Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Σελιδοδείκτης [27.10.2014]

Ο σελιδοδείκτης -μια νέα στήλη- κάνει τα πρώτα της βήματα. Κάθε Δευτέρα θα συναντάει βιβλία και θα μεταφέρει μια πρόταση ανάγνωσης. Βιβλία που διαβάσαμε ή και εκείνα που μας περιμένουν υπομονετικά. Έτσι, για να αποφύγουμε τον υποκειμενισμό της δικής μας ανάγνωσης, καταξιωμένες πένες  οδηγούν την παρουσίαση.


Σελιδοδείκτης 19ος Μάρκος Μέσκος ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013

γράφει η Μαρία Τοπάλη



Τσιγαρόκουτα γράμματα στο Θεό

Σε άλλες κουλτούρες (πρόχειρα αναφέρω εδώ την Ιρλανδία και τη Σερβία) η σχεδόν ακραία ανάδειξη της τοπικότητας, του πολιτισμικού και γεωγραφικού μικροκλίματος συμπληρώνει δημιουργικά, πραϋντικά το άλλο μισό στο ημισφαίριο της παγκοσμιοποίησης. Ο μικρόκοσμος αποδεικνύεται τότε εξαιρετικά σύνθετος και πολυσήμαντος, θέτοντάς μας μάλιστα συχνά ενώπιον καθηκόντων σύνθεσης πολύ δυσκολότερων από ό,τι οι (ρέπουσες στην απλουστευτική βία) μεγάλες κλίμακες (και τα μεγάλα λόγια). Με την έως τώρα «πολιτική βιβλίου», αδαμάντινα «πεζογραφήματα» με έντονο τοπικό χρώμα και γλωσσικό ιδίωμα, όπως τα συγκεντρωμένα στον υπό συζήτηση τόμο του Μακεδόνα Μάρκου Μέσκου (1935), τέθηκαν στο σεβαστό μεν, περιθώριο δε, του εκδοτικού χώρου και της δημόσιας συζήτησης. Και όμως: τέτοια κείμενα όπως τα διηγήματα του Χάκα, τα δοκιμιακά ποιήματα του Κούσουλα, τα αθηναιογραφήματα και τα δοκίμια του Βακαλόπουλου, εσχάτως δε τα διηγήματα του Γιάννη Παλαβού, βρίσκονται από πολλές απόψεις πολύ εγγύτερα σε αυτό που «πραγματικά» είμαστε.

Ο (εξαγώγιμος) ελληνικός κανόνας θα ήταν, πιστεύουμε, η βυθομέτρηση στο σημείο. Ποίηση χαμηλών τόνων, διήγημα, δοκίμιο, μικρού μήκους, ντοκιμαντέρ, κόμικς. Εκεί ο Μέσκος θα ηγεμόνευε. Βαρύς, ποιητικός, ιστορικός, αυτοβιογραφικός, βόρειος, μαγικός εκ φύσεως, δίχως μεταφυσική – όπως μαγική είναι εκ της φύσεώς της η ποίηση. Τέσσερις συλλογές («Παιχνίδια στον παράδεισο», 1978, «Κομμένη γλώσσα», 1997, «Μουχαρέμ», 1999 και «Νερό Καρκάγια», 2005) συγκεντρώνονται στον καλαίσθητο τόμο. Αν δεν ήξερε κανείς ότι ο Μέσκος είναι ποιητής, θα το συνήγε οπωσδήποτε διαβάζοντας τα πεζά του. Και δεν εννοώ μόνον τις αριστουργηματικές μινιατούρες, όπως είναι το μητρώο των δεκαπέντε παιδικών παιχνιδιών των δεκαετιών του ’30 και του ’40 («Παιχνίδια στον παράδεισο»).

Ολα τα κείμενα είναι λίγο–πολύ κοφτά, κάποτε μάλιστα με τα κοψίματά τους χαίνουν εμφανώς κομμένες οι λέξεις μιας «κομμένης γλώσσας». Πόσο πιο εύγλωττα και πόσο πιο συμφιλιωτικά μπορεί άραγε να αφηγηθεί κανείς την ιστορία των ετερόκλητων πληθυσμών της κεντροδυτικής Μακεδονίας; Σε πείσμα αλλά και επιβεβαιώνοντας πικρά το μίσος και τη βία που αναζωπυρώνονται διαρκώς, οι σελίδες του Μέσκου αρδεύονται από το μαύρο αίμα των βόρειων νερών. Αφηγούνται τη μοίρα των ανώνυμων ανθρώπων, με εμμονή σηκώνοντας ψηλά τα ονόματά τους, και τους τόπους. Είναι προσκλητήριο νεκρών. Είναι και μοιρολόι. Είναι η αρχέγονη τελετουργία ταφής, που οφείλεται στον νεκρό για να μη στοιχειώσει. Το διήγημα «Μουχαρέμ» αίρεται στο επίπεδο του κλασικού, συντροφεύοντας εκεί τον απαράμιλλο «Μοσκώβ Σελήμ».

Ομως δεν είναι ούτε το κοφτό ύφος, ούτε η λιτότητα (53 διηγήματα χωράνε σε 327 σελίδες), ούτε η αποδραματοποιημένη εξιστόρηση που συνιστούν την ειδοποιό ποιητικότητα των πεζών του Μέσκου. Είναι κάτι σπάνιο, που το συναντάμε στο ίδιο πλάτος ταλάντωσης σε αυτοβιογραφικά πεζά του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Πρόκειται για το πηχτό υπόστρωμα του κειμένου, που εν μέρει προϋποτίθεται (δουλειά του αναγνώστη να το γνωρίζει), εν μέρει σκηνοθετείται: υποβάλλει όσα δεν λέγονται, κάνοντάς τα σχεδόν σημαντικότερα από τα λιγοστά λόγια που τρυπούν ρυθμικά το χαρτί και βγαίνουν στο φως ως τεκμήρια.

Οδυνηρή μα και παρήγορη η φωνή του ποιητή– αφηγητή, που θήλασε τον ανθρώπινο πόνο περισσότερο από το γάλα. Και αν προέρχεται από συνείδηση που δεν στάθηκε ουδέτερη στους πολέμους και στις εμφύλιες διαμάχες, αναλαμβάνει την ευθύνη, δηλαδή τη δυσκολία του γράφοντος, να χωνέψει στα σπλάχνα της το δηλητήριο, πριν βγει από το λαρύγγι και την πένα στο φως. Να πει κανείς για την ομορφιά των κειμένων θα κινδυνεύσει να ακουστεί κοινότοπος και φτηνός – γιατί πού να πρωτοεκδηλωθεί ο ενθουσιασμός του αναγνώστη; Στο «Ο σκύλος τροχονόμος»; Στο «Τζιτζικιάδα»; Στο «Ο σταθμός»; Το «Στον μπαξέ του Αλιώπη» είναι αυτό που στην αργκό θα το λέγαμε «άπαιχτο». Τα τσιγαρόκουτα–γράμματα στον Θεό («Χαρταετοί») δεμένα στην ουρά των χαρταετών υψώνονται στο γαλάζιο του κάμπου ενώ λάμπουν γύρω τα βουνά με τα εξωτικά, για έναν νοτιοελλαδίτη, ονόματα. Αν μας ζητούσαν «απ’ έξω» να προτείνουμε βιβλία για τον τόπο μας, για την πατρίδα, θα το βάζαμε στη στοίβα πάνω πάνω.

πηγή εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου