Αριστεράς, αν μεταξύ των σταθερών κυριαρχήσει η σταθερά της διαπάλης ανάμεσα στον αντισυστημικό αρνητισμό της πλειοψηφίας του Συνασπισμού και στις συγκεκριμένες ριζοσπαστικές προτάσεις, από τη σκοπιά του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό, της μειοψηφίας. Αυτό είναι το στοίχημα των οργανωμένων και των ανέντακτων αριστερών που προσβλέπουν σε μία ανανεούμενη ανανεωτική Αριστερά.

Προσοχή. Το ζητούμενο δεν είναι να καταδικαστεί γενικά και αφηρημένα ο αντισυστημικός αρνητισμός, αλλά να γίνει κατανοητό πώς ο αντισυστημικός αγώνας οφείλει να μην περιορίζεται σε αρνήσεις, διότι έτσι αυτοευνουχίζεται. Οφείλει να μπολιάζεται με ριζοσπαστικές μεταρρυθμιστικές και εφικτές προτάσεις σε κάθε περίπτωση.

Μόνον αυτός ο συνδυασμός δίνει προοπτικές μονιμότερης ηγεμονίας των ιδεών μας. Ας δώσουμε την ευκαιρία, ανά περίπτωση, σ' αυτόν το συνδυασμό. Στον κόσμο δεν υπάρχουν παρά οι περιπτώσεις, οι καταστάσεις, τα πράγματα που πέφτουν πάνω μας, πολλές φορές, απροειδοποίητα. «Ο κόσμος είναι ό,τι πέσει πάνω μας» (Βιτγκενστάιν). Ας φροντίσουμε να καρποφορήσει η συνάντησή μας με το 15% που «έπεσε πάνω μας», στο βαθμό που εξαρτάται από εμάς. Ο χρόνος πιέζει.-

[1]Επεξεργασμένη μορφή της ομιλίας μου στην εκδήλωση «1968-2008: Η ανανεωτική Αριστερά σήμερα» που έλαβε χώρα στο Ηράκλειο στις 9 Απριλίου 2008

σημείωση: Ένα ακόμα παλιότερο κείμενο τράβηξε ξανά την προσοχή μου:  "Ενας από τους πρωταγωνιστές της διάσπασης, ο Γρήγορης Φαράκος ­ τότε τακτικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ ­ δίνει τη δική του εκδοχή για όλα όσα συνέβησαν εκείνες τις δέκα δραματικές ημέρες της 12ης Ολομέλειας στους λόφους της ουγγρικής πρωτεύουσας". γράφει ο φίλος Κώστας Τσαούσης, στο ΒΗΜΑ το 1998

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου